Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Saudade

Είναι λυπημένη, σχεδόν απελπισμένη. Εδώ και καιρό. Από τη στιγμή που τον έχασε. Νιώθει ακόμη έντονη την παρουσία του στο σπιτάκι της, όλο και λιγότερο έντονη. Σα να της φεύγει λίγο λίγο, αν και έχει φύγει από καιρό. Κλείνει τα μάτια και η μορφή του ζωντανεύει μέσα της, τ’ ανοίγει και η ουσία του υγραίνει το βλέμμα. Δίδυμοι καθρέφτες οι κόρες των ματιών αντικατοπτρίζουν εκείνον.
Δε ρωτάει για τα τι και τα γιατί που τον οδήγησαν μακριά της, τα ξέρει πολύ καλά. Απλά μέχρι την τελευταία στιγμή έλπιζε ότι κάτι θα άλλαζε, η τύχη της θα άλλαζε, και θα τον κρατούσε για πάντα κοντά της. Για όσο τουλάχιστον κρατούσε αυτό το πάντα. Μα η μοίρα… Η μοίρα, σκέφτεται, η μοίρα μου η κακομοίρα, με μαχαίρωσε… Έτσι σκέφτεται, κι ας γνωρίζει ότι βασικός φταίχτης είναι η ίδια. Αυτή και το πάθος της. Αυτή και ο πόθος της. Ερωτευόταν πάντα εύκολα και πολύ. Έπεφτε πάντα εύκολα, κι ακόμη πιο πολύ. Η εκρηκτική χαρά και η απέλπιδα θλίψη αποτελούσαν από τα χρόνια της εφηβείας τις ουσίες της. Η μια ακολουθούσε πάντα την άλλη, η μια τρεφόταν από την άλλη.
Γνώρισε άντρες πολλούς, αλλά ποτέ δεν τους πήρε στα σοβαρά. Μέχρι που γνώρισε τον Λευτέρη – αυτός θα με λευτερώσει απ’ τα πάθη μου, σκέφτηκε και γέλασε. Και όντως τη λευτέρωσε. Ήταν αποφασισμένη να κρατήσει αυτόν τον άντρα, πάση θυσία. Ένιωθε τόσο καλά όταν βρισκόταν δίπλα του, όταν γίνονταν ένα μαζί του, που ήθελε να κραυγάσει από ευτυχία. Για μια εποχή ο κόσμος της έμοιαζε τέλειος.
Την άλλαξε. Χωρίς καν να προσπαθήσει. Την έκανε ν’ αρχίσει να σκέφτεται το μέλλον. Έβαλε χαλινάρι στους πόθους της, τους γλύκανε. Την κατάκτησε με τα λίγα λόγια και τις πολλές σιωπές του.
Πού και πού την τρόμαζε, αλλά αυτό ποτέ δε θα ομολογούσε στους άλλους. Το εγώ της δε θα την άφηνε. Την τρόμαζαν όλα αυτά που δεν ήξερε για κείνον – ό,τι θέλω να ξέρεις για μένα σ’ το έχω ήδη πει, της είπε μια φορά σχεδόν ειρωνικά. Ήταν σα να ζούσε όχι με έναν, αλλά με δύο άντρες. Αυτόν που την αγαπούσε και της το έλεγε, κι εκείνον τον άλλο, που κρυβόταν πίσω από ανείπωτα μυστικά.
Μαζί του ένιωθε ασφαλής και ανασφαλής την ίδια ώρα. Όσο κάνανε έρωτα, όσο βγαίνανε έξω τα βράδια, γλεντούσαν, φώναζαν, συζητούσαν, την πλημμύριζε μια σιγουριά που δύσκολα θα μπορούσαν να περιγράψουν τα λόγια. Αλλά όταν τον έβλεπε να κάθεται αμίλητος ή σαν έλειπε από κοντά της, φόβοι αμίλητοι της έκαιγαν τα σωθικά. Θα τον χάσω, σκεφτότανε και για να κατευνάσει τους δαίμονές της αφηνόταν στη μουσική, κι αυτή τους έκανε ακόμη πιο τρομακτικούς. Saudade, τραγουδούσε η Σεσάρια Εβόρα καθώς βυθιζόταν σε μια μελαγχολία βαθιά, απ’ την οποία μόνο εκείνος θα μπορούσε να τη βγάλει.
