Τρίτη 31 Μαΐου 2016
Η ιστορία μιας ιστορίας
Πέμπτη 1 Απριλίου 2010
Αναζητώντας τη χαμένη άνοιξη
«Γιατί είναι όλοι τόσο λυπημένοι αυτές τις μέρες;» αναρωτιέται η Ελπίδα. Γιατί; Μα δε ρωτά, αφού ξέρει την απάντηση. Αφού και πέρυσι και πρόπερσι το ίδιο πράγμα συνέβαινε: όλοι ήταν λυπημένοι. Όλοι οι μεγάλοι. Όχι τα παιδιά. Τα παιδιά ήταν χαρούμενα. Επειδή πλησίαζε το Πάσχα κι αυτά είχαν διακοπές. Αλλά…«Το Πάσχα δεν είναι όπως παλιά…» γκρίνιαζε η γιαγιά της, Ελπίδα με τ’ όνομα κι αυτή. Κάθε χρόνο γκρίνιαζε. Και κάθε χρόνο η μικρή Ελπίδα τη ρωτούσε το γιατί. Αλλά όχι φέτος. Αφού ήξερε. Το Πάσχα δεν είναι πια όπως παλιά επειδή χάθηκε η άνοιξη και μαζί της χάθηκε και η γοητεία του Επιτάφιου.
«Τα παλιά χρόνια, κόρη μου, έμπαινες στην εκκλησιά και μοσχοβολούσε ο τόπος, χαιρόταν η ψυχή σου. Τώρα πας και μαραίνεται η καρδιά σου. Τα λουλούδια έχασαν τη μυρωδιά τους, την κάσα του Χριστούλη μας τη ραντίζουν με χημικά, αντί με την ομορφιά της φύσης. Δες τα χωράφια μας. Ξέραναν. Όλα πια τα φτιάχνουν στα εργοστάσια. Κανείς δε νοιάζεται…»
Έκλαιγε η γιαγιά, και μαζί της έκλαιγε και η Ελπίδα, κι ας μην καταλάβαινε καλά-καλά το γιατί. Αυτή πάντα έτσι τα θυμότανε τα χωράφια, ξερά. Τα δέντρα πορτοκαλοκίτρινα. Τον ουρανό γκρίζο. Αλλά λουλούδια υπήρχαν. Αφού τα έβλεπε παντού. Στα μαγαζιά, στα εστιατόρια, στους βοτανικούς κήπους, που τα έκρυβαν κάτω από το θόλο τους. Το μόνο που δε μύριζαν. Όμως, τι σημασία έχει αυτό; Αφού ποτέ δε μύριζαν. Αν μύριζαν θα… Θα ήταν πιο ωραία άραγε; Ίσως! Για να το λέει η γιαγιά.
Ουφ, σκέφτεται, και πάλι ουφ. Δεν μπορεί να βλέπει την αγαπημένη της γιαγιά να είναι τόσο λυπημένη. Καλά, κι ο παππούς είναι λυπημένος, αλλά αυτός προσπαθεί να μη το δείχνει, κι ας το καταλαβαίνει αυτή. Όλα τα καταλαβαίνει αυτή. Είναι έξυπνη. Και διαβάζει, ή μάλλον ακούει και βλέπει. Ακούει και βλέπει βιβλία. Παλιά τα διάβαζαν, τα πολύ παλιά χρόνια, όπως έμαθε στο σχολείο, αλλά τώρα όλα πια τα παρακολουθούν. Τα παρατηρούν και μαθαίνουν. Και ναι, ο κόσμος τον καιρό που ήταν νέα η γιαγιά έδειχνε πιο ωραίος. Αλλά πρέπει να ήταν βαρετός. Βα-ρε-τόόόός. Αφού… Αφού… Πώς όμως ήταν, λένε, πιο ευτυχισμένοι; Πώς ζούσαν χωρίς τα ρομποτάκια που τους βοηθάνε όλους με τις δουλειές στην πόλη και τις αυτόματες νταντάδες, που ξέρουν και τα κάνουν όλα; Παράξενο!
«Μη σκοτίζεσαι μ’ αυτά που λέει η γιαγιά σου, κόρη μου», της λέει ο παππούς και στρίβει το μουστάκι του χαμογελώντας. Πάντα χαμογελά αυτός, όταν τον βλέπει. Γιατί άμα δεν τον βλέπει, κι αυτός λυπημένος είναι. Άμα νομίζει πώς δεν τον βλέπει. Τότε τα μάτια του γυαλίζουν και αρχίζουν να τρέχουν.
Πρέπει να κάνει κάτι. Δεν μπορεί να τους βλέπει τόσο λυπημένους. Τους αγαπά πολύ-πολύ. Ίσως πιο πολύ κι από τη μαμά και τον μπαμπά, αφού αυτούς δεν τους βλέπει και τόσο συχνά. Όλο δουλεύουν και δουλεύουν. Και την αφήνουν μόνη με την επαναφορτιζόμενη νταντά.
«Τι είναι η άνοιξη;» ρωτά τον παππού.
«Η άνοιξη, κόρη μου. Αχ, η άνοιξη…». Σιωπά για λίγο. Σα να προσπαθεί να θυμηθεί πώς ήταν, και θυμάται. «Η άνοιξη ήταν η πιο ωραία εποχή του χρόνου. Τότε γεμίζαν τα χωράφια, οι αγροί, κι οι γλάστρες με λουλούδια. Πρασίνιζε όλη η φύση. Έρχονταν τα χελιδόνια και έκτιζαν τις φωλιές τους στα σπίτια μας. Έβγαινες μια βόλτα το πρωί ή το δειλινό, χαιρόσουν τη δροσιά και νόμιζες ότι ήσουν στον παράδεισο. Τόσο όμορφα ήταν όλα. Και το Πάσχα, όταν μάζευαν τα κορίτσια τα λουλούδια και στόλιζαν τον Επιτάφιο, τότε ήταν σαν να γίνονταν η Δευτέρα Παρουσία. Λες κι ο Χριστός κατέβαινε στη γη, έστω και για λίγο, για να τη χαρεί μαζί μας. Χάθηκε η άνοιξη, χάθηκαν όλα…» Χαμογέλασε λυπημένα. «Αλλά κι οι άλλες εποχές όμορφες ήταν. Το καλοκαίρι μας τραγουδούσαν τα τζιτζίκια, τρώγαμε φρέσκα φρούτα, είχαμε για λίγο καιρό αναπαμό απ’ τις δουλειές. Και το φθινόπωρο, φυσούσε το αεράκι, άλλαζε ο καιρός και φορεσιά τα δέντρα. Το χειμώνα έβρεχε παντού και στα βουνά έριχνε χιόνι. Ενώ τώρα…».
Ενώ τώρα όλα μοιάζουν ίδια. Πάντα ο ίδιος κιτρινιάρης ουρανός, ο ντυμένος με τη σκόνη, καθόλου βροχή, ιδέα από χιόνι, τα δέντρα ξερά και τα λουλούδια σαν πλαστικά, σκέφτεται η Ελπίδα μα δεν το λέει. Ωστόσο ρωτάει: «Δηλαδή όλες οι εποχές ήταν ωραίες;»
«Ναι, κόρη μου, μα σαν την άνοιξη άλλη καμιά…»
Πρέπει να τη βρει. Οπωσδήποτε. Αν μη τι άλλο για να δει πως μοιάζει. Αλλά πού να τη ψάξει; Μάλλον κανείς δεν ξέρει. Αν ήξεραν θα πήγαιναν να τη βρουν. Δε θα πήγαιναν; Θα πήγαιναν. Εκτός κι αν δεν μπορούνε. Επειδή γέρασαν. Ναι. Ναι, γι’ αυτό! Θα ρωτήσει τον παππού κι αυτός θα της πει. Και αύριο πρωί-πρωί θα πάει να τη βρει. Μεγάλη Πέμπτη αύριο. Αν τα καταφέρει μόλις και θα προλάβουν να στολίσουν τον επιτάφιο, και όπως λέει κι η γιαγιά, η εκκλησιά θα μοσχομυρίζει.
«Πού είναι η άνοιξη, παππού;» ρωτά σοβαρά και με μια λάμψη στο βλέμμα.
«Δεν ξέρω πια. Πάνε χρόνια πολλά απ’ την τελευταία φορά που την είδα. Αλλά είμαι σίγουρος ότι ξέρεις εσύ. Εμένα είδανε πολλά τα μάτια μου, γέμισαν σκιές, μα τα δικά σου λάμπουν. Αν τα κλείσεις για καμπόση ώρα σίγουρα θα μπορέσεις να τη δεις».
Τι να κάνει λοιπόν η Ελπίδα μας; Κάθισε και έκλεισε τα μάτια. Και περίμενε. Και περίμενε κι άλλο. Και περίμενε για λίγο ακόμη. Μα η κυρά άνοιξη δεν έλεγε να φανεί. Βαρέθηκε. Μα πείσμωσε. «Θα σε δω», ψιθύριζε ξανά και ξανά στον εαυτό της, «θα σε δω άγνωστη δεσποινίδα». Της άρεσε αυτή η λέξη: δε-σποι-νί-δα, αφού της θύμιζε μια νέα όμορφη γυναίκα, να σαν κι εκείνη, αλλά όχι μόνο δέκα χρονών, πιο μεγάλη. Ίσως δεκαπέντε. Απ’ ό,τι φαίνεται όμως η δεσποινίδα δεν ήθελε να τη δει κανείς, κι έτσι δεν της φανερώθηκε.
