Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2008

Το αίμα της Ερατώς

Το πρότελευταιο από τη σειρά με τα δήθεν παραμύθια:

Ένα κορίτσι όλο καρδιά ήτανε η Ερατώ. Ξυπνούσε και κοιμόταν με το χαμόγελο, την αγαπούσε όλος ο κόσμος, την ποθούσαν όλοι οι νέοι.
Στην κλειστή κοινωνία ενός χωριού αυτός που ξεχωρίζει είναι σαν καταραμένος. Δεν είναι πρέπον να ξεφεύγει κάποιος απ’ τα συνηθισμένα. Κι η Ερατώ ξέφευγε, πολύ!
Όλοι παριστάναν τους καλούς, τους ευσεβείς, τους πιστούς, τους ανοικτόκαρδους. εκείνη ήταν τα πιο πάνω. Χάριζε απλόχερα αγάπη, σεβόταν θεούς κι ανθρώπους και πίστευε σ’ αυτούς.
Απ’ τα μικράτα της ήταν γενναιόδωρη. Χάριζε τα παιχνίδια της σε άλλα, φτωχότερα παιδιά, ακόμη και το σακάκι της τόλμησε κάποια φορά να βγάλει στη μέση της πλατείας και να το δώσει στο κοριτσάκι μιας ζητιάνας που το ’βλεπε να κρυώνει.
Ο πατέρας της, άρχοντας σωστός, πλούσιος σε χωράφια και λεφτά, δεν έβλεπε με καλό μάτι τις σπατάλες αυτές του κοριτσιού. Κι ας μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια γι’ αυτήν όλοι οι χωριανοί. «Με το ξόδεμα, δε γίνεται κανείς άνθρωπος», σκέφτονταν από μέσα του αλλά, σε ποιον να μιλήσει; Η γυναίκα του ήταν περήφανη για το παιδί, κι οι δυο οι γιοι του δε φαίνονταν να νοιάζονται.
Περνούσε ο χρόνος, η Ερατώ μεγάλωνε και γινόταν όλο και πιο όμορφη, όλο και πιο γενναιόδωρη, ένα αληθινά χρυσό κορίτσι. Οι γριές άναβαν λαμπάδες στ’ όνομά της και παρακαλούσαν το θεό να την έχει πάντοτε καλά, οι μανάδες την καλόβλεπαν για νύφη, τα κορίτσια την εζήλευαν, μα κανένα δεν μπορούσε να της μοιάσει, κι οι νιοι έπιναν νερό και κρασί στο όνομά της.
Ξόδευε πολλές νυχτιές, αμέτρητες μέρες, φροντίζοντας μοναχικές γριές που είχαν αρρωστήσει και δεν είχαν κανένα στον κόσμο αυτό για να τις εκοιτάξει, και άλλες τόσες μαθαίνοντας γράμματα στα τσιγγανόπουλα που είχαν στήσει παραπήγματα έξω απ’ το χωριό, δίχως κανένα κέρδος. Ακόμη κι ο παπάς τόλμησε να πει, «αυτή θα γίνει αγία!»
Παρόλ’ αυτά δεν έλεγε να μαλακώσει η καρδιά του κυρού της. Βιαζόταν, μάλιστα, να τη δει να μεγαλώνει για να τηνε παντρέψει, να τη βάλει σε μια τάξη. Τα ίδια νιώθαν και τ’ αδέρφια της, που θεωρούσαν πως η άμυαλη, τους ξόδευε το βιος τους. Πολλές φορές προσπάθησαν στο τραπέζι σαν εκάθονταν του μεσημεριού, να τη συνεφέρουν, αλλά εκείνη δεν εκαταλάβαινε, μόνο χαμογελούσε.
