Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2008

Το λευκό φως κι η σιωπή

Προσπαθούσα να κοιμηθώ
Μα δεν μπορούσα.
Σκέψεις με ταλάνιζαν
Αναμνήσεις κρατούσαν τα μάτια μ’ ορθάνοικτα.
«Πρέπει...
Πρέπει να τελειώνω με όλα
Όσο είναι ακόμη νωρίς,»
Σκεφτόμουνα.
Αλλά, δεν μπορούσα να κάνω κάτι,
Καθώς ήμουν,
Νυσταγμένος, αλλά άυπνος,
Αποφασισμένος μα αδύναμος.
Η ώρα περνούσε γρήγορα κι αργά,
Με πειθώ αλλά και με μετέωρο το βήμα,
Μέχρι που πήρε να ξημερώνει.
Τότε, σιγά-σιγά, μα ωστόσο αμετάκλητα,
Πήραν να εισβάλλουν στο δωμάτιό μου,
Απ’ το μισόκλειστο παράθυρο,
Το λευκό φως και η πρωινή σιωπή,
Να μπλέκουν τα δάχτυλά τους
Και να πλημμυρίζουν το μέσα μου όλο
Με λόγια ανήκουστα και εικόνες αλλόκοτες -
Όμορφες, μελλοντικές.
Ξύπνησα,
Απ’ την αγρύπνια μου, ξύπνησα,
Άνοιξα τα μάτια της ψυχής στη νέα μέρα και
«Ναι,» ξεφώνισα,
«Ναι, έφτασ’ η ώρα!»
Σηκώθηκα μ’ ένα πλατύ χαμόγελο
Στα χείλη απ’ το κρεβάτι,
Κινώντας με όρεξη κι ανυπομονησία πολλή
Για το βασίλειο του μέλλοντός μου.

Δημοσίευση σχολίου