Ήταν πολύ λυπημένη εκείνη τη νύχτα. Πιο λυπημένη κι απ’ τη γιαγιά. Της μιλούσαν και δεν απαντούσε. Της έβαζαν φαγητό στο πιάτο και δεν έτρωγε. Της χάιδευαν τα μαλλιά και δε χαιρόταν. Προσπαθούσαν να της πουν παραμύθια, ιστορίες απ’ τα παλιά, μα έκλεινε τ’ αυτιά. Τελικά της είπαν να πάει για ύπνο και υπάκουσε.
Ανέβηκε στο δωμάτιό της, που έμοιαζε με σοφίτα, άνοιξε διάπλατα το παράθυρο, φόρεσε τις πολύχρωμες πιτζάμες της και ξάπλωσε στο κρεβάτι, κοιτώντας με μάτια ορθάνοικτα την κουβέρτα του ουρανού, την οποία ποτέ της δεν είδε να στολίζουν τ’ άστρα. Μονάχα ένα χλωμό φεγγάρι, με πόρους από σκόνη, έκανε εκεί πού και πού την εμφάνισή του.
Τίποτα δεν είναι όμορφο, σκεφτόταν η Ελπίδα. Μόνο οι πιτζάμες μου έχουν χρώματα. Τίποτα άλλο.
Ξάφνου άκουσε ένα θόρυβο κι ανασηκώθηκε λίγο απ’ το κρεβάτι. Τι να δει; Μια γάτα! Τίποτα ασυνήθιστό δηλαδή. Και όμως. Αυτή η γάτα δεν έμοιαζε με άλλη καμία. Όλες τώρα πια ήταν άσπρες ή μαύρες. Ενώ αυτή… Ενώ αυτή, ήταν ντυμένη με όλα τα χρώματα της πιτζάμας της. Με όλα. Θα μιλούσαμε για τα χρώματα του ουράνιου τόξου, αλλά, βλέπετε, εκείνη δεν είχε δει ποτέ κάποιο στη μικρή ζωή της.
Ταράχτηκε το κορίτσι, αλλά όχι πολύ. Μίλησε στη γάτα.
«Έλα εδώ», την παρακάλεσε, κι αυτή υπάκουσε. Βρέθηκε μ’ ένα πήδο στο κρεβάτι, κι έτσι, απρόσκλητη, πήγε και χώθηκε στην αγκαλιά της. Μα τι ωραία που ήταν! Μα πόσο τρυφερά την ένιωθε! Μα τι όμορφα που μύριζε! Σαν την άνοιξη. Ναι, σαν την άνοιξη, κι ας μην την είχε μυρίσει ποτέ της.
Τα μάτια της σιγά-σιγά άρχισαν να κουράζονται, να μισοκλείνουν, να ανοίγουν ξαφνικά και να κλείνουν και πάλι, καθώς προσευχόταν: «Θεούλη μου, στείλε μου την άνοιξη… Στείλε μου την άνοιξη…». Αποκοιμήθηκε. Κι έμοιαζε σα μια ζωγραφιά. Με τις πιτζαμούλες της, με τα μελένια της μαλλιά να φωτίζουν το πρόσωπο, μ’ εκείνο το χαμόγελο που της χάρισε η γάτα σταθερά ζωγραφισμένο στα χείλη, με το δωμάτιό της και το ανοιχτό παράθυρο, που θύμιζε εικόνα ενός παλιού παραμυθιού.
Έτσι τη βρήκε όταν την επισκέφθηκε η άνοιξη στο όνειρό της. Και τι παράξενο όνειρο ήταν αυτό! Έβλεπε λέει τον εαυτό της να κοιμάται, και την άνοιξη να στέκεται από πάνω της και να την παρατηρεί. Κι ύστερα να κάθεται δίπλα της στο κρεβάτι και να της χαϊδεύει τα μαλλιά σκεφτική. Ναι, σκεφτική. Σκεφτόταν και χαμογελούσε.
«Τι σκέφτεσαι κυρά άνοιξη;» ήθελε να τη ρωτήσει, αλλά δεν έβγαινε η φωνή της. Ίσως να έμεινε άφωνη από την ομορφιά της, αφού ακριβώς όπως την περίμενε ήταν: όμορφη νέα γυναίκα, με μαύρα μακριά κυματιστά μαλλιά, πράσινα μάτια κι ένα γαλανό φουστάνι που έμοιαζε υφασμένο από τους αγγέλους, τόσο ωραίο ήταν.
Πόση ώρα κράτησε το όνειρο, κανείς δεν μπορεί στα σίγουρα να πει, αφού μόνο η άνοιξη θα μπορούσε να κρατήσει χρόνο. Στο τέλος του όμως, η Ελπίδα την είδε να σκύβει στο αυτί της και να της ψιθυρίζει κάτι. Τι όμως; Τι; Μόλις της το είπε, το ξέχασε. Δεν πρόλαβε καν να ξυπνήσει και να το γράψει. Δεν μπόρεσε να ξυπνήσει. Ουφ και πάλι ουφ.
Ύστερα από λίγη ή πολλή ώρα -ποιος ξέρει;- ένιωσε κάτι να αναδεύεται στα πόδια της και ξύπνησε. Ήταν η γάτα. Χαμογέλασε. Τουλάχιστον αυτή δεν ήταν όνειρο, σκέφτηκε με ικανοποίηση. Και μετά τρόμαξε. Τρόμαξε αφού η γάτα της μίλησε.
«Μην ξεχάσεις τα λόγια της άνοιξης», της είπε και πήδηξε κάτω απ’ το κρεβάτι κι έξω απ’ το παράθυρο και χάθηκε. Πετάχτηκε απ’ τα στρώματα το κορίτσι κι έτρεξε να την προλάβει, αλλά ήταν πια πολύ αργά. Κοιτάζοντας τον ουρανό διέκρινε στην άκρη του ορίζοντα τα πρώτα σημάδια μιας καινούριας γκρίζας μέρας. Και τότε θυμήθηκε. Θυμήθηκε τα λόγια της άνοιξης. Και κάθισε αμέσως και τα έγραψε. Κι ύστερα ντύθηκε στο άψε σβήσε, πήρε κάτι από ένα κουτάκι, κατέβηκε κάτω, κρυφοκοίταξε στην κάμαρα του παππού και της γιαγιάς, που έμοιαζαν να κοιμούνται βαθιά, και βγήκε αθόρυβα έξω. Και άρχισε να τρέχει.
Όλο έτρεχε, και έτρεχε, και έτρεχε η Ελπίδα, χωρίς σταματημό. Έπρεπε να πάει εκεί που της είπε η άνοιξη, έπρεπε να προσφέρει το μικρό της, μα υπερπολύτιμο δώρο, θυσία στο βωμό της αιώνιας ομορφιάς. Πού και πού ένιωθε την ανάσα της να κόβεται, τα πόδια της να κουράζονται, μα δεν το έβαζε κάτω. Είχε μια αποστολή αυτή. Ήταν η Ελπίδα κι έπρεπε να φέρει στον κόσμο ελπίδα. Αν δεν τα κατάφερνε ποιος ξέρει πότε θα δινόταν και πάλι σε κάποιον η ευκαιρία να το κάνει αυτό; Όχι, έπρεπε να τα καταφέρει. Το χρωστούσε στη γιαγιά και στον παππού, το χρωστούσε στην άνοιξη.
Ο ίδιος νωχελικός ήλιος, ο μόνιμος σωτήρας και δυνάστης της κάθε μέρας, είχε αρχίσει σιγά-σιγά να ξεπροβάλλει πάνω απ’ το βουνό, όταν ξέπνοη σχεδόν έφτασε στη μαγική πηγή, την οποία της είχε υποδείξει η μεγάλη κυρά. Σωριάστηκε στο χώμα δίπλα της, έβγαλε απ’ την τσέπη το κουτάκι που είχε πάρει απ’ το σπίτι, και από κει μέσα, το σταυρουδάκι που της χάρισε όταν ήταν πολύ μικρή η γιαγιά: το πιο πολύτιμο απόκτημά της.
Το βούτηξε τρεις φορές στο γλυφό νερό και το έβγαλε ξανά επαναλαμβάνοντας αυτά τα λόγια: «Για σένα Χριστούλη μου, για τον Επιτάφιό σου. Για σένα κυρά άνοιξη, για τη ζωή που μας χαρίζεις». Στο τέλος το άφησε να γλιστρήσει απ’ τα χέρια της και να χαθεί στα βάθη της μικρής πηγής. Λίγο λυπήθηκε που το έχασε, αλλά πιο πολύ χάρηκε, αφού κράτησε την υπόσχεσή της. Και αν και είχε πολλή δουλειά ακόμη μπροστά της, ήταν σίγουρη ότι τώρα πια όλα θα πήγαιναν μια χαρά.
Σηκώθηκε από χάμω και δίχως να σταματήσει στιγμή για να καθαρίσει τις ακαθαρσίες απ’ τα ρούχα της, άρχισε να τρέχει. Έτρεχε σαν τρελή, σαν κυνηγημένη, ακόμη πιο γρήγορα κι από πριν, αφού ο χρόνος γοργοκυλούσε, κι αυτή είχε να κάνει κάτι ακόμη προτού ο κόσμος ξυπνήσει.
Μπήκε φουριόζα στο σπίτι, ανέβηκε δυο-δυο τα σκαλιά για το δωμάτιό της και κάθισε μπροστά στον υπολογιστή. Τα δάχτυλά της άρχισαν να χορεύουν στα πλήκτρα. Έμπαινε σε όλες τις σελίδες στο ίντερνετ, όπου προλάβαινε, όπου μπορούσε και μετέφερε τα χαρμόσυνα νέα: «Η άνοιξη σήμερα επιστρέφει», έγραφε, «μαζί και οι άλλες εποχές. Αν δεν σταματήσουμε να κάνουμε ξανά τα ίδια και τα ίδια, να καταστρέφουμε τη φύση, θα φύγουν και πάλι, μα αυτή τη φορά για τα καλά».
