Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2008

Σάριτα

Σας παραδίδω, δίχως πόνο ψυχής, ένα ακόμη από τα δήθεν παραμύθια μου:

Μερικές ιστορίες γίνονται θρύλοι. Μερικές δεισιδαιμονίες γίνονται πιστεύω. Κάποιοι θρύλοι και κάποια πιστεύω δεν πεθαίνουν ποτέ.
Ένα χωριό όπου η φτώχεια είναι τρόπος ζωής. Σπίτια κτισμένα από ξύλα και λάσπη και καπέλα καλαμοσκεπές. Για πάτωμα, κόκκινο χώμα.
Το πιο μεγαλοπρεπές κτήριο, μια χριστιανική εκκλησιά κτισμένη με τον ίδιο τρόπο, αλλά μεγάλη και πλούσια διακοσμημένη, απόδειξη ότι η λαίλαπα που αποκαλούν ιεραπόστολοι, έφτασε κι εδώ. Από τότε χάθηκε η αθωότητά μας!
Ήρθαν, λοιπόν, να μας διδάξουν. Να μας ανοίξουν τα μάτια. Να μας μιλήσουν για τη νέα θρησκεία που έχει σα βάση της την καρτερικότητα. Εμείς, πεθαίναμε απ’ την πείνα και τις αρρώστιες, κι αυτοί μας έλεγαν να κάνουμε υπομονή και να ευχαριστούμε το θεό, γιατί όσοι υποφέρουν σ’ αυτή τη γη θ’ ανταμειφθούν πλούσια στην άλλη ζωή.
Στην άλλη ζωή! Και πως ξέραμε τι θα συναντούσαμε στην άλλη ζωή; Ή μήπως θα έπρεπε να πιστέψουμε αυτούς τους νιοφερμένους, που το μόνο που γνώριζαν για τη ζήση ήταν ο φόβος;
Ωστόσο πολλοί ασπάστηκαν τη νέα θρησκεία. Ήταν και το φαγητό στη μέση. Συνήθως οι ξένοι έρχονταν με πλούσιες προμήθειες, και άλλα άφθονα αγαθά συνήθως τους ακολουθούσαν. Θυσίαζαν, λοιπόν, μια Κυριακή για τα καλά της κοιλιάς τους, κι αμέτρητες νυχτιές λατρεύοντας τη γύρω τους φύση και τους ορατούς θεούς, αυτούς που ποτέ δεν τους ζήτησαν κι ούτε τους υποσχέθηκαν κάτι.
Δύσκολη ζωή, αλλά κυλούσε. Γενιές ολόκληρες μεγάλωσαν μες στη φτώχεια και έμαθαν να επιβιώνουν. Το ίδιο και μεις. Ακόμη κι όσοι δεν ασπαστήκαμε τη θρησκεία που μας φέραν κάναμε παρέα με τους ξένους, ειδικά μ’ αυτούς που δεν ήταν φανατικοί. Κάποιους, μάλιστα, φτάσαμε να τους συμπαθήσουμε. Ήταν αυτοί που αποκαλούσανε εαυτούς, τυχοδιώκτες. Σκληροί, μα ανοικτόκαρδοι άντρες που ο καθένας έσερνε πίσω του κάποιο έγκλημα, γι’ αυτό και ξενιτεύτηκαν. «Θρησκεία και πρασινάλογα», μονολογούσανε.
Αυτοί μας μάθαιναν τον κόσμο τους κι εμείς τους δείχναμε το δικό μας. Και χαιρόταν ο ένας την παρουσία του άλλου. Οι ιεραπόστολοι δεν έβλεπαν με καλό μάτι αυτές τις συναναστροφές, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν και κάτι. Δίχως εκείνα τα θεριά ξέραν πως ήταν χαμένοι.
Σύντομα το καταλάβαμε αυτό κι εμείς, κι έχοντας - παρά τα προβλήματα -, τη διασκέδαση στο αίμα μας, όλο και κάποια πλάκα σκαρώναμε στους παπάδες για να τους σκανταλίσουμε. Τη μια λέγαμε στα κορίτσια να πάνε να κολυμπήσουν γυμνά εκεί που λούζονταν οι παπάδες, την άλλη πείθαμε μια νέα μάνα να βυζάξει το παιδί της μέσα στο ναό, την παράλλη στέλναμε κάποια να αποπλανήσει κανένα νεαρό ιεραπόστολο… Καλά περνούσαμε, κι ας μην έπιαναν πάντα τα κόλπα μας.
