Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ευτυχία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ευτυχία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2008

Ο γέρος που σκέφτεται

Ήθελα να ξαναγράψω αυτό το παραμύθι-ιστορία προτού το ανεβάσω εδώ, αλλά τις τελευταίες μέρες το μυαλό δε λειτουργεί, έτσι σας το παραδίδω όπως ακριβώς το αποτύπωσα την πρώτη φορά:

Και ξαφνικά η πλατεία του χωριού απόκτησε ζωή. Ένας παράξενος γέρος έφτασε κει μια μέρα κι έκανε κατάληψη στην κρήνη. Τα νέα διαδόθηκαν σ’ όλο το μεγαλοχώρι μας σε μια στιγμή. Βγήκαν τελάληδες τα παιδιά εις τα στενά και το διαλαλήσαν: «Ήρθε στο χωριό ένας γέρος με φουστάνι».
Τρέξαμε όλοι από περιέργεια να τον υποδεχτούμε, να τον περιεργαστούμε. Σαν αξιοθέατο μάς φάνταζε και ναι, τα παιδιά είχαν δίκιο φορούσε φουστάνι ή μάλλον κελεμπία. Σκεφτήκαμε πως ήταν άραβας, μα γυάλιζε απ’ ασπράδα το πρόσωπό του. Ένα γαλήνιο πρόσωπο.
«Καλώς μας βρήκες γέροντα», τον καλωσορίσαμε.
«Καλώς σας βρήκα άρχοντες», ανταπάντησ’ εκείνος.
«Ποιος καλός άνεμος σ’ έφερε στα μέρη μας;»
«Ο νοτιάς. Είμαι ταξιδευτής!»
Πολύ παράξενος μας φάνηκε τούτος ο γέροντας μα δε μιλήσαμε, κι εκείνος δε φαίνονταν να θέλει κάτι άλλο να μας πει. Οι μεγαλύτεροι κινήσαμε και πάλι για τις δουλειές π’ αναβολή δεν παίρναν, μα τα παιδιά μείναν εκεί και πήραν γύρω του να τραγουδούν και να χορεύουν. Εκείνος τα ’βλεπε χαμογελαστός μα ρούπι από κει που κάθισε δεν το κουνούσε.
Το απόγιομα καθώς γυρίζαμε απ’ τις δουλειές εκεί ακόμα ήταν καθισμένος. Εμείς, νομίζαμε πως θα κάθονταν για λίγο να ξαποστάσει, και μετά πάλι θα κίναγε για τον προορισμό του. Αλλά, εκείνος δε φαίνονταν να έχει τέτοιες σκέψεις. Ακόμα κι όταν φύγαν τα παιδιά κι απόμεινε μονάχος, δεν έλεγε να σηκωθεί για αλλού πια να κινήσει.
Πήγα και τον ρώτησα αν θα έφευγε εκείνη τη βραδιά κι εκείνος μ’ απάντησε με σιγαλή φωνή: «Δεν έχω να πάω πουθενά, αφού δω μ’ έφερε ο δρόμος». Τι να του πω δεν ήξερα έτσι κίνησα για το σπιτικό μου. Μόνο του έστειλα λίγο φαΐ με το μικρό μου γιο και την παραγγελιά αν θέλει απόψε στο δικό μου φτωχικό να ξαποστάσει. Μου μήνυσε με το μικρό πως για χρόνια πολλά κρεβάτι του έχει τη γη, κουβέρτα του τον ουρανό, κι όσο για φαΐ, χάρη στην καλοσύνη μου θε να χορτάσει.
Νωρίς νωρίς τ’ άλλο πρωί, σχεδόν προτού χαράξει, κίνησα να πάω στα χωράφια για να ποτίσω. Μα, δεν άντεξα στον πειρασμό και πέρασα απ’ την κρήνη. Ο γέροντας εκεί ήταν καθιστός, και φαίνονταν να σκέφτεται και να φεγγοβολάει. «Άγγελος για δαίμονας είναι, θεέ μου, αυτός;» Τον πλησίασα και του χάρισα μια καλημέρα. Με καλημέρισε κι αυτός.
«Τι κάνεις παππού;»
«Σκέφτομαι παιδί μου!»
«Τι σκέφτεσαι;»
«Την ευτυχία!»
Δεν απόσωσε να πει μια απόκοσμη γαλήνη πλημμύρισε και πάλι το πρόσωπό του. Κίνησα για τα χωράφια. Δεν ένιωθα πως μπόραα του γέροντα εκείνου την ψυχή να τηνε διαβάσω.
Περνάει μέρα, περνούν δυο κι ο γέροντας εκεί στην κρήνη. Του έστελναν φαΐ οι χωριανοί με τα παιδιά κι αυτός τους ευχαριστούσε. Κι αν τον ρωτούσανε τι έκανε, πως σκέφτεται την ευτυχία απαντούσε.
Με τα παιδιά φίλεψε μεμιάς κι οι μεγαλύτεροι δεν τον κακοκοιτούσαν. Παράξενος πολύ ο γέροντας αλλά γιομάτος καλοσύνη, και με τον καιρό νιώθαμε πως έγινε δικός μας. Τ’ όνομά του δεν το μάθαμε ποτές κι έτσι δεν ξέραμε πως να τον αποκαλούμε. Στο τέλος τέλος έγινε «Ο γέρος που σκέφτεται», για όλο το χωριό.
Μια φορά που είχα πρόβλημα και λύση δεν μπόραα να βρω, είπα το γέροντα να ρωτήσω, κι αυτός χωρίς καλά καλά να το σκεφτεί μου είπε τι να κάνω. Στην κυρά μου πάω να το πω αλλ’ αυτή με προλαβαίνει: «Σκέφτηκ’ ο γέροντας για σε, έτσι δεν είναι;» Τ’ ομολόγησα.