Σύντομα άρχισαν να καταφθάνουν μηνύματα από παντού. Πλημμύρισε ο ιστός. Άλλοι την κορόιδευαν, ενώ άλλοι, πιο αισιόδοξοι, και με μεγαλύτερη καρδιά την πίστευαν κι αναμετέδιδαν αυτά που έγραφε.
Μέχρι που να φτάσει το μεσημέρι όλος ο κόσμος πια μιλούσε για το παράξενο εκείνο μήνυμα που τάραξε τα νερά της αιώνιας απάθειας των ανθρώπων, χαρίζοντας αλλού εκνευρισμό κι αλλού ελπίδα. Μέχρι που να φτάσει το μεσημέρι, ο μόνιμα γκρίζος ουρανός άρχισε να πλημμυρίζει με σύννεφα και η σχεδόν παντοτινά ψηλή θερμοκρασία να πέφτει. Ο ήλιος κρύφτηκε. Τους ουρανούς άρχισαν να ξεσκίζουν οι αστραπές και να δονούν οι βροντές. Και λίγο μετά το μεσημέρι άρχισε να βρέχει.
Ήταν μια βροχή απαλή, σαν τραγούδι. Για δυο ώρες έπεφτε και δρόσιζε τη γη, άνοιγε τους πόρους της, την αναζωογονούσε. Και σαν σταμάτησε, όταν διαλύθηκαν τα σύννεφα, οι άνθρωποι είδαν για πρώτη φορά, μετά από χρόνια πολλά, να ξεπροβάλλει από πίσω τους το γαλάζιο τ’ ουρανού, ενώ ένιωσαν σχεδόν τη φύση να ανασταίνεται κάτω από τα πόδια τους, ν’ αποκτάει και πάλι ζωή. Πρώτα είδαν το χορτάρι, πράσινο σαν όνειρο, να κάνει την εμφάνισή του στους αγρούς, κι ύστερα είδαν τα φύλλα να ξεγλιστρούν λες μες απ’ τους κορμούς και να στολίζουν τα δέντρα. Τελευταία έκαναν την εμφάνισή τους τα λουλούδια, που κρυμμένα καθώς ήταν για τόσο καιρό μέσα σε κάποια σπόρια, έμοιαζαν να περιμένουν πώς και πώς τη στιγμή να ανθίσουν. Σαν τραγούδι έμοιαζε όλη η πλάση.
Εκείνη η νύχτα, της Μεγάλης Πέμπτης, η κανονικά τόσο λυπημένη, ήταν η πιο ευτυχισμένη στη μικρή ζωή της Ελπίδας, αλλά και όλων των ανθρώπων. Και το επόμενο πρωί, της Μεγάλης Παρασκευής, ήταν απλά μαγικό. Όλοι ξεχυθήκαν στα χωράφια για να μαζέψουν λουλούδια κάθε λογής και κορίτσια όμορφα σαν την άνοιξη, βάλθηκαν να στολίσουν με δάχτυλα επιδέξια και χαρά μεγάλη τους Επιτάφιους σε όλη τη γη.
Το ευλογημένο έτος 2040, η Ανάσταση ήρθε πρόωρα, για ν’ αλλάξει τις ζωές όλων των ανθρώπων, για να τους θυμίσει τις αξίες τους, για να τους προειδοποιήσει.
Η Ελπίδα δε μίλησε ποτέ σε κανένα, γι’ αυτά που προηγήθησαν της Ανάστασης. Εξάλλου αυτή δεν έκανε τίποτα. Ο Χριστούλης και η άνοιξη τα έκαναν όλα. Κάποια φορά μάλιστα που η γιαγιά τη ρώτησε τι απέγινε το σταυρουδάκι της, της είπε πως το έχασε. Κι εκείνη αντί να νευριάσει και να της βάλει τις φωνές, απλά χαμογέλασε. Λέτε να ήξερε; Ήξερε δεν ήξερε, δεν έχει σημασία. Φτάνει που επέστρεψε η άνοιξη, και που με την άφιξή της οι άνθρωποι άρχισαν και πάλι να εκτιμούν της καλής καρδιάς τα δώρα.
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ...
Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2008
Η τρελή του χωριού
Σας παραδίδω σήμερα το δωδέκατο και τελευταίο από τα δήθεν παραμύθια μου. Ίσως και να το έχει ανεβάσει εδώ ξανά, δε θυμάμαι, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία. Σημασία έχει ότι το αγαπώ ιδιαίτερα και κάποια στιγμή πρέπει να το ξαναπιάσω στα χέρια μου για να του δώσω νέα ζωή...«Παράξενο κορίτσι είν’ αυτό», αποφάνθηκαν οι χωριανές μόλις είχε γεννηθεί. Στα γεννητούρια δεν έκλαψε καθόλου, και τα μάτια της λάμπανε σα δυο πυρσοί, και όλους τους τρομάζαν. Μα, γαλήνιο έδειχνε παιδί και δεν έκανε ν’ ανησυχούν.
Όπως συνήθως γίνεται, πέρασε γρήγορα ο καιρός κι αυτή έγινε μια όμορφη παιδούλα. Λόγο κακό δεν άκουσαν να βγαίνει ποτές απ’ τα χείλη της τα δυο, μα ούτε και δάκρυ το πρόσωπό της να χαράζει, κι όλοι μονολοούσανε, «Τι καλό κοράσ’ η Μαριγούλα!»
Η Μαριγώ μια οπτασία ξανθή όλο το χωριό είχε μαγέψει. Σε όλα τα σπίτια την καλούσαν και τη φίλευαν, κι εκείνη ανοικτή καρδιά σε κανένα δεν αρνιόταν. Ένα κορίτσι όλο χαρά π’ όλοι το θέλανε δικό τους.
Μια ανοιξιάτικη βραδιά, όταν είχε πια πατήσει τα δέκα της τα χρόνια, κάτι συνέβη που έμελλε ν’ αλλάξει τη ζωή της. Μεγάλο θόρυβο άκουσε και ποδοβολητά απ’ τα έρμα τα χωράφια, και μπρος της λένε παρουσιάστηκε θεριό και στο παιδικό της το κορμί κατάληψη είχε κάνει. Άλλ’ είπαν πως τους καλικάντζαρους είχε δει, κι άλλοι πως τα στοιχειά την είχαν συνεπάρει. Ποια είν’ η αλήθεια, ποιο το ψέμα, κανείς μας δεν το ξέρει. Μα όλοι έχουνε να πουν πως από κείνη τη νυχτιά, άλλαξε η ζωή της.
Το κορίτσι εκείνο τ’ όμορφο την τρέλα είχε πια στο βλέμμα. Τα μάτια της μοιάζαν σα βώλοι γυάλενοι απ’ αυτούς που παίζαμε μικροί. Και το χαμόγελο κι η γαλήνη της έσβησαν. Τώρα φαίνονταν μια μόνιμη οργή να τη διακατέχει. Όποιος να την αγγίξει πήγαινε έφευγε ματωμένος. «Χίλιοι δαιμόνοι την έχουν καταλάβει», έλεγ’ ο παπάς κι εσταυροκοπιόταν.
Την πήγανε να τη διαβάσουνε και, πράμα ανήκουστο, να την εξορκίσουν. Μα κείνη μ’ αλλόκοτη φωνή και τη γριά που τηνε διάβαζε και τον εξορκιστή είχε κατατρομάξει. «Οι βρώμικές σας οι ψυχές» κραύγασε, «τη γαλήνη πως να μου τη φέρουν;»
Όσο περνούσε ο καιρός τόσο απ’ το σόι της απομακρυνόταν. Την είχαν και κείνοι βαρεθεί. Δεν την ήθελαν στο σπίτι. Ένα στρώμα σε μια παράγκα της έβαλαν για να κοιμάται. Όλοι οι χωριανοί μιλούσαν πια για την τρελή τη Μαριγώ που τους αναστατώνει, και με μπροστάρη τον παπά, πήραν απόφαση να την εξορίσουν. Βρήκαν μια φάρμα έρημη έξω απ’ το χωριό κι εκεί την εγκαταστήσαν. Κι απαγόρεψαν στα παιδιά να τηνε πλησιάζουν. Μόνο η μάνα της πήγαινε κάθε γιόμα και της έπαιρνε φαΐ, να μην πεθάνει το παιδί απ’ την πείνα.
Έτσι μεγάλωνε στην ερημιά η Μαριγώ, μονάχη, δίχως σε κανένα να μιλάει. Που και που μονάχα έκανε περίπατους μες στα περβόλια, για να ξεχάσει τη φωτιά που της έκαιε τα στήθια. Κι αν συναντούσε κάποιο χωριανό, αυτός δίχως τίποτα να πει έφευγε τρομαγμένος, μακριά απ’ τη μολεμένη. Τα μόνα που τηνε πλησίαζαν ήταν τα παιδιά, τα περσότερα, όμως, για να την κοροϊδέψουν, μα εκείνη χαμογελούσε. Που και που όλο και κάποιο τόλμαγε να της εμιλήσει, κι ας έτρεμέ του η ψυχή σα φύλλο στο αγέρι. Όλο γαλήνη ήτανε τέτοιες στιγμές, ο μέσα της ο δαίμονας αποκοιμιόταν. Αλλά τόσο σπάνια συνέβαινε αυτό, που τις πιότερες φορές ήταν δυστυχισμένη.