Στα δεκαοκτώ της πια η Ερατώ, ήταν ωραία σαν οπτασία, με πρόσωπο που έλαμπε πιότερο κι απ’ τον ήλιο, με ολόχρυσα μαλλιά τριγυρισμένο. Κι αρχίσαν το ’να μετά το άλλο να ’ρχονται τα προξενιά, μα ο πατέρας της όλα τα αρνιόταν. Αρχοντοπούλα ήτανε μαθές, δε θα την έδινε ποτέ σε κάποιο φτωχαδάκι. Η Ερατώ; Αυτή χαιρότανε, για του κυρού της τις αρνήσεις. Δεν ήθελε ακόμη εκείνη να παντρευτεί, να μπει στο ψεύτικο χρυσό κλουβί που το ελέγαν γάμο. Έλα, όμως, που άναβαν τα αίματα του κάθε νιου που την εκοιτούσε!
Οι άλλες νέες του χωριού ένιωθαν ένα μίσος να γεννιέται μέσα τους για τούτο το κορίτσι. Πολύ όμορφη, πολύ καλή, πολύ αληθινή, τις γέμιζε με ζήλια. «Δε γίνεται, κάποιο θα κρύβει μυστικό», σκεφτόνταν.
Σιγά σιγά κάποιοι ψίθυροι αρχίσαν να διατρέχουν το χωριό, πως τάχατες η Ερατώ ένα νιο είχε κρυφά αγαπήσει. Κάτι άκουσε κι αυτή, αλλά το μόνο που έκανε ήταν να χαμογελάσει. Ο πατέρας και τ’ αδέρφια της, όμως, ανησυχήσαν. «Βρε, θες να τους σπιτώσει κάνα φτωχοδιάβολο αυτή και το καλό τους όνομα να το αμαυρώσει!»
Όσο περνούσε ο καιρός τόσο οι ψίθυροι πληθαίναν. Μα, κανείς δεν ήξερε από που είχαν ξεκινήσει, και κατά πόσο μέσα τους έκρυβαν την αλήθεια. Η Ερατώ επέμενε πως, όλα ήταν ψέμα. Οι δικοί της, ωστόσο, σα να κάθονταν σε κάρβουνα αναμμένα.
Μέρα τη μέρα ένιωθε τη συμπεριφορά των άλλων χωριανών ν’ αλλάζει απέναντί της. Δεν της χαμογελούσανε όπως παλιά και μισή της λέγανε την καλημέρα. Κι ενώ αυτή συνέχιζε μ’ όλη της την καλή ψυχή της καρδιάς τα δώρα να χαρίζει, οι γύρω της έμοιαζαν πια να την περιφρονούνε. Λες κι όλα όσα έκανε τα έκανε για το συμφέρον. Μονάχα οι τσιγγάνοι φαίνονταν από ψίθυρους και λόγια να μην παίρνουν. Την αγαπούσανε όλοι από καρδιάς, ακόμη και τώρα πια που δεν είχε πολλά να τους προσφέρει, αφού οι δικοί της τής απαγορέψανε να σπαταλά την περιουσία.
Οι νιοι, πάντα την καλοβλέπανε, μα, κάτι σα να άλλαξε σ’ αυτό το βλέμμα. Χάθηκε η αθωότητα. Δεν την κοιτούσαν πια σαν άνθρωπο, αλλά σα σώμα. Κι αν την πετυχαίναν κάπου μοναχή, για το ωραίο της κορμί, ολοένα της μιλούσαν.
Σιγόσβηνε το χαμόγελο από το πρόσωπό της. Κι η ζωή της που ’ταν χαράς δροσιά, με γκρίζα σύννεφα είχε γεμίσει, κι έγινε χλωμή σαν αμαρτία.
