Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2008

Λιλή Ζωγράφου - Που έδυ μου το κάλλος

«Αχάριστη καρδιά δε σου ’φτασαν τόσα χρόνια που σε περίμενα; Χωρίς μέτρο σ’ αγάπησα. Και χωρίς έλεος φέρθηκα στους δικούς μου. Ούτε τη μάνα μου δεν έκλαψα όταν πέθανε. Απ’ όλους με χώριζε η βαριά σκιά σου. Τεράστια σαν τις αποστάσεις που μας χώριζαν, σαν την σιωπή σου που πολλαπλασιαζόταν με τους χρόνους σε θάνατο διαρκείας. Ποτέ δε σ’ αγάπησα τόσο όσο πόνεσα για το χαμό σου. Πόσους; Τριάντα; Κι οι μέρες τριακόσιες εξήντα πέντε κι οι νύχτες διπλάσιες. Μια αιωνιότητα γίνηκες απουσιάζοντας από τη λαμπερή νιότη μου που μάζευε με τις αγρύπνιες, που θάμπωνε αφού δεν καταύγαζε πια τη λατρεία του βλέμματός σου που κλόνιζε το ένοχο βάδισμά μου καθώς γλιστρούσε αθόρυβα στο μισοσκόταδο, με ταμπούρλα στην καρδιά μου, τρελή, τρελή, μονολογούσα, λες και προσευχόμουν, καθώς είχα μόλις ξεφύγει από τα συνωμοτικά ψιθυρίσματα του σπιτιού μου που όλο και κάποιο σαμποτάζ σκάρωναν με κείνον τον κρυμμένο αντάρτη στο κελάρι, τον κοντό ήρωα που θα σας τίναζε στον αέρα. Η τελευταία μαχαιριά της προδοσίας μου σταματούσε την καρδιά μόλις διέκρινα να γυαλίζουν στο σκοτάδι τα μπρούντζινα μετάλλια στη στολή σου κι αμέσως άνοιγαν οι φτερούγες των χεριών σου κι ένιωθα μόνο τον παφλασμό των ωκεανών που μ’ έπαιρναν, μ’ έπαιρναν στην υγρασία των χειλιών σου κι όλα γίνονταν χαμός. Και αλήθεια είχε γεννηθεί ο Κύριος και γω χανόμουν διά την αγάπην Αυτού και τραγουδούσα με το κορμί μου ύμνους στην άρπα της γης. Κύριε, Κύριε, καλώς εγεννήθεις...»

Απόσπασμα
Δημοσίευση σχολίου