Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2008

Το μυστικό του παππού

Ένα ακόμη μοντέρνο (σαν) παραμύθι:

«Παππού, τι κάνεις εδώ;»
Μόλις άνοιξε την πόρτα, κι είδε μπροστά του τον παππού του τα ’χασε. Βλέπετε, ο γέροντας ζούσε σε μια μικρή επαρχιακή πόλη πολύ μακριά, και εξ όσων ήξερε ο Μιχάλης, δεν είχε πατήσει ποτέ το πόδι του στην Αθήνα. Κι όμως να ’τον τώρα εδώ!
«Πως ήρθες; Ποιος σ’ έφερε;»
«Δε με παίρνει ο χρόνος για λόγια περιττά», του είπε ο παππούς και πέρασε μέσα, μια και ο αποσβολωμένος εγγονός του, ξέχασε να του πει να μπει.
Έμενε σ’ ένα δυαράκι στη Νεάπολη ο Μιχάλης. Φοιτητάκι που αγωνιζόταν να πάρει το πτυχίο του στη νομική, να κάνει περήφανους τους γονιούς του.
Στρογγυλοκάθισε ο γέροντας σε μια καρέκλα και είπε και σ’ αυτόν να κάνει το ίδιο.
«Θες κάτι να πιεις; Καφεδάκι, νερό, οτιδήποτε;» ρώτησε ο εγγονός, μα ο γέροντας του απάντησε ότι «έχουν πια χαθεί οι γεύσεις», και του ζήτησε ξανά να καθίσει. Τι να κάνει; τον υπάκουσε.
«Μιχάλη, ήρθα να σου πω μια ιστορία και σε παρακαλώ πολύ να μη με διακόψεις. Μην προσπαθήσεις να καταλάβεις αυτά που θα σου πω με τη στρογγυλή σου λογική, του δικηγόρου, μόνο πίστεψε ότι ο παππούς σου είναι ένας άνθρωπος αμαρτωλός, κάποιος που πόνεσε πολύ, πιότερο απ’ ό,τι θα μπορούσε να ειπωθεί. Κι ο πόνος του αυτός ερχόταν από μέσα, απόνα μυστικό που χρόνια πολλά, για μια ζωή κράτησε μες στην ψυχή του. Δεν ήρθα εδώ ούτε για να ζητήσω συγχώρεση, αλλά ούτε και δίκη. Ξέρω καλά το κρίμα μου και εξιλέωση δεν υπάρχει. Το μόνο που ζητώ είναι να με ακούσεις. Σύμφωνοι;»
«Σύμφωνοι», απάντησε ο νεαρός, αν και κάπου μέσα του ένιωθε πως τον κορόιδευε ο παππούς του, αφού ήταν γνωστός χωρατατζής.
Άρχισε, όμως, ο γέροντας να διηγιέται την ιστορία του:
«Στα πολύ παλιά τα χρόνια, όταν ήμουν παλικαράκι, ζούσαμε με τους προπάππους σου σ’ ένα μικρό χωριό της Μακεδονίας. Ένα παραθαλάσσιο χωριό, όπου δεν είχε πολλά να δει ή να κάνει κανείς. Μοναδικές μας ασχολίες ήταν το ψάρεμα κι οι καλλιέργειες. Όσο για διασκέδασες, τίποτα. Μόνο όταν κάποτε περνούσανε απ’ το χωριό πλανόδιοι μουσικοί ή σα γινόταν κάνας γάμος ή κάποιο πανηγύρι ξεδίναμε λίγο. Τέτοια ήταν η ζωή μας και μας άρεσε, αφού δεν είχαμε άλλη.
Σ’ αυτό το χωριό μεγάλωσα, λοιπόν, παρέα με τον καλύτερό μου φίλο το Γιώργη. Την ίδια ηλικία είχαμε μαθές. Με το Γιώργη ήμασταν συνέχεια μαζί, απ’ τη νύχτα ως το πρωί, αφού μαζί βγαίναμε για ψάρεμα τα βράδια, μαζί πηγαίναμε βόλτες, μαζί κάναμε τις σκανταλιές μας, μαζί μάθαμε και τα λίγα γράμματά μας.
Ήταν καλό παιδί ο Γιώργης, ένας άνθρωπος απ’ τους μοναδικούς. Όλοι τον αγαπούσαν. Πάντα γελαστός, ανοικτή καρδιά, πάντα έτοιμος να βοηθήσει τους άλλους. Κι ομορφάντρας. Να σκεφτείς όλοι οι νέοι του χωριού περίμεναν πως και πως να παν στην πόλη για ν’ αγγίξουν γυναίκα, αλλά ο Γιώργης όχι, αυτόν έρχονταν και τον βρίσκαν. Έκρυβε πολλά μυστικά, εκείνο το μικρό χωριό...