Τα χέρια του, αυτά τώρα θυμάται πιο πολύ. Αυτά που την έκλειναν μέσα τους. Και τα μάτια του, πράσινα σαν τα καθάρια νερά μιας ορεσίβιας λίμνης. Ομορφάντρας. Ψηλός και γεροδεμένος. Αλλά και κείνη όμορφη ήταν, κι ας μην έμοιαζαν εξωτικά τα μάτια της, που ήταν βαμμένα στο χρώμα των κόκκων του καφέ. Ψηλή επίσης, με λαχταριστό κορμί και μια φωνή που κάθε που ακουγόταν ήταν σα να χάιδευε τ’ αυτιά του συνομιλητή της. Έμοιαζε κατά κάποιο τρόπο γεννημένη για να αγαπηθεί και όπου και να πήγαινε τραβούσε τα βλέμματα πάνω της. Ζήλευε ο Λευτέρης όταν συνέβαινε αυτό, κι ας προσπαθούσε να μην το δείξει. Κι η Στέλλα γελούσε από μέσα της. Κι ας ζήλευε κι η ίδια όταν έβλεπε τις άλλες γυναίκες να τον γδύνουν με το βλέμμα. Πρέπει να τον δέσω, σκεφτότανε.
Έπρεπε να τον δέσει, αλλά πώς; Της το ξεκαθάρισε από την αρχή ότι ο γάμος δεν ήταν προτεραιότητα για κείνον. Ήταν νέος πολύ ακόμη, όπως κι αυτή, έπρεπε να βάλει σε μια τάξη τη ζωή του, να σκεφτεί την καριέρα του, προτού πάει παρακάτω. Αλλά αν τον έχανε στη διαδρομή; Τότε τι;
Εκείνη δεν είχε καμιά καριέρα να σκεφτεί. Δούλευε σε μια μπουτίκ, όπου την προσέλαβαν όχι τόσο για μυαλό της όσο για την εμφάνισή της. Σα μια ακόμη κούκλα στη βιτρίνα. Τα λεφτά ποτέ δεν ήταν αρκετά, αλλά παρ’ όλ’ αυτά της έφταναν, αφού πάντα κάποιοι βρίσκονταν για να της κεράσουν το φαγητό και τα ποτά στις συχνές της εξόδους. Ευλογημένα σερνικά, σάρκαζε.
Οι απελπισμένες υπάρξεις πολλές φορές καταφεύγουν σε απελπισμένες λύσεις, σε μια τέτοια κατέφυγε κι αυτή. Έπαψε να παίρνει το χάπι κι έμεινε έγκυος. Αυτό ενάμιση χρόνο πριν. Και τώρα, της λείπει. Αφού μόλις του το είπε και του ανακοίνωσε και την απόφασή της να κρατήσει το παιδί, την παράτησε.
Η προδοσία του την καταρράκωσε. Νόμιζε, η καημένη, ότι τον είχε στο χέρι. Και διαψεύστηκε. Κι από τις γειτονιές της αβέβαιης ευτυχίας μετακόμισε σ’ αυτές της απελπισμένης προσμονής. Πώς θα τα έβγαζε τώρα πέρα; Όσες περικοπές και να έκανε τα λεφτά που κέρδιζε δε θα ήταν ποτέ αρκετά για να συντηρήσουν εκείνη και το παιδί της. Και δεν είχε και κανένα για να τη βοηθήσει. Με τους γονείς της δε μιλούσε εδώ και χρόνια -από τότε που τσακώθηκαν κι εγκατέλειψε το νησί- ήταν μοναχοκόρη, κοντινοί συγγενείς που μπορούσε να εμπιστευτεί δεν υπήρχαν πουθενά. Βρισκόταν σε αδιέξοδο. Σ’ ένα αδιέξοδο που έγινε ακόμη χειρότερο όταν το μαγαζί όπου δούλευε έκλεισε λόγω της κρίσης και έχασε τη δουλειά της.