Εκείνοι; Εκείνοι μας αποκαλούσαν αμαρτωλούς και άσωτους, και θα χάναμε λέει τη βασιλεία των ουρανών. Και τότε, εμείς κοιτούσαμε τον ουρανό για να δούμε που ήταν αυτή η βασιλεία και γιατί θα τη χάναμε!
Αλλά, όσο περνούσε ο καιρός, η νέα θρησκεία που εκπροσωπούσαν οι πάντα σκυθρωποί εκείνοι άνθρωποι, αποκτούσε όλο και περισσότερους οπαδούς. Όλα, βλέπετε, περνούν απ’ το στομάχι κι αυτό, τώρα πια, γέμιζε. Σιγά σιγά άρχισαν να υποχωρούν και οι παλιές δεισιδαιμονίες.
Μόνο κάποιοι νέοι μείναμε πιστοί στις ρίζες μας, και κάποιοι πολύ γέροι. Οι τελευταίοι μονολογούσαν πως με τα καμώματά τους οι νιοφερμένοι και οι πιστοί τους, θα θύμωναν τα πνεύματα του δάσους, κι εκείνα, σε κάποια ανύποπτη στιγμή θα ζητούσαν την εκδίκησή τους. «Να φοβάστε την μπόρα που έρχεται όταν είναι καθαρός ο ουρανός», λέγανε.
Πολλές φορές μαζευόμασταν οι λίγοι εμείς, και δυο-τρεις τυχοδιώκτες, σε μια απρόσιτη όχθη του ποταμού και μιλούσαμε για την κατάρα που βρήκε το χωριό μας. Μπορεί να γέμισαν τα στομάχια, αλλά, έσβησε το χαμόγελο, χάθηκε η αθωότητα. Ήμασταν ερωτικός λαός και ήρθαν και μας είπαν ότι ο έρωτας έξω από το γάμο είναι αμαρτία. Ήμασταν έξω καρδιά άνθρωποι και ήρθαν να μας πουν να κρατούμε τα κρυφά κρυμμένα και να τα λέμε μόνο σ’ ένα παπά. Ήμασταν αθώοι μες στη γύμνια μας και ήρθαν να μας ντύσουν γιατί το να είμαστε γυμνοί, δηλαδή ο προαιώνιος εαυτός μας, ήταν αμαρτία. Ένας γέροντας προέβλεψε ότι κάτι συνταρακτικό θα συνέβαινε σύντομα. «Το διάβασα στ’ άστρα. Αλάθητο σημάδι».
Οι αρχαίες τελετές έσβηναν, οι παλιές συνήθειες χάνονταν. Η ζωή φτώχαινε μέρα τη μέρα από χρώμα. Και τότε, το θαύμα έγινε. Αν και δεν ξέραμε ακόμη αν ήτανε εκείνο που προέβλεψε ο γέρος. Μια εβδομήντα χρονώ γριά έμεινε έγκυος. Κανείς δεν μπορούσε να το πιστέψει, κι όλοι μιλούσανε γι’ ανεμογκάστρι. Η γριά, όμως, επέμενε και δεν αργήσαμε να καταλάβουμε πως είχε δίκιο. Θα γεννούσε το πρώτο της παιδί λίγο πριν να πεθάνει, αφού ξόδεψε μια ολόκληρη ζωή πιστεύοντας πως είναι στείρα.
«Παράξενοι οι τρόποι του θεού», αποφάνθηκαν οι παπάδες μια και η γριά εκείνη ήταν από τις πιστές του δόγματός τους. Θα πιστεύαμε και μεις πως ο θεός τους έκανε το θαύμα, αν δε γνωρίζαμε πως η γριά απ’ τον καιρό που πέθανε ο γέρος της, την κατάβρισκε μ’ ένα βαρβάτο νέγρο και σύμφωνα με τους γειτόνους πολλές φορές σειόταν το καλύβι απ’ το γλέντι. Όσο για την πίστη της. εξασφάλιζε φαΐ και για τους δυο, καθώς και μικροπροσφορές για τις τελετές της αρχαίας θρησκείας!