Καθώς περνάει ο καιρός η φήμη του πάει και στ’ άλλα τα χωριά και συχνά πυκνά άνθρωποι περαχωρήτες έρχονται για να τον επισκεφτούνε. Όλοι τους φτάνουν σκεφτικοί αλλά με χαμόγελο γλυκό αναχωρούν στα χείλη.
Τα παιδιά που πιότερο τα αγαπά τον περιτριγυρίζουν. Που και που ξεφεύγει απ’ τις σκέψεις του, σηκώνεται μαζί τους για να παίξει και τους λέει ιστορίες. Κι αυτά π’ αυτί δεν έχουνε ν’ ακούσουν τον παπά που στο σκολειό γράμματα τους μαθαίνει, κοντά του κάθονται σιωπηλά κι υπάκουα, κι απ’ ό,τι έχει να τους πει δε χάνουν λέξη. Όταν παίρνει να πέφτει η νυχτιά τα κλείνει όλα μες στη μεγάλη του αγκαλιά και τα καληνυχτίζει. Εκείνα για τα σπίτια τους τραβούν, στους δικούς τους για να πουν μια νέα ιστορία.
Μάη μήνα ήταν που έφτασε κει ο γέροντας και πήγε Αύγουστος κι αυτός κρεβάτι ποτέ δεν είδε. Μονάχα εκεί στην κρήνη εκαθότανε, κι εσκέφτονταν την ευτυχία. Την ευτυχία που σιγά σιγά άρχισε να πλημμυρίζει το χωριό χωρίς καλά καλά κανείς μας να το καταλάβει. «Δαίμονας είναι», έλεε ο παπάς, «Άγιος» οι κυράδες, και τα παιδιά, στα πόδια του εκάθονταν κι εκειός τα εβλοούσε.
Απ’ την ήμερα που έφτασε εις το χωριό ολονών τα σπιτικά εμερέψαν. Δεν άκουγες κανένα τσακωμό, μονάχ’ όλοι με αγάπη και ομόνοια εζούσαν. Κι αν είχαν κάποιο πρόβλημα στο γέρο μεμιάς ετρέχανε για να το ελύσει. Μονάχα στο δικό του ρώτημα δε φαίνονταν να βρίσκει κάποια άκρη.
«Βρήκες την ευτυχία, γέροντα;»
«Τη σκέφτομαι, τη σκέφτομαι πολύ παιδί μου», έλεε, «δε θα μου ξεφύγει».
Όσο περνούσε ο καιρός όλο και πιο μακριά η φήμη του απλωνόταν. Πολύς ο κόσμος που έφτανε τις Κυριακές για να ιδεί «το γέροντα που σκεφτόταν», ακόμη κι απ’ τη χώρα. Αυτός ένα καλό λόγο είχε για τον καθένα τους να πει, αγάπη να χαρίσει, κι όλος ο κόσμος εμίλαε για το χωριό που ’χε ένα άγιο άνθρωπο να κάθεται στην κρήνη. Και σαν τους ρωτούσαν εκείνοι που δε γνώριζαν τι κάνει εκεί, «σκέφτεται την ευτυχία» απαντούσανε, και τα πρόσωπά τους φέγγανε σα λαμπάδα.
Κάποια Παρασκευή απόγιομα, λίγο προτού ο ήλιος δύσει, είδαμε ξάφνου το γέροντα απ’ τη θέση του ν’ αναπηδάει και χοροπηδώντας δω και κει να φωνάζει, να γελά και σαν παλικάρι νιο να τραγουδάει.
«Τι έγινε, γέροντα;», τρέξαμε όλοι να μάθουμε, απ’ όλες τις κατευθύνσεις. Αυτός δε μας απάντησε μα πήρε να χορεύει. Ώρα δεν πέρασε πολύ και παιδιά και νιοι και γέροντες μπήκαμε στον τρελό χορό του. Ένα λαγούτο κάπου ακούστηκε να μας ακομπανιάρει, κι οι γυναίκες έφεραν βαρέλια το κρασί, πιατέλες τους μεζέδες, και σμίξανε κι αυτές με μας σ’ ένα ουράνιο γλέντι. Ακόμη κι ο παπάς ξεχάστηκε και μπήκε στο χορό, ρουφώντας μαζί μας τη χαρά και την ελευθερία.
Ώρες και ώρες κράτησε το γλέντι αυτό κι απλόχερα χάρισε σ’ όλους που ’τανε εκεί την ευτυχία. Σαν κόπασε ο χαλασμός το γέροντα πλησίασα για να τονε ρωτήσω πάλι: «Τι έγινε παππού;». «Βρήκα την ευτυχία παιδί μου!». «Που τη βρήκες;». «Στη μη σκέψη!», μου απάντησε χαμογελαστός και κίνησε για τα χωράφια. Χαμογέλασα κι εγώ και πήγα να βρω τη φαμελιά μου.
Το άλλο πρωί ένας ψίθυρος διέτρεξε όλο το χωριό πως ο καλός ο γέροντας είχε πια φύγει. Αλλά, πράγμα παράξενο, κανείς δε φαίνονταν στ’ αλήθεια να λυπάται. Λες κι ένα χέρι μαγικό με μια αλλόκοτη χαρά μας είχε ντύσει.
Πέρασε, πέρασ’ ο καιρός και κάποια μέρα ήρθε στο χωριό ένας πραματευτής απ’ τη χώρα. Μας είπε πως σ’ ένα μακρινό χωριό ένας γέροντας καθόταν στην πλατεία, κάτω από ’να πλάτανο κι εσκέφτονταν την ευτυχία…