Στη μάνα της μια μέρα ομολόγησε ότι παράξενα οράματα της τάραζαν τον ύπνο της το βράδυ. Τη μια έβλεπε έν’ άγγελο να τη τραβάει ψηλά και μετά κάποιο δαίμονα να τηνε κατεβάζει. Τη μια ένιωθε να πετά και την παράλλη μες στην κόλαση να βουλιάζει.
Στις 15 τ’ Αύγουστου, της Παναγιάς τη μέρα, την είδαν έντρομοι οι χωριανοί στην εκκλησιά να μπαίνει. Αναψοκοκκίνισε απ’ την οργή ο παπάς, κι έκοψε τη λειτουργία στη μέση. Έδωσε διαταγή με σκοινιά χέρια και πόδια να της δέσουνε και να την πάρουν στο μαντρί όπου αξίζει της να είναι. Υπάκουσαν μεμιάς οι χωριανοί μια και στου θεού την εντολή δεν κάνει να πας κόντρα. Μονάχα ένα μικρό παιδί, ένα κορίτσι ως οκτώ χρονώ άνοιξε το στόμα για να πει: «Μα, να τους αγαπούμε όλους είπ’ ο Χριστούλης», κι έτρεξε και κρεμάστηκε απ’ το χέρι το δεξί της Μαριγώς, που στα δεκάξι της ήταν πια χρόνια. Την άρπαξε η μάνα της και δυνατό της άστραψε χαστούκι, μα το κορίτσι επέμενε πως αγαπά τη Μαριγώ, και πρέπει να την αφήσουν, κι άρχισε να κλαίει. Γλυκό χαμόγελο της χάρισ’ η τρελή και στα βρεγμένα μάγουλα τρυφερό ένα χάδι. Με δύναμη υπεράνθρωπη ελευθερώθηκε από κείνους που την κρατούσαν και με αργό το βήμα κίνησε για τα περβόλια. Το κοριτσάκι, το Ελενιώ, ήταν κι αυτό γαληνεμένο.
Την άλλη μέρα βούιξε όλο το χωριό απ’ το μεγάλο θάμα. Το Ελενιώ, που ’ταν φυματικό ξαφνικά είχε γιάνει. Ας είν’ καλά η Μεγαλόχαρη παραμιλούσε το χωριό, μα η μικρή όλο για τη Μαριγώ μιλούσε. Κι απ’ την ημέρα εκείνη έγινε η μια και μοναδική της φίλη. Συχνά πυκνά το έσκαγε απ’ το χωριό κι έτρεχε να τη συναντήσει. Κι ήτανε κι οι δυο όλο χαρά, και μες στο δεκαεξάχρονο κορμί της Μαριγώς σε θλίψη πέφταν οι δαιμόνοι. Στο σπίτι σα γύρναγε το Ελενιώ ήτανε όλο γαλήνη. Αλλά, κανείς δεν μπορούσε να υποψιαστεί από που αυτή ερχόταν.
Περνούσε ως πάντα γρήγορα ο καιρός και το Ελενιώ τη Μαριγώ όλο και πιο πολύ αγαπούσε. Τη Μαριγώ που σπαταλιότανε τους δαιμόνους να δαμάσει, αλλά και που δυνάμεις θαυμαστές σιγά σιγά αποκτούσε. Μια λάμψη γαλανή αλλόκοτη την έλουζε τις νύχτες, και με εξουσίες παράξενες το νιο κορμί προικούσε. Άγγιζε τα ζα τα άρρωστα κι αυτά μεμιάς γιατρειά έβρισκαν, και μια φορά στη σκοτεινιά πήγε και γιάτρεψε κάποια γριά που στον πυρετό ψηνότανε και λέγαν θα πεθάνει. Την άλλη μέρα η γριά έλεε πως στον ύπνο της είδε τη Μαριγώ στο πρόσωπο να τηνε χαϊδεύει. «Πάει, μουρλάθηκε αυτή» αποφάσισαν οι χωριανοί, μα στα λόγια της δε δώσαν σημασία. Κι εκείνη; Εκείνη με το που στάθηκε στα πόδια της, πήγε να βρει τη γιάτρισσα να την ευχαριστήσει. Της πήρε μαζί λίγο ψωμί, λίγο τυρί, δυο ρόδια, δεν είχε τι άλλο να της δώσει.
Μετά απ’ αυτό ξεθάρρεψε η Μαριγώ κι είπε να πάει στο χωριό να δει πως θα την υποδεχτούνε. Μα, σαν την είδανε οι χωριανοί, την πήραν με τις πέτρες. Μονάχα το Ελενιώ και τ’ άλλα τα παιδιά πήραν να την υπερασπίζουν. «Φύγε από δω πέρα μάγισσα. Ο διάολος δεν έχει θέση στο χωριό», φώναζαν οι μεγάλοι κι όλο την εχτυπούσαν. Ματωμένη αυτή στο σώμα, μα πιότερο μες στην ψυχή, έτρεξε για να σωθεί απ’ τ’ άγριο πλήθος. Πίσω της τρέξαν κάποια παιδιά αψηφώντας τις φωνές και τις κατάρες των γονιών και του παπά που τα κυνηγούσε με τη βέργα.
Όσο κι αν πόνεσε η Μαριγώ, χαρούμενη ήταν μετά, σαν όλ’ αυτά σκεφτόταν. Είχε μαζί της τα παιδιά που την αγαπούσαν, κι όλο και πιο πολύ το ένιωθε το καλό μέσα της να γιγαντώνει. Εφιάλτες τρομεροί την τάραζαν τις νύχτες, μα αυτή, ήρεμη πια, αφού είχε γύρω της αγάπη, μπορούσε και τους απωθούσε.
Λίγο λίγο επήρε να λάμπει της η ψυχή, το πρόσωπο φεγγοβολούσε, κι οι δαιμόνοι που της ταράζαν τη ζωή σιγά σιγά υποχωρούσαν.
Άρχισαν να μιλούν οι χωριανοί για ένα φως αλλόκοτο που απ’ την καλύβα της τρελής κάθε νυχτιά ανατέλλει. Και τους άκουγαν τα παιδιά κι όλο χαμογελούσαν. «Μανούλα», κι «Αδελφή» αποκαλούσαν όλα τους τώρα πια τη Μαριγώ, που μέρα τη μέρα τους εχάριζε γαλήνη και χαρά π’ αγνοούσαν οι μεγάλοι.
Ένα απόγιομα ο δάσκαλος επρόσεξε πως απ’ το χωριό χάθηκαν όλα τα παιδιά και κανείς δεν είδε ούτε κι ήξερε που είχαν πάει. Το ίδιο έγινε και τ’ άλλο το απόγιομα και το παράλλο και καρτέρι να στήσει σκέφτηκε, να δει που πάνε και να τ’ ακολουθήσει. Ο δρόμος και τα παιδιά τον οδήγησαν, λοιπόν, έως την καλύβα της Μαριγώς και κόντεψε εγκεφαλικό να πάθει από τη φρίκη. Όλα εκεί ήταν τα μικρά και κάθονταν γύρω απ’ την τρελή που για κάτι βλάσφημο, χωρίς αμφιβολία, τους μιλούσε. Είχαν γαλήνια πρόσωπα, κι ήταν μεταξύ τους γλυκά αγκαλιασμένα, ενώ ο δαίμονας στη μέση τους στο δρόμο τον κακό τα καθοδηγούσε.
«“Τρανή είναι η μάγισσα, που κακό χρόνο να ’χει» σφύριξε μέσα απ’ τα δόντια κι έτρεξε να βρει τον παπά να διαβουλευτούνε. Δεν έπρεπε ν’ αφήσουνε το δαίμονα να καταλάβει το χωριό για θα καταστραφούνε. Σκέφτονται μια, σκέφτονται δυο, μα λύση καλή δε βρίσκουν. Αλλά, γύρω στα μεσάνυχτα του παπά εφώτισε το βλέμμα. «Γιώργη, για το καλό του χωριού και των χριστιανών, είναι ανάγκη να γίνει φονικό, κι ο Κύριος ας μας συγχωρέσει».
Το δρόμο παίρνουνε λοιπόν, για το σπιτάκι της τρελής, για να τηνε κάψουν. Σα φτάνουνε εκεί κοντά προχωράνε πια σιγαλά, μην τύχει και τα βήματα ακούσει. Απ’ το παράθυρο κοιτάν και τη βλέπουν στο πάτωμα, με τα μάτια της να κάθεται κλειστά, και μια λάμψη γαλανή να την περιτριγυρίζει. «Το φως του σατανά» λέει ο παπάς, και παίρνει σιωπηλά με το δάσκαλο γύρω τριγύρω με μπενζίνα τα ξύλα της καλύβας να καταβρέχει. Μετά, κάνει το σήμα του σταυρού και το σπίρτο ανάβει. Το καλύβι λαμπάδιασε μεμιάς και δεν πήρε ώρα πολύ προτού να γίνει στάχτη. Τότε μεγάλη σηκώθηκε βουή και μια λάμψη αμμώδη γαλανή είδαν να διατρέχει όλη την περιοχή και να εκτοξεύεται στα ουράνια.
Κινήσανε για το χωριό, αμίλητοι και τρομαγμένοι απ’ το τρομερό που είδαν θάμα. Μα, εκεί τους περίμενε ο χαμός. Ένας τρόμος φοβερός σάρωσε όλα τα σπιτικά, καθώς ολονών τους τα παιδιά είχαν πεθάνει. Μεγάλος πολύ ο σπαραγμός ακούστηκε σ’ όλη την πεδιάδα, κι ήρθανε κι απ’ τα γύρω τα χωριά να μάθουνε τι είχε γίνει. Και είδανε τη φρίκη.