Πέρασε γρήγορα ο καιρός. Και γεννήθηκε το μωρό. Ήταν κορίτσι. Οι ιεραπόστολοι θέλαν να το βαφτίσουν με το δικό τους τρόπο, αλλά η γριά τους το ξέκοψε: «Το παιδί είναι δικό μου και μην τολμήσει κανείς να βάλει χέρι πάνω του». Πήγαν να της αντιτείνουν πως είχε γίνει ήδη χριστιανή και λίγο έλειψε να πνιγεί από τα γέλια. «Για το φαγητό το έκανα», ομολόγησε.
Το κορίτσι, λοιπόν, βαφτίστηκε με τους αρχαίους τρόπους, έτσι δεν το ονοματίσαν Μαρία αλλά Σάριτα. Κι ήταν παράξενο κορίτσι, αλήθεια. Ακόμη κι οι παπάδες όταν το πρωταντίκρισαν φάνηκαν να τρομάζουν, κι αμέσως αντιλήφτηκαν - αυτοί δα, όλα αμέσως τα καταλαβαίνουν -, και το διακήρυξαν πως το παιδί ήταν έργο του σατανά. Και μεις οι αγράμματοι, που πιστεύαμε πως το μωρό ήταν απλά μωρό! ενώ ήταν και έργο. Ένα έργο με μεγάλα μάτια πράσινα, που ώρες-ώρες φαίνονταν ν’ αλλάζουν χρώμα. Με δέρμα απαλό στο χρώμα του καφέ και με μια μυρουδιά που θύμιζε λουλούδι. «Ήρθε αυτή που θα μας σώσει», δήλωσε κάποια νυχτιά ο γέροντας-προφήτης, και τα λόγια του αυτά χαράχτηκαν βαθιά μες στην ψυχή μας.
Όχι, δεν ήταν έκπληξη για μας που σωτήρας μας θα γίνονταν - αν γίνονταν - κάποια γυναίκα. Εξάλλου, περισσότερες θεές λατρεύαμε παρά θεούς. Η θεά Σελήνη, η θεά Γη, η θεά Μητέρα (φύση), ήταν οι πιο σημαντικές θεότητές μας. Θεότητες που βλέπαμε, και όχι πράγματ’ αόριστα και φανταστικά. Πιστεύαμε πως αυτές μας έδιναν ζωή και χαρά. Ξέραμε πως η πείνα, η δυστυχία, ο θάνατος προέρχονταν από τις περιστάσεις. Με τις παλιές θρησκείες, με τις δεισιδαιμονίες μας, νιώθαμε λεύτεροι. Το κορμί ήταν γιορτή κι όχι κατάρα. Θα μας λύτρωνε άραγε, στ’ αλήθεια, εκείνο το κορίτσι απ’ την εισαγόμενη σωτηρία;
Περνούσε ο καιρός, η Σάριτα μεγάλωνε, κι άρχισε να μιλάει προτού καλά καλά να περπατήσει. Ακουγόταν τόσο καθαρά η παιδική φωνή της, τόσο ανάρια, που χαιρόμασταν να την ακούμε. Αν ήταν όμορφη μικρούλα; όχι. Μόνο η φωνή κι εκείνα τα τεράστια μάτια της την έκαναν να ξεχωρίζει. Πάντως τους παπάδες τους τρόμαζε, κι όποιος βρίσκονταν κοντά της, γλίτωνε τη γλωσσοδιάρροιά τους για την κόλαση και την αιώνια καταδίκη.
Όλοι λάτρευαν τη Σάριτα, ακόμη και κείνοι πόδειχναν πως πιστοί χριστιανοί είχανε γίνει. Κι οι τυχοδιώκτες οι φίλοι μας, όλο της έκαναν δώρα. Της σκάλιζαν ξύλινες κούκλες και καραβάκια, και κάποιος που ένα φεγγάρι ράφτης έκανε, έκλεψε απ’ την ιεραποστολή υφάσματα και της έφτιαξε τα πιο όμορφα ρουχάκια. Θάπρεπε να βλέπατε από μια μεριά το ασχημοπαπάκι μας, σαν πριγκίπισσα ντυμένο.