Μοναδική της παρηγοριά πια οι φίλοι της, που κι αυτοί δεν ήταν πολλοί: ένα ζευγάρι τριαντάρηδων, ο Παύλος και η Όλγα, η μικρή, η Ντίνα, που άλλαζε δουλειές συνεχώς και έμοιαζε μόνιμα χαμένη στον κόσμο της, κι ο Χρήστος, ένας οδηγός λεωφορείου που έβλεπε όλο και πιο σπάνια. Έλεγε σ’ αυτούς τον πόνο της, το παράπονό της.
Κι ο καιρός περνούσε, κι η κοιλιά μεγάλωνε.
Το φύλο του παιδιού το έμαθε όταν γεννήθηκε πια, το ήθελε να είναι μια έκπληξη για την ίδια, κι ας σκεφτόταν για μήνες και μήνες το όνομα που θα μπορούσε να του δώσει. Τον γιο της λοιπόν τον ονόμασε Άλκη, σαν τον ήρωα ενός βιβλίου που διάβασε στον έβδομο μήνα της εγκυμοσύνης της.
Η γέννησή του της έδωσε μεγάλη χαρά. Η γέννησή του την οδήγησε στα όρια της απελπισίας. Όταν τον κρατούσε στην αγκαλιά της, όταν τον τάιζε και του μιλούσε, και του έταζε μεγάλα πράγματα, έμοιαζε να λάμπει από ευτυχία. Αλλά όταν τον έβαζε για ύπνο, μόλις η ζεστασιά, το κλάμα και οι φωνούλες του την εγκατέλειπαν, τα χαμόγελα έσβηναν, η καρδιά μαύριζε. Ψεύτρα, ανίκανη, κάκιζε τον εαυτό της, μην υπόσχεσαι τίποτα, αφού τίποτα δεν μπορείς να του προσφέρεις.
Άφηνε σχεδόν μέρα παρά μέρα το παιδί στην Όλγα και έβγαινε στην αναζήτηση δουλειάς, αλλά δεν έβρισκε τίποτα που να την ικανοποιεί. Με τα ανύπαρκτα προσόντα της δεν μπορούσε να ζητήσει και πολλά κι αυτά που της προσέφεραν ήταν απλά πολύ λίγα. Δεν έφταναν για να ζήσουν αυτή και το παιδί της. Άλκη μου, ψιθύριζε πολλές φορές με δάκρυα στα μάτια στο προσκεφάλι του, Άλκη μου, τι να κάνω;
Τι να έκανε; Δε θα άφηνε το παιδί να πληρώσει τα δικά της λάθη. Κι έτσι, κάλλιο αργά παρά αργότερα, έφτασε σε μια απόφαση που θα την πλήγωνε βαθιά, αλλά που θα εξασφάλιζε τουλάχιστον, όπως πίστευε, το δικό του μέλλον. Θα τον έδινε για υιοθεσία.
Όταν το ανακοίνωσε στους φίλους της εκείνοι προσπάθησαν να την κάνουν να αλλάξει γνώμη, αλλά μάταια. Δεν έχω άλλη επιλογή, τους έλεγε και δάκρυζε. Αν τον κρατήσω είναι καταδικασμένος. Υπερβολές; Ίσως. Αλλά η λύση δόθηκε αμέσως. Θα τον υιοθετούσαν ο Παύλος με την Όλγα, που εδώ και χρόνια προσπαθούσαν ν’ αποκτήσουν παιδί, μα δεν τα κατάφερναν. Έτσι κι αλλιώς αυτούς τους δύο ο μικρός τους ήξερε πολύ καλά, μερικές φορές τους έβλεπε περισσότερο ακόμη κι απ’ τη μάνα του.
Τη μάνα που τώρα είναι πάντα σχεδόν λυπημένη, απελπισμένη. Που ακούει το Saudade και δακρύζει. Και που ύστερα για λίγο χαμογελά. Αβέβαια. Το έκανα για το καλό σου, του λέει, κι ας μην την ακούει, κι ας μην πιστεύει κι αυτή η ίδια τα λόγια της. Με λένε μελαγχολία, σκέφτεται καθώς σηκώνεται απ’ το τραπέζι της κουζίνας -αφήνοντας πίσω της το φλιτζάνι του καφέ- και κινά για να ζήσει την επανάληψη μίας ακόμη μέρας, χωρίς εκείνον, χωρίς τον Άλκη της.

Η φωτογραφία κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου