Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2008

Το Χωριό Φάντασμα

Ένα ακόμη (σαν) παραμύθι:

Είχε ακούσει, κάποτε, να μιλάνε για ένα παράξενο χωριό που βρισκόταν στην κορυφή ενός απόκρημνου βουνού, που θρύλοι το ’χαν ζώσει. Σύμφωνα μ’ αυτούς που ήξεραν, στο χωριό εκείνο ζούσαν κάποιοι αιωνόβιοι άνθρωποι, που γνώριζαν πλήθια μυστικά για το θάνατο και τη ζωή.
Το Γιάννη πάντα τον έλκυαν τα μυστήρια, αλλά πιότερο αγαπούσε να ταξιδεύει σε μέρη παράξενα, σε τόπους όπου οι θρύλοι ήταν ακόμη ζωντανοί, σε γωνιές της χώρας του και της γης, όπου οι πολλοί ακόμη δεν είχαν πάει. Έτσι, ξόδεψε χρόνια πολλά ταξιδεύοντας από χώρα σε χώρα, γνωρίζοντας φυλές και πολιτισμούς, γράφοντας για τις εμπειρίες του. Έφτασε στα σαράντα κάτι και η φλόγα που πάντα έκαιγε μέσα του, η ανάγκη του να φεύγει, δεν έλεγε να καταλαγιάσει. Γι’ αυτό, μόλις βρέθηκε στην Ελλάδα και ξαπόστασε για λίγο, αποφάσισε να επισκεφθεί το παράξενο χωριό εκείνο, για το οποίο τόσα πολλά είχε ακούσει.
Οι γνωστοί του έλεγαν να μην το κάνει, καθώς όποιος πήγαινε, ζωντανός πίσω δε γυρνούσε. Σύμφωνα με τους θρύλους εκεί υπήρχε ένα ποτάμι, το οποίο κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να διασχίσει, πως τα βουνά εκείνα ήταν το άντρο του χάροντα του ίδιου. Γελούσε όταν τ’ άκουγε αυτά ο Γιάννης. Αυτός είχε διασχίσει ποτάμια και ζούγκλες κι έρημους, είχε ανέβει στα ψηλότερα βουνά, είχε γνωρίσει άγριες φυλές και συνυπήρξε με άγρια ζώα, δεν τους φοβότανε τους θρύλους. Έτσι, έφυγε.
Δυο μέρες χρειάστηκε να φτάσει στους πρόποδες του μαγικού βουνού. Ταξίδεψε για ώρες πολλές με το τρένο, μετά μ’ ένα γέρικο λεωφορείο και στο τέλος με τα πόδια. Δεν ήταν κουρασμένος όταν έφτασε σ’ εκείνο το χωριουδάκι στα ριζά του όρους, που αποκαλούσαν Αποκούμπι. Οι λίγοι χωρικοί εκπλάγηκαν σαν είδανε τον ξένο, αν και κατάλαβαν αμέσως τι τον έφερε ως εκεί. Οι γέροντες τον κοιτούσαν σκεφτικά και οι γριές με λύπη. Τους χαιρέτισε. Αντιχαιρετίσανε και του ’πανε να κάτσει να ξαποστάσει. Κάθισε σε μια καρέκλα ψάθινη κάτω από ένα πλάτανο δίπλα στην εκκλησούλα, και τριγύρω του κάτσανε οι γέροντες. «Τι σε φέρνει στα μέρη μας, παιδί μου;» τον ερωτήσαν. Τους είπε. Τότε, εκείνοι τον παρακάλεσαν να πάει πίσω εκεί απ’ όπου ήρθε, αν θέλει το καλό του. Ο Γιάννης χαμογέλασε και τους είπε να μην ανησυχούνε, είχε περάσει πολλά αυτός, αλλά οι γέροντες δεν έδωσαν σημασία. «Πρέπει να φύγεις τώρα, γιε μου, αλλιώς δε θα φύγεις ποτέ». «Θα φύγω, αλλά μόνο για ν’ ανέβω στο βουνό», απάντησε εκείνος.