Σύχναζε όλο και πιο πολύ στων τσιγγάνων τον καταυλισμό. Εκεί μονάχα ένιωθε πως ζούσε. Απλοί άνθρωποι, καταδεχτικοί, οι τσιγγάνοι την έκαναν δική τους. Μάθαινε να διαβάζουν τα παιδιά κι εκείνα την έκαναν να χαμογελάει. Της άρεσε εκείνη η ζωή, οι τρόποι της απλότης. «Αυτοί ξέρουν να ζουν μονάχα σήμερα, γι’ αυτό και ζούνε», σκέφτονταν σιωπηλά τα βράδια. Δεν ήτανε, όμως, σ’ εκείνο μόνο που διέφεραν απ’ τους λοιπούς ανθρώπους. Οι τσιγγάνοι ψάχναν συνέχεια αφορμή για να χαρούν και να διασκεδάσουν. Δε νοιάζονταν αν είχαν λίγα ή πολλά, κι ούτε ποτέ τους περισσότερα δε φαίνονταν να ζητάνε. Σ’ αντίθεση με τους συγχωριανούς της Ερατώς, που στα μάτια της πια, αχόρταγοι μοιάζαν.
Ω, πόσο τ’ απολάμβανε κάποιες βραδιές, που με τους καλούς της φίλους κάθονταν γύρω απ’ τη φωτιά και τραγουδούσε, ή σα σηκωνόταν και μαζί τους έσυρνε άγριο χορό βγαλμένο απ’ της ιστορίας τα βάθη.
Ηθελημένα ή άθελά της η Ερατώ, μ’ αυτό τον τρόπο της ζωής, τις φήμες τις κακές που φτιάχτηκαν γι’ αυτή, μόνη τροφοδοτούσε. Κι όσοι καλό είδαν απ’ αυτήν, τώρα, δεν ήθελαν καθόλου να την ξέρουν. Οι νέες χαίρονταν πια, γιατί με τον τρόπο τους το διαβολικό κατάφεραν να την καταστρέψουν. Οι μανάδες που παλιά την έβλεπαν σαν άγγελο, τη θεωρούσαν πια κατάρα, κι οι νιοι. αυτοί μονάχα σκέφτονταν, πως το κορμί της να κουρσέψουν. Μοναχά κάποιες γριές επέμεναν να την αγαπούνε. Γιατί σαν ήταν άρρωστες, μοναχά εκείνη τις κοιτούσε. Εκείνη τους έφερνε τα φάρμακα, και πάνω απ’ το προσκεφάλι της πολλές φορές εξενυχτούσε.
Κάποια νυχτιά αργά, ενώ σπίτι της επέστρεφε από τον καταυλισμό των τσιγγάνων, άκουσε βήματα από πίσω της να τηνε πλησιάζουν. Προτού προλάβει να γυρίσει για να δει ποιος την ακολουθούσε, ένιωσε ένα χέρι σκληρό να την αγκαλιάζει από πίσω κι άλλο να τη φιμώνει. «Απόψε θα γίνεις δικιά μου, πόρνη», άκουσε ένα πνιγμένο ψίθυρο στ’ αυτί και τρόμαξε τη φωνή ν’ αναγνωρίσει. Ήτανε ο Νικολής, των αδερφών της ο καλύτερος ο φίλος. Πισθάγκωνα κρατώντας την, την οδήγησε σ’ ένα ερημικό λιοχώραφο. Την έριξε χάμου κι εκειδά τη βίασε, και το κορμί της πότισε το χώμα με το κόκκινο υγρό της αθωότητάς της. Φεύγοντας ο μολευτής πήρε μαζί του μια ζωή και άφησε κουρέλι.
Σέρνοντας σχεδόν τα πόδια της η Ερατώ κίνησε για το σπίτι της και ξύπνησε τους δικούς για να τους πει τι εσυνέβη. Σαν όλα τους τα εξιστόρησε, πήρε η μάνα για να πει, αλλά δεν πρόλαβε να βγάλει άχνα. Ένα χαστούκι άστραψε βαρύ στο πρόσωπο του κοριτσιού ο κύρης και την αποκάλεσε καταραμένη. «Ατίμασες τ’ όνομά μας», βρήκε μόνο για να πει. Η μάνα της έπεσε σε μια καρέκλα βαριά, τ’ αδέρφια της κρυφοχαμογελούσαν. Αυτοί, εξάλλου, ήταν σίγουροι πως δεν έφταιξε σε τίποτα ο Νικολής, τίμιος άνθρωπος, καλός και ξηγημένος. Μάλλον, «απ’ το νου της θα τα ’βγαλε όλ’ αυτά, η πουτάνα».