Για την Τζάκι


Πέμπτη 19 Ιουνίου 2008

Το Τέλος Μιας Ψευδαίσθησης

Είμαι παντρεμένος με μια γυναίκα που αγαπώ...
Έχω την κορούλα μου...
Η δουλειά μου είναι καλή...
Όλα μου πηγαίνουν δεξιά...
Είμαι πολύ ευτυχισμένος...
Τίποτα δε θ’ άλλαζα στη ζωή μου...


Με τα πιο πάνω λόγια παραμύθιαζε, άλλοτε, εμένα και τον εαυτό του κάποιος φίλος. Κάποιος που έλεγε πώς δε χρειαζόταν πολλά-πολλά για να ’ναι ευτυχισμένος, ο οποίος όμως, όπως τόσοι άλλοι, γνωστοί και άγνωστοι, δούλευε νύχτα μέρα για ν’ αποκτήσει περισσότερα.
Δήλωνε, επίσης, αθεράπευτα κι αιώνια ερωτευμένος με τη γυναίκα του, την πιο όμορφη στον κόσμο, την πιο καλή και συμπονετική. Χωρίς αυτήν θα ήμουν ένα τίποτα, μου έλεγε, κι εγώ χαμογελούσα. Πικρά χαμογελούσα, επειδή τον ήξερα, καλύτερα απ’ τον ίδιο του τον εαυτό. Ήξερα ότι ήταν πολύ πιο αδύναμος απ’ ό,τι έδειχνε, ήξερα ότι δεν έζησε όσα ήθελε στη ζωή του, ήξερα ότι αν δεν έμενε έγκυος εκείνη που κάποια μέρα θα γινόταν γυναίκα του, μάλλον δε θα παντρευόταν, θα εξακολουθούσε να κυνηγά τα παιδικά του όνειρα. Επίσης, έβλεπα. Έβλεπα πόσο αμήχανα ένιωθε απέναντί μου όταν μου έλεγε τα μικρά αθώα του ψέματα και πως έπαιζε το μάτι του όταν τύχαινε να περάσει απ’ το οπτικό του πεδίο μια όμορφη γυναίκα. Τα βλέμματα που έριχνε τότε δεν ήταν απλού θαυμασμού, όχι, ήταν πόθου, πόθου για τα κορμιά που η μοίρα δεν τον αξίωσε να λατρέψει. Ήμουνα σίγουρος ότι με την πρώτη ευκαιρία που θα του παρουσιαζόταν θα χάριζε στη λατρευτή του γυναικούλα ένα κέρατο νααα, σαν και την αγάπη που της είχε.
Κι η ευκαιρία αυτή, διαβάζοντας προφανώς τις δόλιες σκέψεις μου, δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή της. Τη βρήκε στο πρόσωπο μιας νέας συναδέλφου, μιας παθητικής αλλά πολύ όμορφης γυναίκας, με μακριά καστανόξανθα μαλλιά, κι ένα ζευγάρι τεράστια μάτια μελισσιά, εκφραστικά σαν αμαρτία. Αυτή ήταν ακριβώς ό,τι ζητούσε: ευγενική, υποτακτική, συνεχώς χαμογελαστή και με θητεία στη λαγνεία, και, το πιο σημαντικό, δεν ήξερε να του λέει Όχι, ποτέ. Το απόλυτο τονωτικό για την αυτοπεποίθησή του.
Δεν του πήρε και πολλή χρόνο μέχρι να την ερωτευτεί τρελά, τυφλά, με πάθος. Ήθελε να καεί από τη φλόγα του έρωτα που πυρπολούσε το μέσα του και να ξανανιώσει απ’ αυτή. Κι έτσι, πολύ σύντομα ξέχασε τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα -το ευαγγέλιό του- τα τόσο εύκολο να ειπωθούν, κι ακόμη ευκολότερο να διαψευσθούν.
Σιγά-σιγά άρχισε να απομακρύνεται από τη γυναίκα και την κόρη του. Χρησιμοποιούσε σα δικαιολογία τη δουλειά, όλα τα έκανε για κείνες έλεγε, αλλά δεν ξεγελούσε κανένα, κι όσο περνούσε ο καιρός όλο και περισσότερο χειροπόδαρα δενότανε πάνω στο λάγνο άρμα της ερωμένης. Μιας ερωμένης, όμως, που άρχισε ασυναίσθητα να καταπιέζει, να πνίγει, με την κτητικότητα και τις διάφορες παράλογες απαιτήσεις του.