Είχε σχεδόν νυχτώσει. Θα ήταν αδύνατο να σκαρφαλώσει στο βουνό μες στο σκοτάδι, έτσι οι γέροντες, ελπίζοντας πως αν έμενε μαζί τους εκείνη τη νυχτιά, θα τον έκαναν ν’ αλλάξει γνώμη του πρόσφεραν φαΐ και φιλοξενία. Αλλά ο ξένος, αν και δέχτηκε ευγενικά ό,τι είχαν να του δώσουν, φαγητό, πιοτό και φοβερές ιστορίες, δεν έλεγε τις παραινέσεις τους ν’ ακούσει. Κι ακόμη περισσότερο, όταν τελικά πήγε για ύπνο, ήταν περισσότερο αποφασισμένος παρά ποτέ να πραγματοποιήσει το νέο του άθλο.
Το επόμενο πρωί ξύπνησε με την αυγή κι ετοιμάστηκε στο βουνό ν’ ανέβει. Αλλά, αυτό στάθηκε αδύνατο, καθώς ήταν ολόκληρο κρυμμένο στην ομίχλη. «Δε θα φανεί σήμερα το Φάντασμα», του είπαν οι γριές. «Φάντασμα», αποκαλούσαν το χωριό στην κορυφή του λόφου. Και είχαν δίκιο. Δε φάνηκε καθόλου. Έτσι, πέρασε ολόκληρη την ημέρα μαζί τους, βοηθώντας τους στις δουλειές όπως μπορούσε, κι ακούγοντας τρομακτικές ιστορίες για δαίμονες που το βουνό στοιχειώναν. Του είπαν ακόμη ότι στο Φάντασμα κάποιοι αιωνόβιοι ζούσαν, που με τον διάβολο τον ίδιο είχαν συμμαχήσει. «Δε θα καταφέρετε να με τρομάξετε», έλεγε ο Γιάννης, αλλά εκείνοι επέμεναν, έστω και μάταια, αφού είδαν το μάτι του ξένου να γυαλίζει. Δεν είχε δρόμο επιστροφής.
Ξημέρωσε η άλλη μέρα και το Φάντασμα έκανε την εμφάνισή του στου ουρανού το βάθος. Ευχαρίστησε τους χωρικούς για τη φιλοξενία και κίνησε για τη νέα του περιπέτεια.
Ώρες πολλές χρειάστηκε και κόπο για να φτάσει στην κορφή, κι εκεί αντίκρισε ένα παράξενο θέαμα. Το χωριό έζωναν αρχαϊκά τείχη, κτισμένα πριν από πολλούς αιώνες, τα σπίτια ήταν πετρόκτιστα με καλαμένιες σκέπες, κι οι κάτοικοι… οι κάτοικοι φορούσανε λευκούς μανδύες. Μόνο ένας γέροντας, ο άρχοντας θα ’ταν του χωριού, στα κόκκινα του αίματος ήταν ντυμένος.
Παρέμεινε για ώρα να τους κοιτά αποσβολωμένος. Αυτά που τώρα έβλεπε ξεπερνούσαν την κάθε του φαντασία. «Αδύνατον», σκεφτότανε. «Αδύνατον!» «Γιατί αδύνατον;» τον ρώτησε ο γέροντας, που προφανώς τις σκέψεις του μπορούσε να διαβάσει. Πέτρωσε ο Γιάννης. Λέξη απ’ τα χείλη του, δεν άκουσε για ώρα πολλή, κανείς να βγαίνει.
Κάθισε στο πεζούλι μιας κρήνης, φανερά στις σκέψεις του χαμένος. Οι ντόπιοι αφού κατάλαβαν ότι μέχρι να συνέλθει απ’ το σοκ, δε θα μιλούσε, συνέχισαν με τις δουλειές τους. Μόνο ο γέροντας κάθισε κάπου κοντά, κι άρχισε να παίζει στον αυλό κάτι σκοπούς ωραίους κι άγνωστους, στο χρόνο ξεχασμένους. Ο Γιάννης τον άκουγε, με κλειστά τα μάτια, σιωπηλός, και η ψυχή του πήρε να γαληνεύει. Όταν τελικά άνοιξε τα μάτια, ο γέροντας δεν ήτανε εκεί, αλλά η μουσική μέσα στο κεφάλι του ακόμη αντηχούσε.
Σηκώθηκε και άρχισε να τριγυρνάει στο χωριό. Περπατούσε, κοιτούσε, τα ’χανε, συνέχιζε. Οι ντόπιοι τον έβλεπαν κι απλά χαμογελούσαν. Τα κορίτσια του έριχναν πονηρές ματιές, οι νιοι του επέστρεφαν λαμπερό ένα βλέμμα. Μεγαλύτερο απ’ ό,τι περίμενε αποδείχτηκε το Φάντασμα. Περπατούσε, περπατούσε, κι αυτό δεν είχε τελειωμό. Κι οι άνθρωποι, αμέτρητοι, μέλη ενεργά σε μια αλλοτινή μεγάλη πολιτεία.
