Τρίτη, 6 Μαΐου 2008

Το τελευταίο χάδι

Αυτή είναι μια από τις πρώτες ιστορίες που έγραψα και κάποτε αποτελούσε μέρος ενός τόσο κακογραμμένου μυθιστορήματος, που ούτε κι εγώ ο ίδιος δεν μπορούσα να διαβάσω. Την ξανάπιασα στα χέρια μου προχθές, τη δούλεψα λίγο, και ιδού το αποτέλεσμα:

Θα ’ταν λίγο πριν από το μεσημέρι όταν ένιωσε ένα χέρι να την ακουμπά τρυφερά, ανάλαφρα στην πλάτη. Άνοιξε τα μεγάλα στρογγυλά πράσινα μάτια της, για ν’ αντικρίσει το γλυκό, σα χάδι, χαμόγελο και το φλογισμένο, το ενθουσιασμένο βλέμμα της Άννας.
-Σε ζητάνε; της ανακοίνωσε, προτού καλά καλά προλάβει να βγει απ’ την αγκαλιά του Μορφέα.
- Ποιος; Δεν είναι ο γέρος, έτσι; Δεν μπορεί να είναι αυτός...
- Άντε, νίψου για να ξυπνήσεις, φτιάξε λίγο και τα χάλια σου, κι έλα να δεις, της απάντησε εκείνη μ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο.

Σε λίγο.

-Νικόλα! Έμεινε άφωνη να τον κοιτά. Δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι ήταν εκεί, μπροστά της. Θαρρούσε πώς κοιμόταν ακόμη κι έβλεπε ένα όνειρο όμορφο, απ’ το οποίο δεν ήταν πρόθυμη να ξυπνήσει.
-Όχι, το φάντασμά του, αποκρίθηκε εκείνος και της χαμογέλασε πλατιά, όπως μόνο σ’ εκείνη χαμογελούσε.
Τη στιγμιαία σιωπή που ακολούθησε, τη γλυκιά αμηχανία, ακολούθησε ένα ξέσπασμα εκδηλώσεων αγάπης, ερωτικής λατρείας. Τον τύλιξε σα μάνα με δύναμη στον κόρφο της κι άρχισε να τον φιλάει παντού, να ανιχνεύει το κορμί του, να τον χαϊδεύει, να του δίνει μικρά χαστούκια, προσπαθώντας προφανώς να το χωνέψει ότι πράγματι ήταν εκεί, μπροστά της, μαζί της, στην αγκαλιά της.
Στην Άννα, που όλη αυτή την ώρα έκανε θεληματικά και εντελώς τυχαία μάτι, εκείνα τα φιλιά φάνταζαν ατελεύτητα, αιώνια. Τόσο αθώα, τόσο, αυθόρμητα, τόσο εκρηκτικά, τόσο... της αληθινής αγάπης! Οι δυο τους, οι φίλοι της οι αγαπημένοι, λες και ήθελαν ν’ αναπληρώσουν μεμιάς όλο το χαμένο χρόνο, να εξοφλήσουν αμέσως κι άμεσα ένα γραμμάτιο με τη ζωή, που έληγε εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Λες και τα φιλιά τους, τα τόσο τρυφερά και πυρακτωμένα, ήταν η δύναμη που έκανε τη γη να γυρίζει. Έφυγε, σιγοπατώντας απ’ το δωμάτιο, αφήνοντάς τους μόνους ν’ απολαύσουν εκείνο το κομμάτι απ’ την πίτα της ευτυχίας.
Κάποτε, σαν το όνειρο και το πάθος κι ο ανεκπλήρωτος πόθος, άρχισαν να δίνουν τη θέση τους στον σκληρό κι απάνθρωπο ετούτο κόσμο, τον αληθινό, τα φιλιά αργά αλλά διστακτικά έσβησαν -σα φλόγα σε γερασμένο κερί- κι η Σοφία αναστατωμένη, σχεδόν τρομαγμένη, έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω της για να δει αν υπήρχε κάποιος άλλος στο χώρο και τους παρατηρούσε. Σα βεβαιώθηκε ότι βρισκόταν μόνη εκεί, με το πιο γλυκό κομμάτι της ζωής της, αναστέναξε με ανακούφιση και χαμογέλασε ευδαιμονικά.