Τον ζήλευα. Τον ζήλευα πολύ. Κι ας ήταν ο καλύτερός μου φίλος, κι ας μου έτυχαν και μένανε εξ αιτίας του κάποια τυχερά. Ένιωθα ένα τίποτα μπροστά του. Εκείνος ό,τι ήθελε το έκανε, ό,τι ζητούσε τ’ αποκτούσε, και μάλιστα δίχως καμιά προσπάθεια. Εγώ, τζίφος. Γίδα να πλησίαζα, έφευγε μακριά μου. Τον αγαπούσα όμως, τον αγαπούσα πολύ, κι έλεγα πως αν χρειαζόταν και τη ζωή μου θα ’δινα για κείνον.
Μες στις μικρές χαρές και τις μεγάλες μου απογοητεύσεις περνούσε σιγά σιγά ο καιρός, κι εκεί που σκέφτομουν ότι τίποτα δε θα τάραζε τα ήσυχα νερά του αιώνια κοιμισμένου τόπου μας, να ’σου που κατάφτασ’ η Ελένη. Η γιαγιά σου η Ελένη!
Η γριά που ξέρεις τώρα, κάποτε ήταν μια καλλονή. Είχε πλήθος τις χάρες. Ένα λουλούδι που άνθιζε τον τόπο με το κάθε χαμόγελό του.
Όλοι οι νέοι την ερωτεύτηκαν μεμιάς. Δε φάνταζε κορίτσι στα μάτια μας, αλλά σαν ένα ξωτικό. Κι εκείνη σαν το Γιώργη, όλη μέρα ένα χαμόγελο. Και δεν έμοιαζε καθόλου με τις άλλες χωριανές, αλλά ούτε και με τις γυναίκες που γνωρίσαμε στην πόλη. Έμοιαζε άφοβη, ελεύθερη πολύ, κι οι νιοι στήναν καρτέρι όξω απ’ την πόρτα της για να τηνε θαυμάσουν.
Προτού περάσει πολύς καιρός αρχίνησαν να πέφτουνε βροχή τα προξενιά. Όλοι οι λεύτεροι μαθές, το βάλανε σκοπό να τηνε παντρευτούνε. Μα, ο κυρ Παναής ο κύρης της, κουβέντα δεν ήθελε ν’ ακούσει. Στην αρχή έλεε, πως ο κόρη του είναι πολύ μικρή για παντρειά ακόμη, αλλά μετά άλλαξε το τροπάρι: «Το Λενιώ μου θα πάρει όποιον αυτό διαλέξει.»
Αρχίσαν, λοιπόν, όλοι, κι εγώ μαζί, ν’ ανταγωνιζόμαστε ποιος στο Λενιώ πιότερο αρεστός θα γίνει. Μόνο ο Γιώργης έμεινε έξω απ’ το παιγνίδι αυτό. «Εγώ είμαι εγώ, και σ’ όποιον αρέσω», μου απάντησε σαν έφερα την κουβέντα ένα βράδυ.
Πάντως, περνούσαμε ωραία πολύ, τις μέρες εκείνες. Επιτέλους κάτι διαφορετικό συνέβαινε στη ζωή μας. Όλοι μας είχαμε πια βαρεθεί να ζούμε τα ίδια και τα ίδια.
Η Ελένη, που έμαθε τον άτυπο αγώνα που γινότανε για χάρη της, όπως μας είπε αργότερα, το διασκέδαζε με την ψυχή της. Όλοι οι νιοι του χωριού ήταν στα πόδια της, κι ό,τι κι αν ζητούσε θα το είχε. Για να πούμε την αλήθεια όμως, δε ζήτησε τίποτα. Μιλούσε με όλους πρόσχαρα, είχε για τον καθένα μια καλή κουβέντα, και στις απανωτές προτάσεις που της γίνονταν, πως είναι μικρή, απαντούσε.