Με της μέρας το πρώτο φως κινήσαν για την εκκλησιά για να συνεχίσουνε το θρήνο, να διαμαρτυρηθούνε στο θεό, για το μεγάλο κι άδικο κακό που τους εβρήκε. Μέσα σαν μπήκανε σιγά σιγά πήγαν να προσκυνήσουνε τη μάνα Παναγιά και νέα βουή εσηκώθη. Η παλιά εικόνα έκλαιγε και τα δάκρυα επότιζαν μια ξανθιά από μαλλιά πλεξούδα, κι όλοι έμειναν άφωνοι, με τρόμο να κοιτάζουν. Μονάχα η γριά που είδε απ’ το κορίτσι γιατρειά τόλμησε να μιλήσει: «Ετούτη η πλεξούδα εδώ, είν’ του κοριτσιού, της Μαριγώς, σκοτώσατε τα παιδιά σας…».
Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2008
Το αίμα της Ερατώς
Ένα κορίτσι όλο καρδιά ήτανε η Ερατώ. Ξυπνούσε και κοιμόταν με το χαμόγελο, την αγαπούσε όλος ο κόσμος, την ποθούσαν όλοι οι νέοι.
Στην κλειστή κοινωνία ενός χωριού αυτός που ξεχωρίζει είναι σαν καταραμένος. Δεν είναι πρέπον να ξεφεύγει κάποιος απ’ τα συνηθισμένα. Κι η Ερατώ ξέφευγε, πολύ!
Όλοι παριστάναν τους καλούς, τους ευσεβείς, τους πιστούς, τους ανοικτόκαρδους. εκείνη ήταν τα πιο πάνω. Χάριζε απλόχερα αγάπη, σεβόταν θεούς κι ανθρώπους και πίστευε σ’ αυτούς.
Απ’ τα μικράτα της ήταν γενναιόδωρη. Χάριζε τα παιχνίδια της σε άλλα, φτωχότερα παιδιά, ακόμη και το σακάκι της τόλμησε κάποια φορά να βγάλει στη μέση της πλατείας και να το δώσει στο κοριτσάκι μιας ζητιάνας που το ’βλεπε να κρυώνει.
Ο πατέρας της, άρχοντας σωστός, πλούσιος σε χωράφια και λεφτά, δεν έβλεπε με καλό μάτι τις σπατάλες αυτές του κοριτσιού. Κι ας μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια γι’ αυτήν όλοι οι χωριανοί. «Με το ξόδεμα, δε γίνεται κανείς άνθρωπος», σκέφτονταν από μέσα του αλλά, σε ποιον να μιλήσει; Η γυναίκα του ήταν περήφανη για το παιδί, κι οι δυο οι γιοι του δε φαίνονταν να νοιάζονται.
Περνούσε ο χρόνος, η Ερατώ μεγάλωνε και γινόταν όλο και πιο όμορφη, όλο και πιο γενναιόδωρη, ένα αληθινά χρυσό κορίτσι. Οι γριές άναβαν λαμπάδες στ’ όνομά της και παρακαλούσαν το θεό να την έχει πάντοτε καλά, οι μανάδες την καλόβλεπαν για νύφη, τα κορίτσια την εζήλευαν, μα κανένα δεν μπορούσε να της μοιάσει, κι οι νιοι έπιναν νερό και κρασί στο όνομά της.
Ξόδευε πολλές νυχτιές, αμέτρητες μέρες, φροντίζοντας μοναχικές γριές που είχαν αρρωστήσει και δεν είχαν κανένα στον κόσμο αυτό για να τις εκοιτάξει, και άλλες τόσες μαθαίνοντας γράμματα στα τσιγγανόπουλα που είχαν στήσει παραπήγματα έξω απ’ το χωριό, δίχως κανένα κέρδος. Ακόμη κι ο παπάς τόλμησε να πει, «αυτή θα γίνει αγία!»
Παρόλ’ αυτά δεν έλεγε να μαλακώσει η καρδιά του κυρού της. Βιαζόταν, μάλιστα, να τη δει να μεγαλώνει για να τηνε παντρέψει, να τη βάλει σε μια τάξη. Τα ίδια νιώθαν και τ’ αδέρφια της, που θεωρούσαν πως η άμυαλη, τους ξόδευε το βιος τους. Πολλές φορές προσπάθησαν στο τραπέζι σαν εκάθονταν του μεσημεριού, να τη συνεφέρουν, αλλά εκείνη δεν εκαταλάβαινε, μόνο χαμογελούσε.
Στα δεκαοκτώ της πια η Ερατώ, ήταν ωραία σαν οπτασία, με πρόσωπο που έλαμπε πιότερο κι απ’ τον ήλιο, με ολόχρυσα μαλλιά τριγυρισμένο. Κι αρχίσαν το ’να μετά το άλλο να ’ρχονται τα προξενιά, μα ο πατέρας της όλα τα αρνιόταν. Αρχοντοπούλα ήτανε μαθές, δε θα την έδινε ποτέ σε κάποιο φτωχαδάκι. Η Ερατώ; Αυτή χαιρότανε, για του κυρού της τις αρνήσεις. Δεν ήθελε ακόμη εκείνη να παντρευτεί, να μπει στο ψεύτικο χρυσό κλουβί που το ελέγαν γάμο. Έλα, όμως, που άναβαν τα αίματα του κάθε νιου που την εκοιτούσε!
Οι άλλες νέες του χωριού ένιωθαν ένα μίσος να γεννιέται μέσα τους για τούτο το κορίτσι. Πολύ όμορφη, πολύ καλή, πολύ αληθινή, τις γέμιζε με ζήλια. «Δε γίνεται, κάποιο θα κρύβει μυστικό», σκεφτόνταν.
Σιγά σιγά κάποιοι ψίθυροι αρχίσαν να διατρέχουν το χωριό, πως τάχατες η Ερατώ ένα νιο είχε κρυφά αγαπήσει. Κάτι άκουσε κι αυτή, αλλά το μόνο που έκανε ήταν να χαμογελάσει. Ο πατέρας και τ’ αδέρφια της, όμως, ανησυχήσαν. «Βρε, θες να τους σπιτώσει κάνα φτωχοδιάβολο αυτή και το καλό τους όνομα να το αμαυρώσει!»
Όσο περνούσε ο καιρός τόσο οι ψίθυροι πληθαίναν. Μα, κανείς δεν ήξερε από που είχαν ξεκινήσει, και κατά πόσο μέσα τους έκρυβαν την αλήθεια. Η Ερατώ επέμενε πως, όλα ήταν ψέμα. Οι δικοί της, ωστόσο, σα να κάθονταν σε κάρβουνα αναμμένα.
Μέρα τη μέρα ένιωθε τη συμπεριφορά των άλλων χωριανών ν’ αλλάζει απέναντί της. Δεν της χαμογελούσανε όπως παλιά και μισή της λέγανε την καλημέρα. Κι ενώ αυτή συνέχιζε μ’ όλη της την καλή ψυχή της καρδιάς τα δώρα να χαρίζει, οι γύρω της έμοιαζαν πια να την περιφρονούνε. Λες κι όλα όσα έκανε τα έκανε για το συμφέρον. Μονάχα οι τσιγγάνοι φαίνονταν από ψίθυρους και λόγια να μην παίρνουν. Την αγαπούσανε όλοι από καρδιάς, ακόμη και τώρα πια που δεν είχε πολλά να τους προσφέρει, αφού οι δικοί της τής απαγορέψανε να σπαταλά την περιουσία.
Οι νιοι, πάντα την καλοβλέπανε, μα, κάτι σα να άλλαξε σ’ αυτό το βλέμμα. Χάθηκε η αθωότητα. Δεν την κοιτούσαν πια σαν άνθρωπο, αλλά σα σώμα. Κι αν την πετυχαίναν κάπου μοναχή, για το ωραίο της κορμί, ολοένα της μιλούσαν.
Σιγόσβηνε το χαμόγελο από το πρόσωπό της. Κι η ζωή της που ’ταν χαράς δροσιά, με γκρίζα σύννεφα είχε γεμίσει, κι έγινε χλωμή σαν αμαρτία.
Σύχναζε όλο και πιο πολύ στων τσιγγάνων τον καταυλισμό. Εκεί μονάχα ένιωθε πως ζούσε. Απλοί άνθρωποι, καταδεχτικοί, οι τσιγγάνοι την έκαναν δική τους. Μάθαινε να διαβάζουν τα παιδιά κι εκείνα την έκαναν να χαμογελάει. Της άρεσε εκείνη η ζωή, οι τρόποι της απλότης. «Αυτοί ξέρουν να ζουν μονάχα σήμερα, γι’ αυτό και ζούνε», σκέφτονταν σιωπηλά τα βράδια. Δεν ήτανε, όμως, σ’ εκείνο μόνο που διέφεραν απ’ τους λοιπούς ανθρώπους. Οι τσιγγάνοι ψάχναν συνέχεια αφορμή για να χαρούν και να διασκεδάσουν. Δε νοιάζονταν αν είχαν λίγα ή πολλά, κι ούτε ποτέ τους περισσότερα δε φαίνονταν να ζητάνε. Σ’ αντίθεση με τους συγχωριανούς της Ερατώς, που στα μάτια της πια, αχόρταγοι μοιάζαν.