Κοίταξε βαθιά μέσα στα υγρά καφέ του μάτια. Το βλέμμα της πύρινο, διεισδυτικό, φαίνονταν να τον διαπερνά πέρα ως πέρα. Και την επόμενη στιγμή βρέθηκε να τον φιλάει πάλι με πάθος, λες κι ήθελε να ρουφήξει από μέσα του ζωή, να εμπλουτίσει τη δική της απ’ την κλεμμένη του ανάσα. Πήρε να διασχίζει σαν κύμα ημερεμένο, με τ’ απαλά, φτιαγμένα λες από βελούδο δάχτυλά της, τα μακριά του τα μαλλιά. Έμοιαζε ολόκληρη να λάμπει από χαρά, από μια απερίγραπτη ευτυχία. Τελικά, τον ρώτησε:
-Νικόλα, τι γυρεύεις εδώ;
-Κατάφερα να πάρω την άδειά μου πιο νωρίς απ’ ό,τι υπολόγιζα, έτσι πήρα το πρώτο αεροπλάνο και ήρθα να σε βρω, μικρή μου ξελογιάστρα. Καλά δεν έκανα; Θα είμαστε μαζί για δυο βδομάδες, κυρά διανοούμενη, γι’ αυτό ξέχνα τα βιβλία σου.
-Αμάν! Πάνω που ετοιμαζόμασταν να φύγουμε με την Άννα για κρουαζιέρα...
Άκουσε τα λόγια της και τρόμαξε κι η ίδια. Άλλα σκεφτόταν, άλλα ήθελε να πει, και άλλα βγήκαν απ’ τα χείλη της. Δάγκωσε τη γλώσσα της. Τα είχε χαμένα.
-Δεν έρχεσαι κι εσύ; τον ρώτησε σχεδόν αμέσως, δειλά-δειλά, προσπαθώντας με κάποιο τρόπο να τα μπαλώσει.
-Μην ανησυχείς, κουτό. Ούτε εγώ θα πάω, αλλά ούτε κι εσύ. Η Άννα μου είπε πριν από λίγο ότι θέση δεν υπάρχει ούτε για δείγμα. Οπότε, όπως καταλαβαίνεις, μωρό μου, ούτε γάτα ούτε ζημιά. Για μας, δηλαδή.
-Υπέροχα, κραύγασε και το πρόσωπό της φωτίστηκε μ’ ικανοποίηση. Υπέροχα!
-Άντε, φύγαμε.
-Για που;
-Από πότε άρχισε να σ’ ενδιαφέρει εσένα το πού;

Ξεχνώντας να πουν ένα τυπικό έστω αντίο στην Άννα, που τους είδε να περνούν σα σίφουνας από μπροστά της και να χάνονται, βγήκαν από το πολύ μικρό και αποπνικτικό διαμέρισμα για να περιφέρουν τον έρωτά τους κάτω απ’ τη μαγική ευλογία του νέφους. Μέσα στην τόση χαρά και την ανεμπόδιστη βιασύνη τους, κατέβηκαν με τα πόδια τους οκτώ ορόφους της πολυκατοικίας, κι έστειλαν φιλιά στο θυρωρό, που δεν ήταν εκεί.
Ο ήλιος έλαμπε εκτυφλωτικά στον ταλαίπωρο αττικό ουρανό. Τα σύννεφα θα ’ταν ακόμη σε διακοπές, απ’ ό,τι μπορούσαν τουλάχιστον να διακρίνουν μέσα από τις λιγοστές χαραμάδες στη φύση, που άφηνε σε πείσμα των καιρών να υπάρχουν, ο πολυώροφος πολιτισμός μας. Η κίνηση στους δρόμους αραιή. Για τους δυο τους ουσιαστικά ανύπαρκτη. Ας είναι πάντα καλά ο Αύγουστος, ο αποδεκατιστής της Αθήνας.