Μ’ αυτά κι αυτά, κάποτε έφτασε η μέρα που η γυναίκα του θα του ζητούσε να χωρίσουν. Κι εκείνος θα δεχόταν με έκδηλη ευχαρίστηση αφού τώρα πια ήταν σίγουρος πώς είχε, όπως λέμε, δεμένο το γάιδαρό του, αλλά δεν. Καθόλου δεν τον είχε δεμένο, αφού η ερωμένη του, μη αντέχοντας πια την αλλοπρόσαλλη και πολλές φορές προσβλητική συμπεριφορά του, κάποια μέρα πολύ σύντομα, θα του έδινε τα παπούτσια στο χέρι. Όχι, ούτε κι εκείνης τελικά δεν της πήγαινε ο ρόλος της ζωντανής-νεκρής και άβουλης κούκλας, της υπάκουης και πειθαρχημένης σε κάθε απαίτηση του άντρα-αφέντη.
Όταν του ανακοίνωσε την απόφασή της να τον εγκαταλείψει, να χωρίσουν, ένιωσε τον κόσμο ξάφνου να γκρεμίζεται κάτω από τα πόδια του, όλες τις βεβαιότητές του να γίνονται σκόνη και θρύψαλα. Όχι, αυτό δεν μπορούσε να συμβεί, ποτέ, δε θα το άφηνε να συμβεί. Θα το εμπόδιζε πάση θυσία και με οποιοδήποτε τρόπο. Έτσι, άρχισε να την απειλεί πως θα τη σακατέψει ή θα τη σκοτώσει, αλλά εκείνη που ήξερε πια πολύ καλά τι δειλό ανθρωπάκι στ’ αλήθεια ήταν, δεν τον έπαιρνε στα σοβαρά. Γι’ αυτό και άλλαξε τροπάρι. Αν δεν έμενε μαζί του θα πήγαινε και θ’ αυτοκτονούσε έξω από την πόρτα της, της είπε. Αυτό ναι, θα μπορούσε να το κάνει. Ήταν σίγουρη. Τον λυπήθηκε. Έμεινε για λίγο καιρό ακόμη μαζί του, κι ας πνιγόταν πολύ.
Ωστόσο, κάποτε έφτασε, θέλοντας και μη, μέχρι το ως εδώ και μη παρέκει, ήρθε στο σημείο που δεν άντεχε άλλο. Κι έτσι, μια κρύα νύχτα του χειμώνα απλά εξερράγη, του τα είπε ένα χεράκι κι ύστερα έφυγε, αφήνοντάς τον στα κρύα του λουτρού.
Την επόμενη μέρα το πρωί τον βρήκαν νεκρό στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου έμενε εκείνη. Δίπλα του, παρατημένα στα σκαλοπάτια υπήρχαν δύο άδεια κουτιά υπνωτικών χαπιών κι ένα μισογεμάτο μπουκάλι ουίσκι. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε με δάχτυλα αδύναμα, κοκαλωμένα, ένα σημείωμα: Σου το ’πα... Και τόκανε!

Τρίτη 6 Μαΐου 2008

Το τελευταίο χάδι

Αυτή είναι μια από τις πρώτες ιστορίες που έγραψα και κάποτε αποτελούσε μέρος ενός τόσο κακογραμμένου μυθιστορήματος, που ούτε κι εγώ ο ίδιος δεν μπορούσα να διαβάσω. Την ξανάπιασα στα χέρια μου προχθές, τη δούλεψα λίγο, και ιδού το αποτέλεσμα:

Θα ’ταν λίγο πριν από το μεσημέρι όταν ένιωσε ένα χέρι να την ακουμπά τρυφερά, ανάλαφρα στην πλάτη. Άνοιξε τα μεγάλα στρογγυλά πράσινα μάτια της, για ν’ αντικρίσει το γλυκό, σα χάδι, χαμόγελο και το φλογισμένο, το ενθουσιασμένο βλέμμα της Άννας.
-Σε ζητάνε; της ανακοίνωσε, προτού καλά καλά προλάβει να βγει απ’ την αγκαλιά του Μορφέα.
- Ποιος; Δεν είναι ο γέρος, έτσι; Δεν μπορεί να είναι αυτός...
- Άντε, νίψου για να ξυπνήσεις, φτιάξε λίγο και τα χάλια σου, κι έλα να δεις, της απάντησε εκείνη μ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο.

Σε λίγο.