Δυο-τρία χρόνια πέρασαν κι η Σάριτα ήταν σαν αντικείμενο λατρείας. Οι παπάδες λέγαν πως πάνω της έριξε όλες τις δυνάμεις του ο σατανάς, και πως μεγάλο κακό μας περιμένει. «Που μας περιμένει;» ρωτούσαμε, με πραγματική απορία. Όταν κατάλαβαν πως μέρα τη μέρα η δύναμή τους μειωνόταν, απεσταλμένο έστειλαν στη μεγάλη πόλη για να ζητήσει το μέγα εξορκιστή.
Μετά από πολλές μέρες εγύρισε, συνοδεύοντας τον εξορκιστή - και κάποιους βοηθούς -, μες στη μεγαλοπρέπειά του. Τι ρούχα, τι χρυσάφια ήταν αυτά! Τόσο πλούτο πάνω σ’ έναν άνθρωπο βλέπαμε πρώτη μας φορά, θαρρώ και τελευταία.
Κίνησε αυτός για την εκκλησιά, κι από πίσω του σαν τα αρνιά οι ιεραπόστολοι και κάποιοι πιστοί ακολουθήσαν. Ζήτησε να του φέρουν το κορίτσι, αλλά η μάνα του αρνήθηκε να το αφήσει να πάει εκεί και κανείς δεν μπορούσε να την αναγκάσει να το κάνει. Εξάλλου, στηθήκαμε νέοι πολλοί γύρω απ’ τη Σάριτα, ανθρώπινη ασπίδα.
Τι να κάνει η εξοχότητά του; Ήρθε να τη βρει. Μας είδε όλους εμάς γύρω απ’ αυτή να τη φυλάμε, και λύσσαξε απ’ το κακό του, μα τίποτα δεν τόλμησε να πει. Ζήτησε να του κάνουμε χώρο να περάσει κι υπακούσαμε. Είδε το κορίτσι να κάθεται στο χώμα και να παίζει με μια ξύλινη κούκλα. Της μίλησε κι αυτή δεν του απάντησε. Της μίλησε ξανά, τίποτα. Φανερά εκνευρισμένος, παίρνει την κούκλα απ’ τα χέρια της, την πετάει στο χώμα, την πατάει, την σπάει. Σηκώνει τότε το βλέμμα της η Σάριτα και τον κοιτά μ’ ένα ειρωνικό ύφος. Πάγωσε ο μέγας. Είδαμε το πρόσωπό του κι αρχίσαμε να γελάμε. Συνήλθε αμέσως αυτός, κι έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα σταυρό, και βάζοντάς τον μπροστά απ’ το κορίτσι άρχισε να λέει λέξεις παράξενες. Μιλούσε, τον ακούγαμε, καταλαβαίναν οι παπάδες. Κι η Σάριτα; Πήρε τη σπασμένη κούκλα, την άλειψε με πηλό, την ξέπλυνε με νερό, και την πρότεινε στον εξορκιστή, που με φρίκη του αντίκρισε ολοκαίνουριο το παιγνίδι. Άφησε να του ξεφύγει μια τρομαγμένη κραυγή κι έκανε ένα βήμα πίσω, ενώ κάποιοι ιεραπόστολοι τόβαλαν στα πόδια. Σε λίγο, όμως, ανασκουμπώθηκε. «Σατανά, δε θα σ’ αφήσω να νικήσεις.» Πλησίασε πάλι, λοιπόν, με προστασία το σταυρό κι άρχισε να μουρμουρίζει, ενώ εμείς κρυφογελούσαμε, κι ήμασταν σίγουροι πως κάποιο άλλο κακό τον περιμένει. Λέει και ψέλνει και ξαναλέει και ξαναψέλνει και κάποια στιγμή ακουμπά το σταυρό στο μέτωπο της Σάριτα που ατάραχη τον κοιτάει. Κι αυτός τυλίγεται στις φλόγες. Τον αφήνει απ’ τα χέρια του τρομαγμένος κι αρχίζει να τρέχει προς το βουνό. Δεν τον ξανάδαμε ποτέ, αν και κάποιες φήμες φτάνουν στ’ αυτιά μας για κάποιο ερημίτη, που ζει σε μια σπηλιά κι όλο προσεύχεται στον ουρανό κορίτσι να μην ξαναντικρίσει.