Κάποια μέρα, καθώς ένα τσούρμο αγόρια κι αυτή περπατούσαμε παρέα, πρόσεξε το Γιώργη στην ακροθαλασσιά να κάθεται μονάχος, και το απέραντο να κοιτάει. Ποιος είναι, να μάθει, ρώτησε, κι εγώ σα φίλος του γκαρδιακός, προσφέρτηκα να της εξηγήσω. Δεν παρέλειψα φυσικά να της αναφέρω και την περίφημή του δήλωση: «Εγώ είμαι εγώ...». Την κουβέντα μου δεν πρόλαβα ν’ αποσώσω και κίνησε να πάει κοντά του. Κάθισε δίπλα του σιωπηλή, κι απόμεινε και κείνη τη θάλασσα να κοιτάει. Μετά από πολλή ώρα, την είδαμε να σηκώνεται, χωρίς ν’ ανταλλάξουν λέξη, και να έρχεται προς το μέρος μας. Το πρόσωπό της ήταν γαλήνιο και φανερά, αλλού. Καταλάβαμε πως, κι ετούτη φορά το παιγνίδι για μας, ήταν χαμένο. Θα την έπαιρνε κι αυτήν ο Γιώργης, δίχως καν να προσπαθήσει, και το χειρότερο, ίσως κάποια μέρα να γινόταν και γυναίκα του. Ένιωσα ένα μαχαίρι να μου ξεσκίζει τα σωθικά.
Την άλλη νύχτα, είπα πως είμαι άρρωστος και δε βγήκα μαζί με το φίλο μου για ψάρεμα. Αν τόκανα ίσως να του ’λεγα λόγια πικρά, για τα οποία αργότερα θα είχα μετανιώσει. Ο πόνος, όμως, μέσα μου ώρα την ώρα όλο και πιο αβάστακτος γινόταν. Βλέπεις, την Ελένη πολύ αγάπησα, την είχα μες στην ψυχή μου, και μέχρι τότες σκεφτόμουνα πως, αφού το Γιώργη δεν τον κόφτει, δεν μπορεί, τούτη θα γίνει δική μου. Μα, να που το όνειρό και πάλι πέθαινε. Δεν το άντεχα. Ήταν θάνατος για μένανε εκείνες οι στιγμές.
Όσο περνούσαν οι μέρες τόσο κι η Ελένη πιότερο με το Γιώργη δένονταν. Μοιάζανε βλέπεις πολύ. Καθάριες ψυχές, γιομάτες ζωή. Κι εγώ, από κοντά, να τους παρακολουθώ και μέσα μου να λιώνω. Αν είχα κάποιον να μιλήσω, κάποιον τον πόνο μου να πω, ίσως να ’βρισκα κάποια γιατρειά για την παράξενη εκείνη αρρώστια. Δεν είχα όμως. Κι έτσι τα κρατούσα όλα μέσα μου, και κλεινόμουνα όλο και πιο πολύ στον εαυτό μου. Κι άρχισα να χάνομαι. Κρυβόμουνα από μένα κι απ’ τους ανθρώπους. Κρυβόμουνα για να γλιτώσω απ’ τον πόνο, αλλά ο πόνος ήταν μέσα μου, και πως να του ξεφύγω;
Τον πρώτο καιρό που είπα να ξεκόψω απ’ όλους κι όλα ο Γιώργης με ρώταγε τι μύγα μ’ είχε τσιμπήσει, κι εγώ του έλεγα πως δεν ήμουνα καλά κι ήσυχο να μ’ αφήσει. Κάποιες φορές καταπώς έμαθα με γύρεψε κι η Ελένη, γιατί με συμπαθούσε, λέει, κι ούτε κι αυτή μπορούσε να καταλάβει αυτή την εξαφάνισή μου. Τι να καταλαβαίνανε κι οι δυο, απ’ το μαρτύριο που το μέσα μου έτρωγε καθώς, μέρα τη μέρα, ο έρωτάς τους μεγάλωνε, γιγαντωνόταν!
Ήρθε μια εποχή που γω σα φάντασμα είχα γίνει. Μοναχά τις νύχτες τριγυρνούσα, στους άδειους δρόμους του χωριού, στα περβόλια και στ’ ακροθαλάσσι. Ο Γιώργης, την αλήθεια να την πω, πολύ πονούσε με τον πόνο μου και πολλές φορές προσπάθησε να με κάνει να του μιλήσω, αλλά μάταια. Η ψυχή μου πήρε όλο να μαυρίζει. Και μια γκρίζα απ’ τα σύννεφα νυχτιά, πήρα απόφαση σκληρή και άδικη, αφού το φίλο μου είχα πια μισήσει. «Όχι», είπα μέσα μου, «αυτή τη φορά, Γιώργη, δε θα σου περάσει!».
Έβρεξε πολύ κείνες τις μέρες. Δρόμοι και χωράφια βουλιάξαν στο νερό. Παραμονή του Άι Γιώργη, ο φίλος καταπώς το συνήθιζε, δε βγήκε να ψαρέψει, αλλά κίνησε κοντά μεσάνυχτα στην εκκλησιά του Αγιού να πάει να προσκυνήσει. Μια στάλα εκκλησάκι ήτανε, στην κορυφή ενός λόφου.