-Νικόλα! Έμεινε άφωνη να τον κοιτά. Δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι ήταν εκεί, μπροστά της. Θαρρούσε πώς κοιμόταν ακόμη κι έβλεπε ένα όνειρο όμορφο, απ’ το οποίο δεν ήταν πρόθυμη να ξυπνήσει.
-Όχι, το φάντασμά του, αποκρίθηκε εκείνος και της χαμογέλασε πλατιά, όπως μόνο σ’ εκείνη χαμογελούσε.
Τη στιγμιαία σιωπή που ακολούθησε, τη γλυκιά αμηχανία, ακολούθησε ένα ξέσπασμα εκδηλώσεων αγάπης, ερωτικής λατρείας. Τον τύλιξε σα μάνα με δύναμη στον κόρφο της κι άρχισε να τον φιλάει παντού, να ανιχνεύει το κορμί του, να τον χαϊδεύει, να του δίνει μικρά χαστούκια, προσπαθώντας προφανώς να το χωνέψει ότι πράγματι ήταν εκεί, μπροστά της, μαζί της, στην αγκαλιά της.
Στην Άννα, που όλη αυτή την ώρα έκανε θεληματικά και εντελώς τυχαία μάτι, εκείνα τα φιλιά φάνταζαν ατελεύτητα, αιώνια. Τόσο αθώα, τόσο, αυθόρμητα, τόσο εκρηκτικά, τόσο... της αληθινής αγάπης! Οι δυο τους, οι φίλοι της οι αγαπημένοι, λες και ήθελαν ν’ αναπληρώσουν μεμιάς όλο το χαμένο χρόνο, να εξοφλήσουν αμέσως κι άμεσα ένα γραμμάτιο με τη ζωή, που έληγε εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Λες και τα φιλιά τους, τα τόσο τρυφερά και πυρακτωμένα, ήταν η δύναμη που έκανε τη γη να γυρίζει. Έφυγε, σιγοπατώντας απ’ το δωμάτιο, αφήνοντάς τους μόνους ν’ απολαύσουν εκείνο το κομμάτι απ’ την πίτα της ευτυχίας.
Κάποτε, σαν το όνειρο και το πάθος κι ο ανεκπλήρωτος πόθος, άρχισαν να δίνουν τη θέση τους στον σκληρό κι απάνθρωπο ετούτο κόσμο, τον αληθινό, τα φιλιά αργά αλλά διστακτικά έσβησαν -σα φλόγα σε γερασμένο κερί- κι η Σοφία αναστατωμένη, σχεδόν τρομαγμένη, έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω της για να δει αν υπήρχε κάποιος άλλος στο χώρο και τους παρατηρούσε. Σα βεβαιώθηκε ότι βρισκόταν μόνη εκεί, με το πιο γλυκό κομμάτι της ζωής της, αναστέναξε με ανακούφιση και χαμογέλασε ευδαιμονικά.
Κοίταξε βαθιά μέσα στα υγρά καφέ του μάτια. Το βλέμμα της πύρινο, διεισδυτικό, φαίνονταν να τον διαπερνά πέρα ως πέρα. Και την επόμενη στιγμή βρέθηκε να τον φιλάει πάλι με πάθος, λες κι ήθελε να ρουφήξει από μέσα του ζωή, να εμπλουτίσει τη δική της απ’ την κλεμμένη του ανάσα. Πήρε να διασχίζει σαν κύμα ημερεμένο, με τ’ απαλά, φτιαγμένα λες από βελούδο δάχτυλά της, τα μακριά του τα μαλλιά. Έμοιαζε ολόκληρη να λάμπει από χαρά, από μια απερίγραπτη ευτυχία. Τελικά, τον ρώτησε:
-Νικόλα, τι γυρεύεις εδώ;
-Κατάφερα να πάρω την άδειά μου πιο νωρίς απ’ ό,τι υπολόγιζα, έτσι πήρα το πρώτο αεροπλάνο και ήρθα να σε βρω, μικρή μου ξελογιάστρα. Καλά δεν έκανα; Θα είμαστε μαζί για δυο βδομάδες, κυρά διανοούμενη, γι’ αυτό ξέχνα τα βιβλία σου.
-Αμάν! Πάνω που ετοιμαζόμασταν να φύγουμε με την Άννα για κρουαζιέρα...
Άκουσε τα λόγια της και τρόμαξε κι η ίδια. Άλλα σκεφτόταν, άλλα ήθελε να πει, και άλλα βγήκαν απ’ τα χείλη της. Δάγκωσε τη γλώσσα της. Τα είχε χαμένα.
-Δεν έρχεσαι κι εσύ; τον ρώτησε σχεδόν αμέσως, δειλά-δειλά, προσπαθώντας με κάποιο τρόπο να τα μπαλώσει.
-Μην ανησυχείς, κουτό. Ούτε εγώ θα πάω, αλλά ούτε κι εσύ. Η Άννα μου είπε πριν από λίγο ότι θέση δεν υπάρχει ούτε για δείγμα. Οπότε, όπως καταλαβαίνεις, μωρό μου, ούτε γάτα ούτε ζημιά. Για μας, δηλαδή.
-Υπέροχα, κραύγασε και το πρόσωπό της φωτίστηκε μ’ ικανοποίηση. Υπέροχα!
-Άντε, φύγαμε.
-Για που;
-Από πότε άρχισε να σ’ ενδιαφέρει εσένα το πού;