Τέτοια τρομάρα που πήραν οι παπάδες αποφάσισαν για πολύ καιρό για θεούς και δαίμονες να μην ξαναμιλήσουν. Ήτανε, όμως, σκεφτικοί και ψάχναν να βρούνε τρόπο, το διάβολο να διώξουνε απ’ το χωριό. Μα, πάντα καταλήγανε στην άποψη πως αυτό ήταν αδύνατο να γίνει, μια και το κορίτσι όλοι το αγαπούσαν.
Έπαιζε, γλένταγε, γελούσε, τραγουδούσε η Σάριτα και μας έλεγε παράξενες ιστορίες, για κάποιο παρελθόν που ποτέ κανένας από μας δεν είχε ζήσει. Κι όλοι σκεφτόμασταν πως είχε πλούσια φαντασία, μέχρι που μάθαμε πως οι δυο στις τρεις ιστορίες της ήταν παρμένες απ’ της φυλής μας τη μυθολογία, εκείνην την οποία γνώριζαν οι διαλεχτοί και λίγοι. Πως, λοιπόν, και που τις έμαθε αυτή και μας τις διηγιόταν; Ρωτούσαμε, αλλά δεν περιμέναμε να πάρουμ’ απαντήσεις. Εξάλλου, το αλλόκοτο ήταν η δεύτερη φύση εκείνης της μικρής. Πέντε χρονώ θάταν δε θάτανε, και έμοιαζε να κατέχει όλου του κόσμου τη σοφία.
Αλλά, οι εκπλήξεις δεν τέλειωναν εκεί. Ένα πρωί μια νέα γυναίκα, έφτασε στο σπίτι της Σάριτα, κουβαλώντας τυλιγμένο σ’ ένα πανί το μωράκι της, δύο μηνών, που ψήνονταν στον κίτρινο πυρετό. Όλοι ξέραμε πως απ’ την αρρώστια αυτή, κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να επιζήσει. Όμως, η νέα είπε στη γριά μάνα του κοριτσιού ότι είδε όνειρο μια λαμπερή μορφή, και την άκουσε να λέει πως αν θέλει το παιδί της να σωθεί, πρέπει να το αποθέσει στης Σάριτα την αγκάλη. Φωτίστηκε το πρόσωπο της γριάς και τη νέα οδήγησε στην πίσω αυλή όπου η μικρή έπαιζε μες στις λάσπες. Καθίσαν και οι δύο δίπλα της κι όταν σταμάτησε το παιγνίδι τής έδωσαν το μωρό για να το κρατήσει. Με το που το αγκάλιασε αυτή αναψοκοκκίνισε το πρόσωπό της και έφεξαν, λέγαν οι γυναίκες μετά, τα πράσινα μεγάλα μάτια της από θεία φλόγα. Κι η αναπνοή του μωρού που μέχρι τότε μόλις που ακούγονταν πήρε να δυναμώνει. Σε λίγο άνοιξε τα μάτια του στη Σάριτα για να χαμογελάσει.
Το θαύμα διαδόθηκε αμέσως σ’ όλο το χωριό και όλοι τρέξαν με χαρά στο σπίτι του άγιου κοριτσιού για να το θαυμάσουν. Κάποιοι πήγαν και τους αρρώστους τους, αφού μετά απ’ ό,τι έγινε γεννήθηκε μέσα τους η ελπίδα. Και δεν απογοητεύτηκαν. Όποιον άγγιζε η Σάριτα αμέσως έπαιρνε ζωή: πυρετοί, πονόδοντοι, κοιλόπονοι, όλα γιατρεύονταν.
Κι οι ιεραπόστολοι; Ήταν έτοιμοι να σκάσουν απ’ το κακό τους, αφού η μικρή μάγισσα τους έπαιρνε την… πελατεία. Και δώστου σκέψεις και συσκέψεις. Λύση όμως δεν βρίσκαν, έτσι, έστειλαν επιστολή στο Βατικανό ζητώντας οδηγίες.
Μα, μέχρι να πάει κάπου μια επιστολή, εκείνη την εποχή, κι απάντηση να έρθει χρειάζοταν καιρός πολύς, και μέχρι να φτάσει κι η αποστολή που υποσχέθηκε ο Πάπας, άλλος τόσος.