Ω, πόσο τ’ απολάμβανε κάποιες βραδιές, που με τους καλούς της φίλους κάθονταν γύρω απ’ τη φωτιά και τραγουδούσε, ή σα σηκωνόταν και μαζί τους έσυρνε άγριο χορό βγαλμένο απ’ της ιστορίας τα βάθη.
Ηθελημένα ή άθελά της η Ερατώ, μ’ αυτό τον τρόπο της ζωής, τις φήμες τις κακές που φτιάχτηκαν γι’ αυτή, μόνη τροφοδοτούσε. Κι όσοι καλό είδαν απ’ αυτήν, τώρα, δεν ήθελαν καθόλου να την ξέρουν. Οι νέες χαίρονταν πια, γιατί με τον τρόπο τους το διαβολικό κατάφεραν να την καταστρέψουν. Οι μανάδες που παλιά την έβλεπαν σαν άγγελο, τη θεωρούσαν πια κατάρα, κι οι νιοι. αυτοί μονάχα σκέφτονταν, πως το κορμί της να κουρσέψουν. Μοναχά κάποιες γριές επέμεναν να την αγαπούνε. Γιατί σαν ήταν άρρωστες, μοναχά εκείνη τις κοιτούσε. Εκείνη τους έφερνε τα φάρμακα, και πάνω απ’ το προσκεφάλι της πολλές φορές εξενυχτούσε.
Κάποια νυχτιά αργά, ενώ σπίτι της επέστρεφε από τον καταυλισμό των τσιγγάνων, άκουσε βήματα από πίσω της να τηνε πλησιάζουν. Προτού προλάβει να γυρίσει για να δει ποιος την ακολουθούσε, ένιωσε ένα χέρι σκληρό να την αγκαλιάζει από πίσω κι άλλο να τη φιμώνει. «Απόψε θα γίνεις δικιά μου, πόρνη», άκουσε ένα πνιγμένο ψίθυρο στ’ αυτί και τρόμαξε τη φωνή ν’ αναγνωρίσει. Ήτανε ο Νικολής, των αδερφών της ο καλύτερος ο φίλος. Πισθάγκωνα κρατώντας την, την οδήγησε σ’ ένα ερημικό λιοχώραφο. Την έριξε χάμου κι εκειδά τη βίασε, και το κορμί της πότισε το χώμα με το κόκκινο υγρό της αθωότητάς της. Φεύγοντας ο μολευτής πήρε μαζί του μια ζωή και άφησε κουρέλι.
Σέρνοντας σχεδόν τα πόδια της η Ερατώ κίνησε για το σπίτι της και ξύπνησε τους δικούς για να τους πει τι εσυνέβη. Σαν όλα τους τα εξιστόρησε, πήρε η μάνα για να πει, αλλά δεν πρόλαβε να βγάλει άχνα. Ένα χαστούκι άστραψε βαρύ στο πρόσωπο του κοριτσιού ο κύρης και την αποκάλεσε καταραμένη. «Ατίμασες τ’ όνομά μας», βρήκε μόνο για να πει. Η μάνα της έπεσε σε μια καρέκλα βαριά, τ’ αδέρφια της κρυφοχαμογελούσαν. Αυτοί, εξάλλου, ήταν σίγουροι πως δεν έφταιξε σε τίποτα ο Νικολής, τίμιος άνθρωπος, καλός και ξηγημένος. Μάλλον, «απ’ το νου της θα τα ’βγαλε όλ’ αυτά, η πουτάνα».
Πήρε να κλαίει η Ερατώ, να φωνάζει αθώα πως είναι. Αλλά, η μάνα της δεν είχε τη δύναμη να την υπερασπιστεί, κι οι άντρες ήταν σίγουροι για την ενοχή της. Κάποια στιγμή σαν έπεσε βαριά σιωπή, ο κύρης της που για ώρα ήταν σκεφτικός, απόσυρε το βλέμμα απ’ το πουθενά και την κοίταξε με μίσος. «Δεν έχεις πια θέση καμιά στο σπίτι αυτό. Μπορείς να φύγεις». Αντιγύρισε το βλέμμα του εκείνη και τον έκανε να σαστίσει, καθώς κει μέσα διάβασε την περιφρόνησή της, το λάθος το δικό του. Μετά, σηκώθηκε περήφανη, χαιρέτισε «γεια σου καημένη μάνα», και κίνησε για τους ανθρώπους τους αληθινούς, τους φίλους της τους τσιγγάνους.
Την επόμενη μέρα βούιξε όλο το χωριό από τα γεγονότα. Κι όλη ρωτούσανε το Νικολή γιατί μαζί του η κολασμένη τα ’χε βάλει. Εκείνος, κορδωμένος πετεινός, τους έλεγε πως του ζήτησε να την παντρευτεί, αλλά επειδή αυτός αρνήθηκε, αποφάσισε να τον εκδικηθεί. Από κοντά και τ’ αδέρφια της που χαμογελαστά σε όλα συμφωνούσαν.
Κάπως έτσι το κορίτσι εκείνο το άγιο έγινε του σατανά η κόρη. Και τις Κυριακές στο κήρυγμά του ο παπάς προέτρεπε τα νέα κορίτσια του χωριού στο θεό να ’ναι πιστά, για να μην έχουν την τύχη την κακή της καταραμένης. Κι εκείνα όλο προσοχή ακούγανε, για να ’χουν κάτι να συζητούν μετά και να γελούνε.
Ζώντας με τους τσιγγάνους φίλους της, η Ερατώ, ένιωθε ευτυχισμένη, νόμιζε πως βρισκόταν στην ασφάλεια και τίποτα δε θα μπορούσε πια να την πειράξει. Δε λογάριαζε, όμως, μέχρι που μπορεί να σε πάει το μίσος. Οι χωριανοί με πρώτους πρώτους τ’ αδέρφια της, το Νικολή και τον παπά, κάθε Κυριακή μετά την εκκλησιά συνεδριάζαν, και να βρουν τρόπο ψάχνανε, τους τσιγγάνους για να διώξουνε απ’ την περιοχή τους. «Οι σατανάδες τι γυρεύουνε μες στα δικά μας σπίτια;», αναρωτιόταν ο κύρης του κοριτσιού, ο άρχοντας, κι οι άλλοι συμφωνούσαν.
Κάποια βράδια, καιρό μετά, καθώς η Ερατώ με τρόμο και χαρά ανακάλυπτε πως έγκυος ήταν, ένας βοσκός πήγε τρεχάτος στο χωριό για να καταγγείλει πως τρία απ’ τα πρόβατά του κάποιοι είχαν κλέψει. Και βρήκανε οι άθλιοι την αφορμή, κι είπαν πως ένοχοι ήταν οι τσιγγάνοι.
Την επόμενη μέρα άντρες πολλοί αρματώθηκαν και κίνησαν για τον καταυλισμό, τους τσιγγάνους με το καλό ή με το άγριο να τους εδιώξουν. Αυτοί αρνηθήκαν την κλοπή και, «από δω δεν το κουνάμε», είπαν. Ο Νικολής, τραβώντας το μαχαίρι του, πρώτος το φονικό χορό πήρε να χορεύει κι οι άλλοι ακολουθήσαν. Έκπληκτοι κι άοπλοι οι φτωχοί τσιγγάνοι, ο ένας μετά τον άλλο έπεφταν κάτω απ’ τα φονικά μαχαίρια. Το αίμα χύνονταν πολύ κι η γη ποτίζονταν κι έχανε τη ζωή της. Οι γυναίκες θρήνο έσερναν βαρύ και τα παιδιά τους τραβούσανε μακριά, αυτά τουλάχιστον απ’ το λουτρό να σώσουνε του Χάρου.
Μονάχα μια γυναίκα δεν έτρεξε μακριά, μα ένα μαχαίρι άρπαξε και ρίχτηκε στη μάχη. Και καθώς του διάβολου ο πρώτος μαχητής, ο Νικολής, ετοιμαζόταν ένα παιδί που πίσω ξέμεινε να σφάξει, ένα μαχαίρι ένιωσε να του χαρακώνει βαθιά το στήθος, και προτού ξοδέψει την τελευταία του πνοή, πρόλαβε να δει, της Ερατώς να τον διαπερνά το φλογισμένο βλέμμα. Αμέσως μετά, κάποιος δειλός, πλησίασε από πίσω και με μαχαίρι κοφτερό έκοψε το λαιμό της. Κανένας δεν αντίκρισε ποτέ το φονιά πατέρα να δακρύζει.
Όλοι οι άντρες του τσιγγάνικου καταυλισμού στο τέλος της μέρας ήτανε νεκροί ή βαριά τραυματισμένοι. Οι γυναίκες κλαίγαν για το κακό που ήρθε και πεισμώνανε για να το ενικήσουν.
Σύμφωνα με το θρύλο, μια απ’ αυτές ένα ματωμένο, κάπου, βρήκε μαχαίρι, που ήταν μαγεμένο. Λέγαν πως σ’ όποιαν άγγιζε πληγή αμέσως γιατρευόταν κι ότι σημάδι ήτανε πως ο θεός μαζί τους πια κατοικούσε.
Την Ερατώ τη θάψανε στην κορυφή ενός βουνού, όπου ν’ ανεβαίνει πολύ της άρεσε παλιά, για ν’ αγναντεύει τον κόσμο. Γύρω απ’ τον τάφο της ανθίσανε μεμιάς παράξενα και όμορφα λουλούδια.
Λένε ακόμη, πως εκεί που τηνε σκότωσε ο παιδοφονιάς, ανοίξανε οι τσιγγάνοι ένα πηγάδι, που ολόχρονα αναβλύζει γλυκό νερό και δίνει ζωή στον κάμπο.