Πήρε να κλαίει η Ερατώ, να φωνάζει αθώα πως είναι. Αλλά, η μάνα της δεν είχε τη δύναμη να την υπερασπιστεί, κι οι άντρες ήταν σίγουροι για την ενοχή της. Κάποια στιγμή σαν έπεσε βαριά σιωπή, ο κύρης της που για ώρα ήταν σκεφτικός, απόσυρε το βλέμμα απ’ το πουθενά και την κοίταξε με μίσος. «Δεν έχεις πια θέση καμιά στο σπίτι αυτό. Μπορείς να φύγεις». Αντιγύρισε το βλέμμα του εκείνη και τον έκανε να σαστίσει, καθώς κει μέσα διάβασε την περιφρόνησή της, το λάθος το δικό του. Μετά, σηκώθηκε περήφανη, χαιρέτισε «γεια σου καημένη μάνα», και κίνησε για τους ανθρώπους τους αληθινούς, τους φίλους της τους τσιγγάνους.
Την επόμενη μέρα βούιξε όλο το χωριό από τα γεγονότα. Κι όλη ρωτούσανε το Νικολή γιατί μαζί του η κολασμένη τα ’χε βάλει. Εκείνος, κορδωμένος πετεινός, τους έλεγε πως του ζήτησε να την παντρευτεί, αλλά επειδή αυτός αρνήθηκε, αποφάσισε να τον εκδικηθεί. Από κοντά και τ’ αδέρφια της που χαμογελαστά σε όλα συμφωνούσαν.
Κάπως έτσι το κορίτσι εκείνο το άγιο έγινε του σατανά η κόρη. Και τις Κυριακές στο κήρυγμά του ο παπάς προέτρεπε τα νέα κορίτσια του χωριού στο θεό να ’ναι πιστά, για να μην έχουν την τύχη την κακή της καταραμένης. Κι εκείνα όλο προσοχή ακούγανε, για να ’χουν κάτι να συζητούν μετά και να γελούνε.
Ζώντας με τους τσιγγάνους φίλους της, η Ερατώ, ένιωθε ευτυχισμένη, νόμιζε πως βρισκόταν στην ασφάλεια και τίποτα δε θα μπορούσε πια να την πειράξει. Δε λογάριαζε, όμως, μέχρι που μπορεί να σε πάει το μίσος. Οι χωριανοί με πρώτους πρώτους τ’ αδέρφια της, το Νικολή και τον παπά, κάθε Κυριακή μετά την εκκλησιά συνεδριάζαν, και να βρουν τρόπο ψάχνανε, τους τσιγγάνους για να διώξουνε απ’ την περιοχή τους. «Οι σατανάδες τι γυρεύουνε μες στα δικά μας σπίτια;», αναρωτιόταν ο κύρης του κοριτσιού, ο άρχοντας, κι οι άλλοι συμφωνούσαν.
Κάποια βράδια, καιρό μετά, καθώς η Ερατώ με τρόμο και χαρά ανακάλυπτε πως έγκυος ήταν, ένας βοσκός πήγε τρεχάτος στο χωριό για να καταγγείλει πως τρία απ’ τα πρόβατά του κάποιοι είχαν κλέψει. Και βρήκανε οι άθλιοι την αφορμή, κι είπαν πως ένοχοι ήταν οι τσιγγάνοι.