Η Σάριτα συγκέντρωνε πια γύρω της όλο το χωριό, νέους και γέρους και παιδιά, κι όλους τους τυχοδιώκτες, που μέρα τη μέρα όλο και πιο κοντά τους νιώθαμε. Ήτανε, βλέπετε, αυτοί άνθρωποι που ξεχείλιζαν από ζωή και δεν άντεχαν στη φυλακή της νέας θρησκείας. Συζητούσαμε όλοι μαζί, τρόπο να βρούμε για να διώξουμε απ’ τον τόπο μας τους ιεραποστόλους. Δεν ήμασταν βίαιοι. Κι ούτε πολεμήσαμε ποτέ κανένα. Ξέραμε πως η γη ανήκει σε όλους και πρέπει να τη μοιραζόμαστε όλοι. Αλλά, εκείνοι που ήρθαν να μας διδάξουν την αγάπη, μόνο το κακό γνωρίζαν.
Όσες συζητήσεις κι αν κάναμε φτάναμε πάντα σε αδιέξοδο και δεν μπορούσαμε να καταλήξουμε σε μια δράση. Ακόμη κι οι τυχοδιώκτες που στο παρελθόν ήταν βίαιοι άνθρωποι, είχαν πια μπει στη δική μας ψυχική κατάσταση και δεν ήθελαν να λερώσουν ξανά τα χέρια τους με αίμα. Μόνο η Σάριτα είπε: «Όλα θα τελειώσουν όταν εγώ πεθάνω». Γελάσαμε. Γέλασε κι εκείνη, αλλά αινιγματικό πολύ μου φάνηκε το βλέμμα της.
Μετά από πολλά φεγγάρια έφτασε μια μεγάλη αποστολή στο χωριό μας κι έκανε κατάληψη. Επικεφαλής ήταν ο αρχιεξορκιστής του Βατικανού, ένας επίσκοπος τάδε, πολλοί στρατιώτες, παπάδες και παπαδοπαίδια. Ξεθάρρεψαν οι ιεραπόστολοι. Πίστεψαν πως τώρα θα χτυπούσαν το κακό στη ρίζα του και θάπαιρναν ξανά την κατάσταση στα χέρια τους. «Αρκετά κράτησε η βασιλεία του σατανά!»
Ζήτησε, λοιπόν, ο αρχιεξορκιστής να του πάνε το παιδί, κάτι που φυσικά δεν έγινε. Έτσι, αναγκάστηκε κι αυτός, ο μέγιστος, να πάει το βρει να παίζει μες στις λάσπες. Ήμασταν κι όλοι οι χωριανοί εκεί για να τον υποδεχτούμε. Του ρίχναμε πλατιά χαμόγελα και ψεύτικες υποκλίσεις. Κάποιος ανάγωγος τούριξε και μια μπανάνα πετυχαίνοντας τον άγιο σκούφο. Και δώστου γέλιο εμείς. Και δώστου νεύρα εκείνος κι οι παπάδες. Και δώστου σπρωξιές οι στρατιώτες για ν’ ανοίξουμε δρόμο να περάσουν.
Σιγά σιγά φτάσαν ως τη Σάριτα, που έπαιζε αμέριμνα σαν όλα τα παιδάκια. Ο μέγας στάθηκε μπροστά της επιβλητικός και τη διέταξε να σηκωθεί. Εκείνη, αρκέστηκε να σηκώσει το βλέμμα της και να χαμογελάσει. «Σήκω αμέσως, αλλιώς θα σε σηκώσουν με το ζόρι οι στρατιώτες» ούρλιαξε, νομίζοντας πως θα την τρομάξει. Το κορίτσι, πήρε να γελάει και μαζί του όλο το χωριό. Μες στα βροντερά τα γέλια που έφταναν από παντού, ο κατακόκκινος απ’ την προσβολή και τα νεύρα άρχοντας διέταξε δυο στρατιώτες να τη συλλάβουν. Μα, με το που την άγγιξαν έπεσαν κι οι δυο νεκροί. Βλέποντας το νέο θαύμα ο μέγας, οι στρατιώτες κι οι ιεραπόστολοι το έβαλαν στα πόδια, καθώς η πλάση όλη φαίνονταν να σείεται από άγριο γέλιο.