Ο πατέρας της για χρόνια πολλά βασανίστηκε από εφιάλτες φρικτούς και μια μέρα με παγωμένο το βλέμμα τον βρήκανε νεκρό μες στο κρεβάτι. Οι χωριανοί ελέγανε πως «πριν ο θάνατος τον βρει, συνάντησε τον Χάρο».
Τ’ αδέρφια της τα χτύπησε μια αρρώστια τρομερή, και καθηλώθηκαν κι οι δυο ως το θάνατό τους στο κρεβάτι.
Ο παπάς του χωριού ξεψύχησε καθώς έκανε κήρυγμα αγάπης στην εκκλησιά, για τους «σατανάδες τους τσιγγάνους, που τη θρησκεία μας θέλουν να καταστρέψουν».
Η ελιά κάτω απ’ την οποία γνώρισε τη φρίκη η Ερατώ ξεράθηκε, αλλά γύρω της ανθίζουνε ολόχρονα αλλόκοτες παπαρούνες.
Το όνομα Ερατώ, είναι το πιο συνηθισμένο στον τσιγγάνικο καταυλισμό!
Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2008
Το μυστικό του παππού
«Παππού, τι κάνεις εδώ;»
Μόλις άνοιξε την πόρτα, κι είδε μπροστά του τον παππού του τα ’χασε. Βλέπετε, ο γέροντας ζούσε σε μια μικρή επαρχιακή πόλη πολύ μακριά, και εξ όσων ήξερε ο Μιχάλης, δεν είχε πατήσει ποτέ το πόδι του στην Αθήνα. Κι όμως να ’τον τώρα εδώ!
«Πως ήρθες; Ποιος σ’ έφερε;»
«Δε με παίρνει ο χρόνος για λόγια περιττά», του είπε ο παππούς και πέρασε μέσα, μια και ο αποσβολωμένος εγγονός του, ξέχασε να του πει να μπει.
Έμενε σ’ ένα δυαράκι στη Νεάπολη ο Μιχάλης. Φοιτητάκι που αγωνιζόταν να πάρει το πτυχίο του στη νομική, να κάνει περήφανους τους γονιούς του.
Στρογγυλοκάθισε ο γέροντας σε μια καρέκλα και είπε και σ’ αυτόν να κάνει το ίδιο.
«Θες κάτι να πιεις; Καφεδάκι, νερό, οτιδήποτε;» ρώτησε ο εγγονός, μα ο γέροντας του απάντησε ότι «έχουν πια χαθεί οι γεύσεις», και του ζήτησε ξανά να καθίσει. Τι να κάνει; τον υπάκουσε.
«Μιχάλη, ήρθα να σου πω μια ιστορία και σε παρακαλώ πολύ να μη με διακόψεις. Μην προσπαθήσεις να καταλάβεις αυτά που θα σου πω με τη στρογγυλή σου λογική, του δικηγόρου, μόνο πίστεψε ότι ο παππούς σου είναι ένας άνθρωπος αμαρτωλός, κάποιος που πόνεσε πολύ, πιότερο απ’ ό,τι θα μπορούσε να ειπωθεί. Κι ο πόνος του αυτός ερχόταν από μέσα, απόνα μυστικό που χρόνια πολλά, για μια ζωή κράτησε μες στην ψυχή του. Δεν ήρθα εδώ ούτε για να ζητήσω συγχώρεση, αλλά ούτε και δίκη. Ξέρω καλά το κρίμα μου και εξιλέωση δεν υπάρχει. Το μόνο που ζητώ είναι να με ακούσεις. Σύμφωνοι;»
«Σύμφωνοι», απάντησε ο νεαρός, αν και κάπου μέσα του ένιωθε πως τον κορόιδευε ο παππούς του, αφού ήταν γνωστός χωρατατζής.
Άρχισε, όμως, ο γέροντας να διηγιέται την ιστορία του:
«Στα πολύ παλιά τα χρόνια, όταν ήμουν παλικαράκι, ζούσαμε με τους προπάππους σου σ’ ένα μικρό χωριό της Μακεδονίας. Ένα παραθαλάσσιο χωριό, όπου δεν είχε πολλά να δει ή να κάνει κανείς. Μοναδικές μας ασχολίες ήταν το ψάρεμα κι οι καλλιέργειες. Όσο για διασκέδασες, τίποτα. Μόνο όταν κάποτε περνούσανε απ’ το χωριό πλανόδιοι μουσικοί ή σα γινόταν κάνας γάμος ή κάποιο πανηγύρι ξεδίναμε λίγο. Τέτοια ήταν η ζωή μας και μας άρεσε, αφού δεν είχαμε άλλη.
Σ’ αυτό το χωριό μεγάλωσα, λοιπόν, παρέα με τον καλύτερό μου φίλο το Γιώργη. Την ίδια ηλικία είχαμε μαθές. Με το Γιώργη ήμασταν συνέχεια μαζί, απ’ τη νύχτα ως το πρωί, αφού μαζί βγαίναμε για ψάρεμα τα βράδια, μαζί πηγαίναμε βόλτες, μαζί κάναμε τις σκανταλιές μας, μαζί μάθαμε και τα λίγα γράμματά μας.
Ήταν καλό παιδί ο Γιώργης, ένας άνθρωπος απ’ τους μοναδικούς. Όλοι τον αγαπούσαν. Πάντα γελαστός, ανοικτή καρδιά, πάντα έτοιμος να βοηθήσει τους άλλους. Κι ομορφάντρας. Να σκεφτείς όλοι οι νέοι του χωριού περίμεναν πως και πως να παν στην πόλη για ν’ αγγίξουν γυναίκα, αλλά ο Γιώργης όχι, αυτόν έρχονταν και τον βρίσκαν. Έκρυβε πολλά μυστικά, εκείνο το μικρό χωριό...
Τον ζήλευα. Τον ζήλευα πολύ. Κι ας ήταν ο καλύτερός μου φίλος, κι ας μου έτυχαν και μένανε εξ αιτίας του κάποια τυχερά. Ένιωθα ένα τίποτα μπροστά του. Εκείνος ό,τι ήθελε το έκανε, ό,τι ζητούσε τ’ αποκτούσε, και μάλιστα δίχως καμιά προσπάθεια. Εγώ, τζίφος. Γίδα να πλησίαζα, έφευγε μακριά μου. Τον αγαπούσα όμως, τον αγαπούσα πολύ, κι έλεγα πως αν χρειαζόταν και τη ζωή μου θα ’δινα για κείνον.
Μες στις μικρές χαρές και τις μεγάλες μου απογοητεύσεις περνούσε σιγά σιγά ο καιρός, κι εκεί που σκέφτομουν ότι τίποτα δε θα τάραζε τα ήσυχα νερά του αιώνια κοιμισμένου τόπου μας, να ’σου που κατάφτασ’ η Ελένη. Η γιαγιά σου η Ελένη!
Η γριά που ξέρεις τώρα, κάποτε ήταν μια καλλονή. Είχε πλήθος τις χάρες. Ένα λουλούδι που άνθιζε τον τόπο με το κάθε χαμόγελό του.
Όλοι οι νέοι την ερωτεύτηκαν μεμιάς. Δε φάνταζε κορίτσι στα μάτια μας, αλλά σαν ένα ξωτικό. Κι εκείνη σαν το Γιώργη, όλη μέρα ένα χαμόγελο. Και δεν έμοιαζε καθόλου με τις άλλες χωριανές, αλλά ούτε και με τις γυναίκες που γνωρίσαμε στην πόλη. Έμοιαζε άφοβη, ελεύθερη πολύ, κι οι νιοι στήναν καρτέρι όξω απ’ την πόρτα της για να τηνε θαυμάσουν.
Προτού περάσει πολύς καιρός αρχίνησαν να πέφτουνε βροχή τα προξενιά. Όλοι οι λεύτεροι μαθές, το βάλανε σκοπό να τηνε παντρευτούνε. Μα, ο κυρ Παναής ο κύρης της, κουβέντα δεν ήθελε ν’ ακούσει. Στην αρχή έλεε, πως ο κόρη του είναι πολύ μικρή για παντρειά ακόμη, αλλά μετά άλλαξε το τροπάρι: «Το Λενιώ μου θα πάρει όποιον αυτό διαλέξει.»
Αρχίσαν, λοιπόν, όλοι, κι εγώ μαζί, ν’ ανταγωνιζόμαστε ποιος στο Λενιώ πιότερο αρεστός θα γίνει. Μόνο ο Γιώργης έμεινε έξω απ’ το παιγνίδι αυτό. «Εγώ είμαι εγώ, και σ’ όποιον αρέσω», μου απάντησε σαν έφερα την κουβέντα ένα βράδυ.
Πάντως, περνούσαμε ωραία πολύ, τις μέρες εκείνες. Επιτέλους κάτι διαφορετικό συνέβαινε στη ζωή μας. Όλοι μας είχαμε πια βαρεθεί να ζούμε τα ίδια και τα ίδια.
Η Ελένη, που έμαθε τον άτυπο αγώνα που γινότανε για χάρη της, όπως μας είπε αργότερα, το διασκέδαζε με την ψυχή της. Όλοι οι νιοι του χωριού ήταν στα πόδια της, κι ό,τι κι αν ζητούσε θα το είχε. Για να πούμε την αλήθεια όμως, δε ζήτησε τίποτα. Μιλούσε με όλους πρόσχαρα, είχε για τον καθένα μια καλή κουβέντα, και στις απανωτές προτάσεις που της γίνονταν, πως είναι μικρή, απαντούσε.