Το βράδυ τον βρήκε νηστικό σε μια μικρή πλατεία. Δεν ήξερε που να πάει, δεν ήξερε τι να κάνει, πώς να σκοτώσει την πείνα του, που να ξαπλώσει για να ξαποστάσει το κορμί του. Καθώς τα σκεφτόταν όλ’ αυτά εμφανίστηκε δίπλα του ο γέροντας με τον κόκκινο μανδύα, και του ζήτησε να τον ακολουθήσει. Έτσι και έκανε. Σε λίγο βρέθηκε σ’ ένα τεράστιο κτήριο, ένα λιτό παλάτι. Ο οικοδεσπότης τον οδήγησε σ’ ένα παράξενο δωμάτιο, όπου όλα έμοιαζαν με μια οφθαλμαπάτη. Με μεγάλα αρχαία αγάλματα ήτανε στολισμένο, και υφάσματα πολύχρωμα το ζώναν όλο. Κόρες πανέμορφες, ωσάν θεές και νέοι μ’ αγαλμάτινα κορμιά κάθονταν γύρω από ’να τεράστιο μαρμάρινο τραπέζι, στο οποίο υπήρχαν τα πιο παράξενα φαγιά που είχε ποτέ αντικρίσει ανθρώπου μάτι. Ο γέροντας κι ο ξένος ο άφωνος, κάθισαν ο κάθε ένας στη μια άκρη, με τα νιάτα να τους περιτριγυρίζουν.
«Μπορείς να φας», είπε ο σοφός στο μαρμαρωμένο Γιάννη και όλοι ξέσπασαν στα γέλια. Γέλασε και κείνος, δεν μπορούσε να κάνει άλλωστε αλλιώς, αφού η κατάστασή του ήταν όντως αστεία.
Λίγο λίγο, με το φαγητό, το άφθονο κρασί και τα πολλά τα γέλια, άρχισε να λύνεται κι η γλώσσα. Κυρίως μιλούσε με το γέροντα, ή μάλλον προς το γέροντα, λέγοντάς του για τις περιπέτειές του, για τις γνώσεις που είχε αποκτήσει, για τους κίνδυνους που είχε διατρέξει, για την ιερή τρέλα που από μικρό τον είχε καταλάβει και δεν τον άφηνε να ησυχάσει ούτε στιγμή. Ο γέροντας τον άκουγε προσεκτικά, του έκανε ερωτήσεις και κάποια πνευματώδη σχόλια. Τον συμπάθησε ο Γιάννης. «Επιτέλους, γνώρισα ένα σοφό», σκεφτόταν. «Όλοι είναι σοφοί, απλά δεν το ξέρουν», του είπε εκείνος μες στη σκέψη του. «Με τρομάζεις!» είπε σιωπηλά ο Γιάννης. «Το ξέρω», ήρθε η απάντηση. Γέλασαν κι οι δύο.
Ο ξένος πήρε να κοιτάζει ένα ένα τους συνδαιτυμόνες. Το βλέμμα του στάθηκε σε μια κατάξανθη νέα, που είχε φωτεινό το πρόσωπο, τα μάτια γαλανά και εκτυφλωτικά λευκό το δέρμα. «Είναι η κόρη μου», άκουσε τη φωνή του γέροντα μέσα του να κουδουνίζει. Χαμογέλασε. Της χαμογέλασε.
Όταν τέλειωσε το δείπνο βγήκαν όλοι έξω στον κήπο και, κρατώντας από μια κούπα με δροσερό γλυκόπιοτο κρασί, άρχισαν στις ομορφιές που τους έζωναν να σεργιανάνε. Ο Γιάννης βρέθηκε να περπατά δίπλα στη θεσπέσια κόρη. «Είναι όνειρο. Αποκλείεται να συμβαίνουν όλ’ αυτά. Ζω μέσα σ’ ένα όνειρο», σκεφτόταν. Κι όμως, δεν ήταν όνειρο. Βρισκόταν σ’ ένα χωριό στην κορυφή του κόσμου, μόλις πριν λίγο απόλαυσε θεϊκό ένα δείπνο, και τώρα, και τώρα τριγυρνά σ’ ένα παραμυθένιο κήπο, έχοντας σα σιωπηλή συντροφιά μια όμορφη γυναίκα που μοιάζει σα νεράιδα, σαν οπτασία. «Πρέπει να της μιλήσω».