Ξεχνώντας να πουν ένα τυπικό έστω αντίο στην Άννα, που τους είδε να περνούν σα σίφουνας από μπροστά της και να χάνονται, βγήκαν από το πολύ μικρό και αποπνικτικό διαμέρισμα για να περιφέρουν τον έρωτά τους κάτω απ’ τη μαγική ευλογία του νέφους. Μέσα στην τόση χαρά και την ανεμπόδιστη βιασύνη τους, κατέβηκαν με τα πόδια τους οκτώ ορόφους της πολυκατοικίας, κι έστειλαν φιλιά στο θυρωρό, που δεν ήταν εκεί.
Ο ήλιος έλαμπε εκτυφλωτικά στον ταλαίπωρο αττικό ουρανό. Τα σύννεφα θα ’ταν ακόμη σε διακοπές, απ’ ό,τι μπορούσαν τουλάχιστον να διακρίνουν μέσα από τις λιγοστές χαραμάδες στη φύση, που άφηνε σε πείσμα των καιρών να υπάρχουν, ο πολυώροφος πολιτισμός μας. Η κίνηση στους δρόμους αραιή. Για τους δυο τους ουσιαστικά ανύπαρκτη. Ας είναι πάντα καλά ο Αύγουστος, ο αποδεκατιστής της Αθήνας.
Κινούνταν σα μέσα σε κάποιο όνειρο οι δυο τους. Άλλοτε περπατούσαν αγκαλιασμένοι, σαν ένα, φιλιόντουσαν, γελούσαν με την καρδιά τους όλη, μιλούσαν για το χθες, για το χαρούμενο αύριο, γι’ αυτά που έχασαν και για τα σχέδιά τους, τα όνειρά τους, όπως τώρα ξεδιπλώνονταν μπροστά τους, αυτά που θα κυνηγούσαν. Κι άλλοτε, κρατούσε ο ένας το χέρι του άλλου κι έτρεχαν, αφηνιασμένα, νιώθοντας λεύτεροι σαν τα πουλιά, έξω απ’ το χώρο, έξω απ’ το χρόνο. Ο κόσμος όλος εκείνες τις στιγμές τους ανήκε, κι ήταν ένας κόσμος φανταστικός, εξωπραγματικός, ένας κόσμος όπου τα πιο τρελά τους όνειρα, και οι ψευδαισθήσεις τους ακόμη, θα μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα. Είχαν ταυτιστεί τόσο πολύ η Σοφία κι ο Νικόλας, που χωρίς καμία υπερβολή θα μπορούσε να πει κανείς ότι, αν κάποτε πέθαινε ο ένας, θα χάνονταν και των δύο οι σκιές απ’ τη γη.
Λόγο το λόγο, βήμα το βήμα, φιλί το φιλί, έφτασαν στο από παλιά τουριστοκρατούμενο Μοναστηράκι, του... How Nice! Πέρασαν βιαστικά μπροστά από κάποιους, που ποτέ τους δεν πουλήσανε κάτι με το ζόρι σε κανένα, μέσα από ένα πλήθος τουριστών που έψαχνε για bargains -Δεν ήξεραν. Δε ρώταγαν;- και συνέχισαν γραμμή για το Θησείο. Λίγα μέτρα πιο κάτω απ’ την πασίγνωστη πια Πλατεία Αβησσυνίας, μπήκαν σ’ ένα μικρό -σαν παραφωνία στον ωκεανό της αγοράς- μαγαζί, κι αγόρασαν από ένα μαύρο λογοκάπηλο μπλουζάκι, που έγραφε: Δε φοβάμαι τίποτα. Δεν ελπίζω τίποτα. Είμαι λέφτερος. Τα φόρεσαν αμέσως, έτσι για να μοιάζουν σα δυο σταγόνες νερό, μέσα στην κοσμοπλημμύρα.
Φθάνοντας στο Θησείο αποφάσισαν ν’ ανηφορίσουν για τη νεφοφαγωμένη Ακρόπολη, για ν’ απολαύσουν, αν είναι ποτέ αυτό δυνατόν στην Αθήνα, μια μεγάλη φέτα ουρανό. Ένα σμήνος φωτογραφικών μηχανών, που συνόδευε ένα σχεδόν ισάριθμο στίφος καταϊδρωμένων τουριστών, ακολουθούσε την ίδια μ’ εκείνους -εξοντωτική κάτω από τον καυτό ήλιο- διαδρομή, απαθανατίζοντας τ’ αρχαία, μην τύχει και την κοπανήσουν κι αυτά για κανένα βρετανικό μουσείο. Μικρά μπουκάλια νερό, αγορασμένα στην τιμή δύο λίτρων αμόλυβδης ή και σούπερ βενζίνης, άλλαζαν χέρια.