Κάποια μέρα, καθώς ένα τσούρμο αγόρια κι αυτή περπατούσαμε παρέα, πρόσεξε το Γιώργη στην ακροθαλασσιά να κάθεται μονάχος, και το απέραντο να κοιτάει. Ποιος είναι, να μάθει, ρώτησε, κι εγώ σα φίλος του γκαρδιακός, προσφέρτηκα να της εξηγήσω. Δεν παρέλειψα φυσικά να της αναφέρω και την περίφημή του δήλωση: «Εγώ είμαι εγώ...». Την κουβέντα μου δεν πρόλαβα ν’ αποσώσω και κίνησε να πάει κοντά του. Κάθισε δίπλα του σιωπηλή, κι απόμεινε και κείνη τη θάλασσα να κοιτάει. Μετά από πολλή ώρα, την είδαμε να σηκώνεται, χωρίς ν’ ανταλλάξουν λέξη, και να έρχεται προς το μέρος μας. Το πρόσωπό της ήταν γαλήνιο και φανερά, αλλού. Καταλάβαμε πως, κι ετούτη φορά το παιγνίδι για μας, ήταν χαμένο. Θα την έπαιρνε κι αυτήν ο Γιώργης, δίχως καν να προσπαθήσει, και το χειρότερο, ίσως κάποια μέρα να γινόταν και γυναίκα του. Ένιωσα ένα μαχαίρι να μου ξεσκίζει τα σωθικά.
Την άλλη νύχτα, είπα πως είμαι άρρωστος και δε βγήκα μαζί με το φίλο μου για ψάρεμα. Αν τόκανα ίσως να του ’λεγα λόγια πικρά, για τα οποία αργότερα θα είχα μετανιώσει. Ο πόνος, όμως, μέσα μου ώρα την ώρα όλο και πιο αβάστακτος γινόταν. Βλέπεις, την Ελένη πολύ αγάπησα, την είχα μες στην ψυχή μου, και μέχρι τότες σκεφτόμουνα πως, αφού το Γιώργη δεν τον κόφτει, δεν μπορεί, τούτη θα γίνει δική μου. Μα, να που το όνειρό και πάλι πέθαινε. Δεν το άντεχα. Ήταν θάνατος για μένανε εκείνες οι στιγμές.
Όσο περνούσαν οι μέρες τόσο κι η Ελένη πιότερο με το Γιώργη δένονταν. Μοιάζανε βλέπεις πολύ. Καθάριες ψυχές, γιομάτες ζωή. Κι εγώ, από κοντά, να τους παρακολουθώ και μέσα μου να λιώνω. Αν είχα κάποιον να μιλήσω, κάποιον τον πόνο μου να πω, ίσως να ’βρισκα κάποια γιατρειά για την παράξενη εκείνη αρρώστια. Δεν είχα όμως. Κι έτσι τα κρατούσα όλα μέσα μου, και κλεινόμουνα όλο και πιο πολύ στον εαυτό μου. Κι άρχισα να χάνομαι. Κρυβόμουνα από μένα κι απ’ τους ανθρώπους. Κρυβόμουνα για να γλιτώσω απ’ τον πόνο, αλλά ο πόνος ήταν μέσα μου, και πως να του ξεφύγω;
Τον πρώτο καιρό που είπα να ξεκόψω απ’ όλους κι όλα ο Γιώργης με ρώταγε τι μύγα μ’ είχε τσιμπήσει, κι εγώ του έλεγα πως δεν ήμουνα καλά κι ήσυχο να μ’ αφήσει. Κάποιες φορές καταπώς έμαθα με γύρεψε κι η Ελένη, γιατί με συμπαθούσε, λέει, κι ούτε κι αυτή μπορούσε να καταλάβει αυτή την εξαφάνισή μου. Τι να καταλαβαίνανε κι οι δυο, απ’ το μαρτύριο που το μέσα μου έτρωγε καθώς, μέρα τη μέρα, ο έρωτάς τους μεγάλωνε, γιγαντωνόταν!
Ήρθε μια εποχή που γω σα φάντασμα είχα γίνει. Μοναχά τις νύχτες τριγυρνούσα, στους άδειους δρόμους του χωριού, στα περβόλια και στ’ ακροθαλάσσι. Ο Γιώργης, την αλήθεια να την πω, πολύ πονούσε με τον πόνο μου και πολλές φορές προσπάθησε να με κάνει να του μιλήσω, αλλά μάταια. Η ψυχή μου πήρε όλο να μαυρίζει. Και μια γκρίζα απ’ τα σύννεφα νυχτιά, πήρα απόφαση σκληρή και άδικη, αφού το φίλο μου είχα πια μισήσει. «Όχι», είπα μέσα μου, «αυτή τη φορά, Γιώργη, δε θα σου περάσει!».
Έβρεξε πολύ κείνες τις μέρες. Δρόμοι και χωράφια βουλιάξαν στο νερό. Παραμονή του Άι Γιώργη, ο φίλος καταπώς το συνήθιζε, δε βγήκε να ψαρέψει, αλλά κίνησε κοντά μεσάνυχτα στην εκκλησιά του Αγιού να πάει να προσκυνήσει. Μια στάλα εκκλησάκι ήτανε, στην κορυφή ενός λόφου.
Παίρνει δρόμο, λοιπόν, ο Γιώργης, κι εγώ ξοπίσω του από κάποιαν απόσταση να τον ακολουθάω. Όλο λάσπη και γλιστρούσε ο δρόμος, αλλά, κι ας παραπάτησα δυο φορές, δεν εκατάλαβε πως πίσω του βρισκόμουν.
Μόλις έφτασε στο εκκλησάκι, μπήκε να προσκυνήσει κι εγώ απόξω κρύφτηκα να τον παραμονεύω. Πέρασαν λίγα λεπτά, που μες στην παγωμένη μου ψυχή μου φάνηκαν αιώνες. Σα βγήκε επιτέλους έξω στάθηκε, ως πάντα, τη θάλασσα από ψηλά, στα σκοτεινά, να αγναντέψει. Τότες κι εγώ βρήκα ευκαιρία. Με δύναμη πολλή από πίσω τον έσπρωξα και βουτιά μεγάλη έκανε στα βράχια. Την ώρα εκείνη ακριβώς πήρε να ψιλοβρέχει. Άναψα ένα φανό, που πάνω μου εκουβαλούσα, και κατέβηκα σιγά σιγά για να τον βρω. Το κεφάλι του λουσμένο στα αίματα, τον πρόλαβα μόλις μια στιγμή προτού να ξεψυχήσει. «Γιατί;» μονάχα πρόλαβε να ρωτήσει και το μάτι του έγινε γυάλινο, κι από τότε με στοιχειώνει.
Σκαρφάλωσα με βαριά καρδιά τα βράχια, και σαν έφτασα στο εκκλησάκι προσπάθησα στον άτυχο το φίλο μου, άτυχο γιατί είχ’ εμένα φίλο, μια τελευταία ματιά να ρίξω. Τίποτα δε φαινόταν. Πήρα, λοιπόν, τον κατήφορο για το χωριό, καθώς η βροχή καταρράκτης γίνονταν, σβήνοντας τα ίχνη.
Την επόμενη μέρα βούιξε όλο το χωριό πως χάθηκε ο Γιώργης, κι όλοι στα χωράφια, στις κορφούλες και στην ακροθαλασσιά βγήκανε για να τον αναζητήσουν. Μαζί κι εγώ, αλλά δεν κίνησα προς τα εκεί που ήξερα πως βρισκόταν. Αργά το απόγευμα ένας βοσκός, ακούσαμε πως τον βρήκε. Όλοι για ατύχημα μιλήσαν, κι ο αστυφύλακας, κι ο γιατρός, αντίρρηση δε φέραν. Άλλωστε, ήταν φανερό πως εκείνη ήταν η αλήθεια.
Θρήνος μεγάλος έπεσε στο χωριό, που χάθηκε τέτοιο παλικάρι. Άλλοι λέγαν πως θέλημα ήταν θεού και άλλοι του διαβόλου. Απαρηγόρητο ήταν το Λενιώ, μα δίπλα της στεκόμουνα βράχος εγώ, για να τη προστατέψω. Καθώς περνούσε ο καιρός, όλο και περισσότερο κοντά της ήθελε να μένω. Έτσι, σαν ένας χρόνος πέρασε από το φονικό, κανένας δεν παραξενεύτηκε που το Λενιώ, γυναίκα έγινε δική μου.
Τώρα, αν σαν αστεία σου φαίνονται όλ’ αυτά, σε βλέπω κιόλας να χαμογελάς, μεγάλο σου λέω κάνεις λάθος. Πιότερο αληθινή απ’ αυτή, μια ιστορία δε θα μπόραε να γενεί. Γιατί ήρθα δω κάτω τούτη την ώρα να σ’ την πω; Γιατί οι ανάσες μου σε μια στιγμή τελειώνουν, και στον τάφο μου δεν κράταα να πάρω μαζί το μυστικό!»
Εκείνη τη στιγμή κτύπησε το τηλέφωνο, κι ο Μιχάλης χαμογελαστός πήγε να το σηκώσει.
«Μιχάλη...».
«Έλα μάνα. Άκου μια φάση...».
«Μιχάλη... Μιχάλη...».
«Τι έγινε μάνα; Κλαις;»
«Μιχάλη μου... ο παππούς σου, αγόρι μου... πέθανε...».
«Τι λες μάνα;»
Κοιτάει πίσω του, προς την καρέκλα που καθότανε ο γέροντας... Κανείς!