Κινούνταν σα μέσα σε κάποιο όνειρο οι δυο τους. Άλλοτε περπατούσαν αγκαλιασμένοι, σαν ένα, φιλιόντουσαν, γελούσαν με την καρδιά τους όλη, μιλούσαν για το χθες, για το χαρούμενο αύριο, γι’ αυτά που έχασαν και για τα σχέδιά τους, τα όνειρά τους, όπως τώρα ξεδιπλώνονταν μπροστά τους, αυτά που θα κυνηγούσαν. Κι άλλοτε, κρατούσε ο ένας το χέρι του άλλου κι έτρεχαν, αφηνιασμένα, νιώθοντας λεύτεροι σαν τα πουλιά, έξω απ’ το χώρο, έξω απ’ το χρόνο. Ο κόσμος όλος εκείνες τις στιγμές τους ανήκε, κι ήταν ένας κόσμος φανταστικός, εξωπραγματικός, ένας κόσμος όπου τα πιο τρελά τους όνειρα, και οι ψευδαισθήσεις τους ακόμη, θα μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα. Είχαν ταυτιστεί τόσο πολύ η Σοφία κι ο Νικόλας, που χωρίς καμία υπερβολή θα μπορούσε να πει κανείς ότι, αν κάποτε πέθαινε ο ένας, θα χάνονταν και των δύο οι σκιές απ’ τη γη.
Λόγο το λόγο, βήμα το βήμα, φιλί το φιλί, έφτασαν στο από παλιά τουριστοκρατούμενο Μοναστηράκι, του... How Nice! Πέρασαν βιαστικά μπροστά από κάποιους, που ποτέ τους δεν πουλήσανε κάτι με το ζόρι σε κανένα, μέσα από ένα πλήθος τουριστών που έψαχνε για bargains -Δεν ήξεραν. Δε ρώταγαν;- και συνέχισαν γραμμή για το Θησείο. Λίγα μέτρα πιο κάτω απ’ την πασίγνωστη πια Πλατεία Αβησσυνίας, μπήκαν σ’ ένα μικρό -σαν παραφωνία στον ωκεανό της αγοράς- μαγαζί, κι αγόρασαν από ένα μαύρο λογοκάπηλο μπλουζάκι, που έγραφε: Δε φοβάμαι τίποτα. Δεν ελπίζω τίποτα. Είμαι λέφτερος. Τα φόρεσαν αμέσως, έτσι για να μοιάζουν σα δυο σταγόνες νερό, μέσα στην κοσμοπλημμύρα.
Φθάνοντας στο Θησείο αποφάσισαν ν’ ανηφορίσουν για τη νεφοφαγωμένη Ακρόπολη, για ν’ απολαύσουν, αν είναι ποτέ αυτό δυνατόν στην Αθήνα, μια μεγάλη φέτα ουρανό. Ένα σμήνος φωτογραφικών μηχανών, που συνόδευε ένα σχεδόν ισάριθμο στίφος καταϊδρωμένων τουριστών, ακολουθούσε την ίδια μ’ εκείνους -εξοντωτική κάτω από τον καυτό ήλιο- διαδρομή, απαθανατίζοντας τ’ αρχαία, μην τύχει και την κοπανήσουν κι αυτά για κανένα βρετανικό μουσείο. Μικρά μπουκάλια νερό, αγορασμένα στην τιμή δύο λίτρων αμόλυβδης ή και σούπερ βενζίνης, άλλαζαν χέρια.
Κουρασμένοι, ιδρωμένοι και χαρούμενοι, κάθισαν για λίγα λεπτά πάνω απ’ την Αρχαία Αγορά. Δυο σώματα σε μια καρδιά, που εκείνη την ώρα χτυπούσε σαν τρελή. Λευκά περιστέρια της ζωής, του έρωτα και της αθωότητας, έφερναν σκιρτήματα ευτυχίας, φτερουγίζοντας στο κελάρι εκείνης της καρδιάς. Ωστόσο, παρ’ όλα τα φαινόμενα, μια μαύρη σκιά έμοιαζε να τους σκεπάζει, και μόνος ο ένας απ’ αυτούς μπορούσε να τη δει.
Σε λίγο, σηκώθηκαν από χάμω, τίναξαν τη σκόνη απ’ τα ρούχα τους στον αραιό βρώμικο αγέρα, και κατηφόρισαν για το Μοναστηράκι και πάλι, ακολουθώντας τις χαμογελαστές ορδές των δαιμόνιων φωτογράφων. Τώρα, περπατούσαν αργά, σιγοπατώντας, καθόλου δε βιάζονταν. Γιατί να βιαστούν άλλωστε; Μπορούσαν ν’ απολαύσουν τη στιγμή!