Της μίλησε. Το όνομά της είναι Κλειώ, αλλά κάποιοι τη φωνάζουν Μάγια. «Μια Μούσα», σκέφτηκε. Ναι, με Μούσα μοιάζει. Θα μπορούσε να γίνει η Μούσα κάθε ποιητή, κάθε ζωγράφου, κάθε γλύπτη, κάθε τραγουδιστή.
Καθώς ήταν μαζί της ο Γιάννης, ένιωθε το γύρω κόσμο του να σβήνει. Όλες οι φωνές χάθηκαν, οι ήχοι όλοι έσβησαν, ακόμη κι οι εικόνες ομορφιάς που έβλεπε δεν ήταν παρά μια αντανάκλαση του χρώματος των ματιών της, που τώρα έμοιαζαν πράσινα. Έχασε κάθε αίσθηση του χρόνου. Εγκατέλειψε το σώμα του η ψυχή και περιπλανήθηκε σε άλλους κόσμους, κόσμους πολύ όμορφους για να ’ναι αληθινοί. Κάποια στιγμή ένιωσε το χέρι της να χαϊδεύει το δικό του και, ξύπνησε. Είχε ξημερώσει, κι αυτός καθόταν στις όχθες μιας πανέμορφης λίμνης, δίπλα στην Κλειώ. Στην Κλειώ, που δεν ήταν όνειρο, αλλά απτή πραγματικότητα. Τον είχε αγγίξει. Και τώρα, τον άγγιζε ξανά καθώς σηκωνόταν. Τον έπαιρνε απ’ το χέρι για να τον οδηγήσει πίσω στο παλάτι. Για να τον βάλει να κοιμηθεί κανονικά, να ξεκουραστεί. Αρκετές συγκινήσεις γνώρισε σε μία και μόνο μέρα.

Ο Γιάννης έζησε για πολύ καιρό σ’ εκείνο το παράξενο χωριό, μέσα σ’ εκείνο το παράξενο παλάτι, το βγαλμένο απ’ το χθες. Η ζωή του ολόκληρη είχε αλλάξει, το χθες του έμοιαζε να έχει ξεχαστεί για πάντα. Αλλά, που και που, κάποιες ξάστερες νυχτιές θυμόταν τα παλιά. Τα ατέλειωτα ταξίδια του, τις περιπέτειες που πάντα τον έφερναν πολύ κοντά στο θάνατο για να τον οδηγήσουν και πάλι στη ζωή. Σκεφτόταν αυτά που έχασε ή, που μάλλον εγκατέλειψε, αλλά την ίδια στιγμή ένιωθε πλούσιος, πλούσιος σε εμπειρίες και συγκινήσεις, και τυχερός γιατί πίστευε ότι εκείνα που ζούσε εκεί που βρισκόταν, δεν τα έζησε ξανά ποτέ κανείς θνητός, τουλάχιστον κανείς κοινός θνητός. Το βουνό, το χωριό, τους ανθρώπους, τους περιέβαλε μια μαγική αύρα, μια αύρα απ’ το χθες, μια αύρα από ένα άλλο κόσμο. Όσο πιο πολύ παρατηρούσε τους κατοίκους τόσο και μεγάλωνε το μυστήριό τους. «Κάτι κρύβουν. Κάτι μου κρύβουν» σκεφτόταν, αλλά δε ρωτούσε. Ήθελε να μάθει μοναχός τις απαντήσεις, ν’ ανακαλύψει ο ίδιος τα μυστικά. Και ο καιρός συνέχισε να περνά σαν μέσα σ’ ένα όνειρο, μέχρι που ο Γιάννης βρέθηκε παντρεμένος με την Κλειώ. Πότε έγινε αυτό; Όταν το σκέφτεται η εικόνα που έρχεται στο μυαλό του είναι θολή. Βλέπει ένα μαρμάρινο ναό, το γέροντα του χωριού με τον κόκκινο μανδύα να στέκεται μπροστά από ένα θυσιαστήριο και να αποτίνει τιμές σε κάποιους άγνωστους θεούς, λευκοντυμένες κόρες και ημίγυμνους νέους να τραγουδάνε με μια φωνή ύμνους σε μια άγνωστη γλώσσα. Θυμάται, τη μεγάλη γιορτή που ακολούθησε, τα τραγούδια, τους χορούς και το φαγοπότι, που μοιάζαν να κρατήσαν για πολλές μέρες. Μετά θυμάται τη γέννηση των παιδιών του. Μιας κόρης και ενός γιου, που έχουν πια μεγαλώσει. Αλήθεια, πότε έγιναν όλ’ αυτά;
Τα είχε χαμένα ο Γιάννης, αλλά ρουφούσε άπληστα τους χυμούς της ζωής που του προσφέρονταν. Ποιος δε θα ήθελε να είναι στη θέση του; Ήταν παντρεμένος με μια πλούσια και όμορφη γυναίκα, που έμοιαζε να μην την αγγίζει ο χρόνος. Έγινε ο πατέρας δύο εξαιρετικών παιδιών. Ήταν ένας άρχοντας δημιούργημα της τύχης!