Κουρασμένοι, ιδρωμένοι και χαρούμενοι, κάθισαν για λίγα λεπτά πάνω απ’ την Αρχαία Αγορά. Δυο σώματα σε μια καρδιά, που εκείνη την ώρα χτυπούσε σαν τρελή. Λευκά περιστέρια της ζωής, του έρωτα και της αθωότητας, έφερναν σκιρτήματα ευτυχίας, φτερουγίζοντας στο κελάρι εκείνης της καρδιάς. Ωστόσο, παρ’ όλα τα φαινόμενα, μια μαύρη σκιά έμοιαζε να τους σκεπάζει, και μόνος ο ένας απ’ αυτούς μπορούσε να τη δει.
Σε λίγο, σηκώθηκαν από χάμω, τίναξαν τη σκόνη απ’ τα ρούχα τους στον αραιό βρώμικο αγέρα, και κατηφόρισαν για το Μοναστηράκι και πάλι, ακολουθώντας τις χαμογελαστές ορδές των δαιμόνιων φωτογράφων. Τώρα, περπατούσαν αργά, σιγοπατώντας, καθόλου δε βιάζονταν. Γιατί να βιαστούν άλλωστε; Μπορούσαν ν’ απολαύσουν τη στιγμή!
Πήραν την Αθηνάς με κατεύθυνση το κέντρο. Ναι, εκείνο το κέντρο που στα παλιά τα χρόνια, τα καλά, φιλοξενούσε ένα σιντριβάνι. Ξαφνικά, απότομα, απροειδοποίητα, η Σοφία σταμάτησε στη μέση ενός πεζοδρομίου που έζεχνε, διακόπτοντας άτσαλα το αργόσυρτο αγκαλιαστό τους βήμα.
-Αποφάσισα να κόψω τα μαλλιά μου, εδώ και τώρα, του ανακοίνωσε. Μια και η ζωή μου πρόκειται ν’ αλλάξει πολύ σύντομα οριστικά, σκέφτηκα ν’ αλλάξω λίγο και την εικόνα. Αν και είναι πολύ νωρίς για να λέω τέτοια... Δίστασε... Έτσι δεν είναι; Τα μάτια της φάνηκε για μια στιγμή να σκιάζει ένα νεφικό αμφιβολίας.
-Κάνε ό,τι θες και όπως το θες, της απάντησε εκείνος, κι η Σοφία, δίχως να περιμένει στιγμή, τον τράβηξε μαζί της στο πρώτο κομμωτήριο που βρέθηκε στο δρόμο τους.
Όταν βγήκαν έξω έμοιαζε με κάποια άλλη. Είχε μεταμορφωθεί. Τα μαλλιά της κοντά, αγορίστικά κουρεμένα, της έδιναν μια νέα υπόσταση.
Πήραν τον υπόγειο απ’ τον εκτρωματικό, τότε, σταθμό της Ομόνοιας. Όρθιοι και σφικτά αγκαλιασμένοι, έμοιαζαν να αγνοούν εντελώς τους γύρω τους, που δεν ήταν δα και πολλοί. Περισσότεροι ήταν οι ζήτουλες απ’ τους επιβάτες, και κανείς απ’ αυτούς δεν είχε θέση στον κόσμο τους, τον αγγελικά -από έκπτωτους ίσως- πλασμένο.
Ήταν αργά το απόγευμα όταν έφθασαν στο διαμέρισμα της Άννας. Ήταν νηστικοί, αλλά όχι πεινασμένοι. Ήταν κουρασμένοι, αλλά όχι εξαντλημένοι. Ένιωθαν ζωντανοί, πιο ζωντανοί από ποτέ, αναγεννημένοι, μέσα από το θαύμα της αγάπης.
Η Άννα ήταν άφαντη, το ίδιο και οι δικοί της, κι έτσι είχαν ολόκληρο το διαμέρισμα για πάρτη τους, όπως ακριβώς είχαν κι οι δυο βαθιά μέσα τους ευχηθεί, χωρίς ωστόσο κανένας από δαύτους να το ομολογήσει. Πήγαν κατ’ ευθείαν στο υπνοδωμάτιο που φιλοξενούσε τη Σοφία, το οποίο φάνταζε στα ερωτευμένα τους μάτια σαν τη ζεστή φωλιά των χαμένων τους καημών.
Αγκαλιασμένοι με ορμή στο ημίφως, που διείσδυε πεισματικά μέσα απ’ τα κλειστά παραθυρόφυλλα, άρχισαν να χορεύουν σαν ένα, στους ήχους μιας παλιάς μελαγχολικής μπαλάντας. Η μουσική κινούσε σα μαριονέτες τα φλεγόμενα κορμιά τους, σε ρυθμούς μαγικούς, ερωτικούς, υπνωτικούς. Τα πεταχτά φιλιά και τ’ ανάλαφρα χάδια, άρχισαν ν’ αποκτούν σιγά σιγά όλο και περισσότερο πάθος. Ανάσες καυτές, σαν ψίθυροι, σαν υποσχέσεις, μεγάλωναν τον πόθο. Τα αναψοκοκκινισμένα τους πρόσωπα έμοιαζε να φωτίζει μια αγκαλιά ηλιοβασίλεμα και δε μιλούσαν.