Πήραν την Αθηνάς με κατεύθυνση το κέντρο. Ναι, εκείνο το κέντρο που στα παλιά τα χρόνια, τα καλά, φιλοξενούσε ένα σιντριβάνι. Ξαφνικά, απότομα, απροειδοποίητα, η Σοφία σταμάτησε στη μέση ενός πεζοδρομίου που έζεχνε, διακόπτοντας άτσαλα το αργόσυρτο αγκαλιαστό τους βήμα.
-Αποφάσισα να κόψω τα μαλλιά μου, εδώ και τώρα, του ανακοίνωσε. Μια και η ζωή μου πρόκειται ν’ αλλάξει πολύ σύντομα οριστικά, σκέφτηκα ν’ αλλάξω λίγο και την εικόνα. Αν και είναι πολύ νωρίς για να λέω τέτοια... Δίστασε... Έτσι δεν είναι; Τα μάτια της φάνηκε για μια στιγμή να σκιάζει ένα νεφικό αμφιβολίας.
-Κάνε ό,τι θες και όπως το θες, της απάντησε εκείνος, κι η Σοφία, δίχως να περιμένει στιγμή, τον τράβηξε μαζί της στο πρώτο κομμωτήριο που βρέθηκε στο δρόμο τους.
Όταν βγήκαν έξω έμοιαζε με κάποια άλλη. Είχε μεταμορφωθεί. Τα μαλλιά της κοντά, αγορίστικά κουρεμένα, της έδιναν μια νέα υπόσταση.
Πήραν τον υπόγειο απ’ τον εκτρωματικό, τότε, σταθμό της Ομόνοιας. Όρθιοι και σφικτά αγκαλιασμένοι, έμοιαζαν να αγνοούν εντελώς τους γύρω τους, που δεν ήταν δα και πολλοί. Περισσότεροι ήταν οι ζήτουλες απ’ τους επιβάτες, και κανείς απ’ αυτούς δεν είχε θέση στον κόσμο τους, τον αγγελικά -από έκπτωτους ίσως- πλασμένο.
Ήταν αργά το απόγευμα όταν έφθασαν στο διαμέρισμα της Άννας. Ήταν νηστικοί, αλλά όχι πεινασμένοι. Ήταν κουρασμένοι, αλλά όχι εξαντλημένοι. Ένιωθαν ζωντανοί, πιο ζωντανοί από ποτέ, αναγεννημένοι, μέσα από το θαύμα της αγάπης.
Η Άννα ήταν άφαντη, το ίδιο και οι δικοί της, κι έτσι είχαν ολόκληρο το διαμέρισμα για πάρτη τους, όπως ακριβώς είχαν κι οι δυο βαθιά μέσα τους ευχηθεί, χωρίς ωστόσο κανένας από δαύτους να το ομολογήσει. Πήγαν κατ’ ευθείαν στο υπνοδωμάτιο που φιλοξενούσε τη Σοφία, το οποίο φάνταζε στα ερωτευμένα τους μάτια σαν τη ζεστή φωλιά των χαμένων τους καημών.
Αγκαλιασμένοι με ορμή στο ημίφως, που διείσδυε πεισματικά μέσα απ’ τα κλειστά παραθυρόφυλλα, άρχισαν να χορεύουν σαν ένα, στους ήχους μιας παλιάς μελαγχολικής μπαλάντας. Η μουσική κινούσε σα μαριονέτες τα φλεγόμενα κορμιά τους, σε ρυθμούς μαγικούς, ερωτικούς, υπνωτικούς. Τα πεταχτά φιλιά και τ’ ανάλαφρα χάδια, άρχισαν ν’ αποκτούν σιγά σιγά όλο και περισσότερο πάθος. Ανάσες καυτές, σαν ψίθυροι, σαν υποσχέσεις, μεγάλωναν τον πόθο. Τα αναψοκοκκινισμένα τους πρόσωπα έμοιαζε να φωτίζει μια αγκαλιά ηλιοβασίλεμα και δε μιλούσαν.