Κι όμως, κάτι του λείπει. Κάτι του λείπει και τον πληγώνει. Απλά δεν μπορεί να θυμηθεί τι είναι αυτό. Παρόλη την αγάπη και τη φροντίδα της γυναίκας του, το κενό μέσα του μεγαλώνει, βουλιάζει όλο και περισσότερο στη σιωπή και τη θλίψη. Μέχρι που μια βραδιά μ’ ολόγιομο φεγγάρι, τα πράγματα αλλάζουν. Θυμάται! Θυμάται γιατί πήγε εκεί. Θυμάται ποιος ήταν. Θυμάται πως έφτασε εκεί. Τι έψαχνε να βρει. Το πνεύμα της περιπέτειας ξυπνά και πάλι μέσα του.
Πηγαίνει να βρει γέροντα του χωριού. «Αλήθεια, γιατί μόνο αυτός είναι γέρος;» αναρωτιέται. Εκείνος του λέει ότι τον περίμενε. «Ξέρω γιατί ήρθες εδώ. Σου ξύπνησε η μνήμη! Αλλά, εκείνο που θες να μου ζητήσεις, δεν μπορεί να γίνει. Δεν είσαι έτοιμος ακόμη για να κατέβεις το μυστικό ποτάμι.» «Το μυστικό ποτάμι! Ναι, γι’ αυτό ήρθα εδώ. Τώρα, τα θυμάμαι όλα. Κι όταν λες ότι δεν είμαι ακόμη έτοιμος να το κατέβω σε πιστεύω. Αλλά, δε μου λες άρχοντα, πότε θα είμαι έτοιμος; Κι αλήθεια ποιο είναι το όνομά σου; Και γιατί είσαι ο μόνος γέροντας σε όλο το χωριό;»
Ο γέροντας έμεινε για λίγη ώρα σιωπηλός, έμοιαζε να σκέφτεται, αλλά στα μάτια σπινθήριζε παιχνιδιάρικο το βλέμμα. «Κάποια πράγματα είναι καλύτερα να μην τα ξέρει κανείς απ’ τους απέξω, αλλά εσένα θα στα πω, αφού είμαι σίγουρος ότι θα κρατήσεις τα κρυφά κρυμμένα. Έχω πολλά ονόματα, έτσι μάλλον θάταν μάταιο να με αποκαλείς με κάποιο συγκεκριμένο. Άλλοι με λένε Άρχοντα, κάποιοι άλλοι Γέροντα ή Πατέρα, κι οι πιο μεγάλοι Παλαιό των Ημερών. Διάλεξε και πάρε. Για μένα το ίδιο κάνει. Όσο για το γιατί είμαι ο μόνος γέροντας εδώ, απλά κοίταξε γύρω σου, κανείς εδώ δε γερνάει. Όταν ήρθα να κατοικήσω σ’ αυτό το βουνό, ήμουνα όπως με βλέπεις τώρα. Ήρθα με τη γυναίκα μου, αλλά εκείνη, κάποια στιγμή αποφάσισε να πεθάνει. Όλοι οι κάτοικοι είναι τα παιδιά και τα δισέγγονά μου. Όσοι γεννιούνται εδώ, φτάνουν μέχρι κάποια ηλικία, αλλά ποτέ δε γερνάνε. Ωστόσο πεθαίνουν. Όταν το θελήσουν πεθαίνουν. Το πώς δε θα σου το πω και μη ρωτήσεις κανένα άλλο, γιατί δε θα σου απαντήσει. Όσο για το πότε θα είσαι έτοιμος να κατέβεις εκείνο το ποτάμι θα στο πω εγώ, αλλά θα το καταλάβεις και μόνος, αφού μόνο όταν φτάσει η ώρα θα μπορέσεις να το ανακαλύψεις. Φύγε τώρα, πήγαινε στη γυναίκα σου και στα παιδιά σου, που σε περιμένουν».