Η μουσική κάποτε σταμάτησε και ο μόνος ήχος που ακουγόταν, σα γλυκιά παραφωνία να σπάει τη σιωπή, ήταν αυτός απ’ τις ανάσες τους. Σώπαιναν. Σώπαιναν και με προσοχή αφουγκράζονταν τη λαχτάρα της ψυχής, ένιωθαν τη μεγάλη φωτιά να τους πυρπολεί τα κορμιά. Ξάπλωσαν αγκαλιασμένοι. Η ένωσή τους θα έφτανε επιτέλους στον προορισμό της, στην ολοκλήρωσή της. Τόσο, μα τόσο ξαφνικά. Τόσο αναπάντεχα!
Στην αρχή ένιωσε ένα ρίγος και μετά ένα απροσδιόριστο φόβο να την κυριεύει, η Σοφία. Δεν άργησε, ωστόσο, να του παραδοθεί, να του ομολογήσει μ’ ένα παλλόμενο σώμα τον έρωτα, την πίστη της σ’ αυτόν. Άλλωστε, όλα εκείνα τ’ ατέλειωτα βράδια της μοναξιάς της αυτό σκεφτόταν, αυτό περίμενε, αυτό ονειρευόταν. Και να, όπως και τώρα, δάκρυα ευτυχίας γέμιζαν τα μάτια της, πλημμύριζαν την ύπαρξή της όλη. Το μόνο που τούτα δω ήταν πιο γλυκά, απερίγραπτα, μια αποκάλυψη για κείνη.
Αφέθηκε, λοιπόν, στα χάδια του, στα πιο γνωστικά απ’ τα δικά της φιλιά του, στην πρωτόγνωρη δίνη του πόθου. Εκείνο το κάτι, που πάντα βαθιά μέσα της πολύ φοβόταν, τώρα της φάνταζε σαν κάτι εντελώς φυσιολογικό, σαν την αναμενόμενη κατάληξη, σαν την αποκορύφωση του έρωτά της. Ένιωθε με όλες της τις αισθήσεις όλη την αγάπη και την απέραντη τρυφερότητα, που εξέπεμπε της ζωής της ο σύντροφος, ο ένας και μοναδικός. Η φλόγα του πόθου, το πάθος του έρωτα, έκαιγε σαν πύρινη φλόγα τα κορμιά τους, καθώς γίνονταν ένα. Το μέγα μυστήριο λύθηκε, επιτέλους, γι’ αυτήν και το μόνο που αισθανόταν πια ήταν χαρά. Χαρά και ανακούφιση.
Παρέμειναν για πολλή ώρα στο κρεβάτι, ξαναμμένοι, γυμνοί κι αγκαλιασμένοι. Στο βλέμμα της Σοφίας ήταν ζωγραφισμένη η γαλήνη και μια ονειρική ευτυχία. Κοιτούσε το ταβάνι με μάτια που πέταγαν φωτιές και χαμογελούσε. Τα έκλεινε, τα ξανάνοιγε, έβλεπε τον Νικόλα κι απογειωνότανε σε άγνωστους ως τότε ουρανούς ευδαιμονίας, μόνο και μόνο επειδή εκείνος ήταν εκεί, μαζί της. Επειδή της ανήκε. Επειδή της χαρίστηκε. Σα δώρο θεϊκό. Σαν ανταμοιβή μετά από μια αιωνιότητα μοναξιάς.
Σηκώθηκε πρώτος απ’ το κρεβάτι, αμίλητος. Μπήκε στο μπάνιο για μερικά λεπτά και σα βγήκε αργότερα της είπε:
-Κορίτσι μου, θα πεταχτώ μια στιγμούλα μέχρι το περίπτερο για να πάρω τσιγάρα και θα επιστρέψω. Μη μου φύγεις. Εντάξει, αγαπούλα;
Δεν του απάντησε. Μονάχα παρέμεινε μ’ ένα χαμόγελο, ζωγραφισμένο ακόμη στο γαληνεμένο της πρόσωπο να τον κοιτάει. Την πλησίασε, τη φίλησε στο μέτωπο, στα χείλη, της χάιδεψε τα μαλλιά. Έμοιαζε με το στερνό, το τελευταίο, εκείνο το χάδι.
Ύστερα από δυο λεπτά σηκώθηκε κι εκείνη απ’ το κρεβάτι. Πήγε στο παράθυρο και το άνοιξε. Τον είδε να βγαίνει απ’ το κτήριο και ν’ απομακρύνεται. Κάποια στιγμή της φάνηκε ότι γύρισε το κεφάλι του προς τα πίσω και την κοίταξε λυπημένα. Αλλά, μάλλον η ιδέα της ήταν. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε, να διακρίνει το βλέμμα του από τόσο μεγάλη απόσταση; Απομακρύνθηκε απ’ το παράθυρο. Πήγε και πάλι στο κρεβάτι. Εκεί, στα λευκά σεντόνια, μπορούσε να διακρίνει καθαρά την αιμάτινη απόδειξη ότι ήταν γυναίκα. Ξάπλωσε. Έκλεισε τα μάτια.