Παίρνει δρόμο, λοιπόν, ο Γιώργης, κι εγώ ξοπίσω του από κάποιαν απόσταση να τον ακολουθάω. Όλο λάσπη και γλιστρούσε ο δρόμος, αλλά, κι ας παραπάτησα δυο φορές, δεν εκατάλαβε πως πίσω του βρισκόμουν.
Μόλις έφτασε στο εκκλησάκι, μπήκε να προσκυνήσει κι εγώ απόξω κρύφτηκα να τον παραμονεύω. Πέρασαν λίγα λεπτά, που μες στην παγωμένη μου ψυχή μου φάνηκαν αιώνες. Σα βγήκε επιτέλους έξω στάθηκε, ως πάντα, τη θάλασσα από ψηλά, στα σκοτεινά, να αγναντέψει. Τότες κι εγώ βρήκα ευκαιρία. Με δύναμη πολλή από πίσω τον έσπρωξα και βουτιά μεγάλη έκανε στα βράχια. Την ώρα εκείνη ακριβώς πήρε να ψιλοβρέχει. Άναψα ένα φανό, που πάνω μου εκουβαλούσα, και κατέβηκα σιγά σιγά για να τον βρω. Το κεφάλι του λουσμένο στα αίματα, τον πρόλαβα μόλις μια στιγμή προτού να ξεψυχήσει. «Γιατί;» μονάχα πρόλαβε να ρωτήσει και το μάτι του έγινε γυάλινο, κι από τότε με στοιχειώνει.
Σκαρφάλωσα με βαριά καρδιά τα βράχια, και σαν έφτασα στο εκκλησάκι προσπάθησα στον άτυχο το φίλο μου, άτυχο γιατί είχ’ εμένα φίλο, μια τελευταία ματιά να ρίξω. Τίποτα δε φαινόταν. Πήρα, λοιπόν, τον κατήφορο για το χωριό, καθώς η βροχή καταρράκτης γίνονταν, σβήνοντας τα ίχνη.
Την επόμενη μέρα βούιξε όλο το χωριό πως χάθηκε ο Γιώργης, κι όλοι στα χωράφια, στις κορφούλες και στην ακροθαλασσιά βγήκανε για να τον αναζητήσουν. Μαζί κι εγώ, αλλά δεν κίνησα προς τα εκεί που ήξερα πως βρισκόταν. Αργά το απόγευμα ένας βοσκός, ακούσαμε πως τον βρήκε. Όλοι για ατύχημα μιλήσαν, κι ο αστυφύλακας, κι ο γιατρός, αντίρρηση δε φέραν. Άλλωστε, ήταν φανερό πως εκείνη ήταν η αλήθεια.
Θρήνος μεγάλος έπεσε στο χωριό, που χάθηκε τέτοιο παλικάρι. Άλλοι λέγαν πως θέλημα ήταν θεού και άλλοι του διαβόλου. Απαρηγόρητο ήταν το Λενιώ, μα δίπλα της στεκόμουνα βράχος εγώ, για να τη προστατέψω. Καθώς περνούσε ο καιρός, όλο και περισσότερο κοντά της ήθελε να μένω. Έτσι, σαν ένας χρόνος πέρασε από το φονικό, κανένας δεν παραξενεύτηκε που το Λενιώ, γυναίκα έγινε δική μου.
Τώρα, αν σαν αστεία σου φαίνονται όλ’ αυτά, σε βλέπω κιόλας να χαμογελάς, μεγάλο σου λέω κάνεις λάθος. Πιότερο αληθινή απ’ αυτή, μια ιστορία δε θα μπόραε να γενεί. Γιατί ήρθα δω κάτω τούτη την ώρα να σ’ την πω; Γιατί οι ανάσες μου σε μια στιγμή τελειώνουν, και στον τάφο μου δεν κράταα να πάρω μαζί το μυστικό!»
Εκείνη τη στιγμή κτύπησε το τηλέφωνο, κι ο Μιχάλης χαμογελαστός πήγε να το σηκώσει.
«Μιχάλη...».
«Έλα μάνα. Άκου μια φάση...».
«Μιχάλη... Μιχάλη...».
«Τι έγινε μάνα; Κλαις;»
«Μιχάλη μου... ο παππούς σου, αγόρι μου... πέθανε...».
«Τι λες μάνα;»
Κοιτάει πίσω του, προς την καρέκλα που καθότανε ο γέροντας... Κανείς!


Δημοσίευση σχολίου