Υπάκουσε ο Γιάννης. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, άλλωστε. Το μόνο, που αντί να του γαληνέψει η ψυχή, πήρε πιότερο να γίνεται ανήσυχη. Χίλια γιατί τον βασανίζαν, κι ήταν σίγουρος ότι όσο κι αν ρωτούσε, όσο κι αν προσπαθούσε δε θα μπορούσε να βρει τις απαντήσεις.
Για πολύ καιρό αφέθηκε και πάλι στην ευδαιμονία. Τα παιδιά του παντρεύτηκαν κι απόκτησαν τα δικά τους παιδιά, η γυναίκα του ήταν πιο ωραία από ποτέ, το τραγούδι της γλυκό σαν της λησμονιάς. Κι όμως, που και που, εξακολουθούσε να σκέφτεται την παλιά του ζωή, αυτά που άφησε κι εκείνα που δε γνώρισε. «Ζω στον παράδεισο, κι όμως ούτε κι αυτός δεν είναι αρκετός για μένα. Δε θα σβήσει, λοιπόν, ποτέ η δίψα μου!»
Μιλούσε στην Κλειώ για τις έγνοιες του, κι εκείνη τον χάιδευε σα μικρό παιδί και τον παρηγορούσε. «Θα συνεχίσεις το ταξίδι, μην ανησυχείς. Θα το συνεχίσεις όταν έρθει η ώρα…».
Το να συνεχίσει το ταξίδι, το να διασχίσει το μυστικό ποτάμι. Αυτοί ήταν πια οι μοναδικοί στόχοι της ζωής του.
Κάποια νύχτα είδε ένα παράξενο όνειρο. Μια σκηνή απ’ την παλιά ζωή του. Καθόταν σ’ ένα κλειστό δωμάτιο και διάβαζε ένα βιβλίο μικρό, για το μέρος που βρισκόταν. Διάβαζε για τα θαύματα που καθημερινά ζούσε, αλλά και για τα μυστικά τα φοβερά του βουνού εκείνου. Σ’ ένα σημείο γινότανε αναφορά και στο κρυφό ποτάμι, το οποίο «μόνο οι νεκροί μπορούν να το διασχίσουν.» Ξύπνησε τρομαγμένος.
Λίγο πριν το μεσημέρι βρέθηκε στις πράσινες όχθες της λίμνης, να κάθεται μονάχος και σκεφτικός. Κοιτούσε τα ήσυχα νερά κι αναπολούσε το παράξενο όνειρο. «Τι ήθελε να μου πει;» αναρωτιόταν. Πίστευε ότι τα όνειρα πάντα κάποιο μήνυμα έχουνε να σου μεταφέρουν, αλλά, ποιο ήταν εκείνο που θα προέκυπτε απ’ το συγκεκριμένο, δεν μπόρεσε να καταλάβει. Μετά από καμπόση ώρα σηκώθηκε, έτοιμος να πάρει το δρόμο για το σπίτι, και τότε, είδε! Είδε την αντανάκλαση του πρόσωπού του στο νερό και τρόμαξε. Ήταν γέρος! Στην αρχή δεν ήθελε να πιστέψει αυτό που έβλεπε, αλλά αφού το ψαχούλεψε για λίγο, και πείστηκε ότι η μορφή που έβλεπε ήταν όντως η δική του, το πήρε απόφαση, και λες και ξύπνησε απόνα όνειρο, στο οποίο ήταν για χρόνια παραδομένος. Όλα όσα έζησε εκεί, πέρασαν με μιας σαν αστραπή μέσα απ’ το μυαλό του. Όλα είχαν τη λογική τους: Η γυναίκα του που έμενε νέα, τα παιδιά του και τα εγγόνια του, τα λόγια του γέροντα σοφού… «Όσοι γεννιούνται εδώ δε γερνάνε», του είπε. Ναι, εκείνοι δε γερνάνε, αλλά αυτός γέρασε μια και δε γεννήθηκε εκεί. Το καθετί ή σχεδόν το καθετί είχε την εξήγησή του. Κοίταξε γύρω του. Στην απέναντι όχθη της λίμνης αντίκρισε το στόμιο μιας σπηλιάς, που τόσα και τόσα χρόνια που βρίσκονταν εκεί, δεν είχε ποτέ προσέξει. Χαμογέλασε!