Την επόμενη μέρα άντρες πολλοί αρματώθηκαν και κίνησαν για τον καταυλισμό, τους τσιγγάνους με το καλό ή με το άγριο να τους εδιώξουν. Αυτοί αρνηθήκαν την κλοπή και, «από δω δεν το κουνάμε», είπαν. Ο Νικολής, τραβώντας το μαχαίρι του, πρώτος το φονικό χορό πήρε να χορεύει κι οι άλλοι ακολουθήσαν. Έκπληκτοι κι άοπλοι οι φτωχοί τσιγγάνοι, ο ένας μετά τον άλλο έπεφταν κάτω απ’ τα φονικά μαχαίρια. Το αίμα χύνονταν πολύ κι η γη ποτίζονταν κι έχανε τη ζωή της. Οι γυναίκες θρήνο έσερναν βαρύ και τα παιδιά τους τραβούσανε μακριά, αυτά τουλάχιστον απ’ το λουτρό να σώσουνε του Χάρου.
Μονάχα μια γυναίκα δεν έτρεξε μακριά, μα ένα μαχαίρι άρπαξε και ρίχτηκε στη μάχη. Και καθώς του διάβολου ο πρώτος μαχητής, ο Νικολής, ετοιμαζόταν ένα παιδί που πίσω ξέμεινε να σφάξει, ένα μαχαίρι ένιωσε να του χαρακώνει βαθιά το στήθος, και προτού ξοδέψει την τελευταία του πνοή, πρόλαβε να δει, της Ερατώς να τον διαπερνά το φλογισμένο βλέμμα. Αμέσως μετά, κάποιος δειλός, πλησίασε από πίσω και με μαχαίρι κοφτερό έκοψε το λαιμό της. Κανένας δεν αντίκρισε ποτέ το φονιά πατέρα να δακρύζει.
Όλοι οι άντρες του τσιγγάνικου καταυλισμού στο τέλος της μέρας ήτανε νεκροί ή βαριά τραυματισμένοι. Οι γυναίκες κλαίγαν για το κακό που ήρθε και πεισμώνανε για να το ενικήσουν.
Σύμφωνα με το θρύλο, μια απ’ αυτές ένα ματωμένο, κάπου, βρήκε μαχαίρι, που ήταν μαγεμένο. Λέγαν πως σ’ όποιαν άγγιζε πληγή αμέσως γιατρευόταν κι ότι σημάδι ήτανε πως ο θεός μαζί τους πια κατοικούσε.
Την Ερατώ τη θάψανε στην κορυφή ενός βουνού, όπου ν’ ανεβαίνει πολύ της άρεσε παλιά, για ν’ αγναντεύει τον κόσμο. Γύρω απ’ τον τάφο της ανθίσανε μεμιάς παράξενα και όμορφα λουλούδια.
Λένε ακόμη, πως εκεί που τηνε σκότωσε ο παιδοφονιάς, ανοίξανε οι τσιγγάνοι ένα πηγάδι, που ολόχρονα αναβλύζει γλυκό νερό και δίνει ζωή στον κάμπο.
Ο πατέρας της για χρόνια πολλά βασανίστηκε από εφιάλτες φρικτούς και μια μέρα με παγωμένο το βλέμμα τον βρήκανε νεκρό μες στο κρεβάτι. Οι χωριανοί ελέγανε πως «πριν ο θάνατος τον βρει, συνάντησε τον Χάρο».
Τ’ αδέρφια της τα χτύπησε μια αρρώστια τρομερή, και καθηλώθηκαν κι οι δυο ως το θάνατό τους στο κρεβάτι.
Ο παπάς του χωριού ξεψύχησε καθώς έκανε κήρυγμα αγάπης στην εκκλησιά, για τους «σατανάδες τους τσιγγάνους, που τη θρησκεία μας θέλουν να καταστρέψουν».
Η ελιά κάτω απ’ την οποία γνώρισε τη φρίκη η Ερατώ ξεράθηκε, αλλά γύρω της ανθίζουνε ολόχρονα αλλόκοτες παπαρούνες.
Το όνομα Ερατώ, είναι το πιο συνηθισμένο στον τσιγγάνικο καταυλισμό!


Δημοσίευση σχολίου