Το βράδυ τα σκουφιά συνεδρίασαν στην ιεραποστολή κι αποφάνθηκαν πως, τώρα πια τα πράγματα έφτασαν στο μη παρέκει. Έτσι, αποφάσισαν πως το καλύτερο ήταν το κορίτσι να σκοτώσουν. Οι χωρικοί σαν έβλεπαν πόσο εύκολο ήταν να πεθάνει, σίγουρα και πάλι θα στρέφονταν στη νέα πίστη, που μόνο αυτή πια θα μπόραε να τους προσφέρει την ελπίδα.
Μα πως να τη σκοτώσουν, αφού οι δυο στρατιώτες που την άγγιξαν έχασαν τη ζωή τους. «Όσα δε φτάνουν τα χέρια, τα φτάνει το σπαθί», αποφάνθηκε ο εξορκιστής κι οι άλλοι άγιοι συμφωνήσαν.
Απ’ την άλλη μέρα το πρωί άρχισαν να παρακολουθούν το κορίτσι, θέλοντας να βρουν το καλύτερο και πιο ήσυχο τρόπο για να τη δολοφονήσουν. Πέρασαν μέρες πολλές, ευκαιρία δε βρίσκανε, και τα θαύματα της Σάριτα δεν είχαν τελειωμό. Όμως, η τύχη δεν το θέλησε στο πλάι της να παραμείνει, έτσι κάποια νυχτιά μ’ ολόγιομο φεγγάρι, οι στρατιώτες τη βρήκανε στου ποταμού την όχθη, και προτού προλάβει εκείνη να τους αντιληφτεί, με μια σπαθιά της κόψαν το κεφάλι.
Το πήραν και το πήγανε στον εξορκιστή, κι αυτός έστειλε να φωνάξουνε όλους τους χωρικούς να μαζευτούνε στην πλατεία. Μετά από ώρα πολλή πήγε εκεί και μας βρήκε όλους να τον περιμένουμε μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο στα χείλη, το οποίο πάγωσε μόλις τον είδαμε να κρατάει στο χέρι απ’ τα μαλλιά, το κοριτσίστικο κεφάλι. Σηκώθηκε μεγάλη βουή, αλλά κανείς δεν κινήθηκε εναντίον των εχτρών. Ολονών είχε ματώσει η καρδιά, εκτός των άγιων κηρύκων της αγάπης.
Στάθηκε ο βέβηλος στο κέντρο της πλατείας και φώναξε: «Αυτά παθαίνει κανείς όταν τα βάζει με τον αληθινό θεό.» Μετά ζήτησε ένα μαχαίρι απόνα φρουρό για… ω, μέχρι που φτάνει η απανθρωπιά… για να της βγάλει τα μάτια. Τα μάτια που είχαν μείνει ορθάνοικτα όταν ο θάνατος τα είχε αγγίξει.
Καθώς τελειώνει το έγκλημα αυτός, σηκώνεται απ’ τη γη μεγάλη βουή κι όλη η πλάση τρέμει. Κόκκινο σαν αίμα γίνεται το νερό στο ποτάμι που διασχίζει το χωριό, και πολύ πριν τα μεσάνυχτα ο ήλιος σιγά σιγά στον ουρανό αρχίζει ν’ ανεβαίνει. Όλοι τρέμουν απ’ το φόβο τους αλλά σε λίγων τις καρδιές γεννιέται και πάλι η ελπίδα.
Σαν έφεξε για τα καλά είδαμε στο αντικρινό βουνό δυο τεράστια μάτια πράσινα να μας χαμογελάνε, και κραυγές τρόμου κι ανακούφισης ακούσαμε να βγαίνουν απ’ των ανθρώπων τα στήθη. Στρατιώτες, ιεραπόστολοι, εξορκιστής και λοιπά κακά, το βάλανε στα πόδια και δεν ξαναπάτησαν στα μέρη μας. Όπως μαθαίνουμε, από ταξιδιώτες, πολλοί απ’ αυτούς πέθαναν στον ύπνο τους απ’ τον τρόμο, καθώς τα όνειρά τους πάντα στοίχειωναν δυο μεγάλα πράσινα μάτια.
Η ιεραποστολή έχει μετατραπεί σε ναό λατρείας της θεάς Μητέρας, κι όλα τα παλιά έθιμα έχουν ξαναζωντανέψει. Ζούμε γυμνοί, εν αρμονία με τη θεία φύση.


Δημοσίευση σχολίου