«Γέροντα, ήρθε η ώρα!» ξεφώνησε, με το που μπήκε στο παλάτι. Ο γέροντας του χαμογέλασε: «Έχεις δίκιο, παιδί μου! Άιντε, πήγαινε στην οικογένειά σου κι απόψε θα οργανώσουμε γιορτή μεγάλη. Τη γιορτή του αποχαιρετισμού σου!»
Το πιο θεσπέσιο κρασί έρεε άφθονο εκείνη τη νύχτα και τα πιο εκλεκτά φαγιά πλημμύριζαν τα μαρμάρινα τραπέζια. Τραγούδια γλυκά κι ονειρικά, ειπωμένα από θεϊκές φωνές ξεχύνονταν στην πλάση, που ολόκληρη κι αυτή έμοιαζε να γιορτάζει. Ο Γιάννης αγκαλιά με την όμορφή του την Κλειώ, κι έχοντας γύρω του παιδιά κι εγγόνια, ζούσε εκείνη που δίχως δισταγμό θα ονόμαζε σαν, «την πιο όμορφη νύχτα της ζωής μου». Θεοί κι άνθρωποι σύμπραξαν για να τονε τιμήσουν.
Η γιορτή κράτησε ως την αυγή. Σαν πήρε να χαράζει, όλοι οι κάτοικοι του χωριού τον πλησίασαν, ο ένας μετά τον άλλο για να τον αποχαιρετήσουν, με γλυκά χαμόγελα κι ευχές για το μακρινό ταξίδι. Ο γέροντας και η Κλειώ, κι η οικογένειά του όλη, περπάτησαν μαζί του ως τις όχθες της λίμνης. Τους αποχαιρέτισε με αγκαλιές, φιλιά και γλυκό ένα δάκρυ. Η Κλειώ του έδωσε ένα χρυσό φλουρί. «Θα το χρειαστείς», του είπε. Ο Γιάννης βούτηξε στα ήσυχα νερά και άρχισε προς την σπηλιά να κολυμπάει.
Δεν του πήρε ώρα πολύ για να φτάσει στον προορισμό του. Ένα παράξενο ημίφως επικρατούσε στο εσωτερικό της, όσο όμως κι αν προχωρούσε προς τα βάθη της, αυτό δεν φαίνονταν να λιγοστεύει ούτε στιγμή. Άλλοτε περπατώντας άνετα και άλλοτε σκυφτός, κι ακόμη μερικές φορές έρποντας, όλο και πλησίαζε προς το μυστικό ποτάμι. Τώρα, μπορούσε ν’ ακούσει τα νερά. Κάποτε έφτασε εκεί για να αντικρίσει, με μεγάλη έκπληξη, ένα βαρκάρη να τον περιμένει. Τον χαιρέτισε, αλλά εκείνος δεν απάντησε, μονάχα του έκανε νόημα να μπει στη βάρκα. Μπήκε, λοιπόν, και άρχισε το ταξίδι. Ο βαρκάρης κωπηλατούσε σταθερά κι αβίαστα και δίχως κόπο, αν και έδειχνε πολύ γέρος. Ωστόσο δε μιλούσε. Μέχρι που ακούστηκαν νερά να πέφτουν από ψηλά, σα βίαιος καταρράκτης. Μονάχα τότε γύρισε προς το Γιάννη και του ζήτησε το φλουρί. Εκείνος του το έδωσε χαμογελώντας, λέγοντας την ίδια ώρα: «Κάποιος μου είπε, κάποτε, ότι κανείς δε βγήκε ζωντανός, μέσα από τούτο το ποτάμι…». «Σου είπε την αλήθεια», απάντησε ο βαρκάρης, και σε μια στιγμή η βάρκα βρέθηκε να κάνει βουτιά σ’ ένα υδάτινο χάος.


Δημοσίευση σχολίου