Η μουσική κάποτε σταμάτησε και ο μόνος ήχος που ακουγόταν, σα γλυκιά παραφωνία να σπάει τη σιωπή, ήταν αυτός απ’ τις ανάσες τους. Σώπαιναν. Σώπαιναν και με προσοχή αφουγκράζονταν τη λαχτάρα της ψυχής, ένιωθαν τη μεγάλη φωτιά να τους πυρπολεί τα κορμιά. Ξάπλωσαν αγκαλιασμένοι. Η ένωσή τους θα έφτανε επιτέλους στον προορισμό της, στην ολοκλήρωσή της. Τόσο, μα τόσο ξαφνικά. Τόσο αναπάντεχα!
Στην αρχή ένιωσε ένα ρίγος και μετά ένα απροσδιόριστο φόβο να την κυριεύει, η Σοφία. Δεν άργησε, ωστόσο, να του παραδοθεί, να του ομολογήσει μ’ ένα παλλόμενο σώμα τον έρωτα, την πίστη της σ’ αυτόν. Άλλωστε, όλα εκείνα τ’ ατέλειωτα βράδια της μοναξιάς της αυτό σκεφτόταν, αυτό περίμενε, αυτό ονειρευόταν. Και να, όπως και τώρα, δάκρυα ευτυχίας γέμιζαν τα μάτια της, πλημμύριζαν την ύπαρξή της όλη. Το μόνο που τούτα δω ήταν πιο γλυκά, απερίγραπτα, μια αποκάλυψη για κείνη.
Αφέθηκε, λοιπόν, στα χάδια του, στα πιο γνωστικά απ’ τα δικά της φιλιά του, στην πρωτόγνωρη δίνη του πόθου. Εκείνο το κάτι, που πάντα βαθιά μέσα της πολύ φοβόταν, τώρα της φάνταζε σαν κάτι εντελώς φυσιολογικό, σαν την αναμενόμενη κατάληξη, σαν την αποκορύφωση του έρωτά της. Ένιωθε με όλες της τις αισθήσεις όλη την αγάπη και την απέραντη τρυφερότητα, που εξέπεμπε της ζωής της ο σύντροφος, ο ένας και μοναδικός. Η φλόγα του πόθου, το πάθος του έρωτα, έκαιγε σαν πύρινη φλόγα τα κορμιά τους, καθώς γίνονταν ένα. Το μέγα μυστήριο λύθηκε, επιτέλους, γι’ αυτήν και το μόνο που αισθανόταν πια ήταν χαρά. Χαρά και ανακούφιση.
Παρέμειναν για πολλή ώρα στο κρεβάτι, ξαναμμένοι, γυμνοί κι αγκαλιασμένοι. Στο βλέμμα της Σοφίας ήταν ζωγραφισμένη η γαλήνη και μια ονειρική ευτυχία. Κοιτούσε το ταβάνι με μάτια που πέταγαν φωτιές και χαμογελούσε. Τα έκλεινε, τα ξανάνοιγε, έβλεπε τον Νικόλα κι απογειωνότανε σε άγνωστους ως τότε ουρανούς ευδαιμονίας, μόνο και μόνο επειδή εκείνος ήταν εκεί, μαζί της. Επειδή της ανήκε. Επειδή της χαρίστηκε. Σα δώρο θεϊκό. Σαν ανταμοιβή μετά από μια αιωνιότητα μοναξιάς.
Σηκώθηκε πρώτος απ’ το κρεβάτι, αμίλητος. Μπήκε στο μπάνιο για μερικά λεπτά και σα βγήκε αργότερα της είπε:
-Κορίτσι μου, θα πεταχτώ μια στιγμούλα μέχρι το περίπτερο για να πάρω τσιγάρα και θα επιστρέψω. Μη μου φύγεις. Εντάξει, αγαπούλα;
Δεν του απάντησε. Μονάχα παρέμεινε μ’ ένα χαμόγελο, ζωγραφισμένο ακόμη στο γαληνεμένο της πρόσωπο να τον κοιτάει. Την πλησίασε, τη φίλησε στο μέτωπο, στα χείλη, της χάιδεψε τα μαλλιά. Έμοιαζε με το στερνό, το τελευταίο, εκείνο το χάδι.
Ύστερα από δυο λεπτά σηκώθηκε κι εκείνη απ’ το κρεβάτι. Πήγε στο παράθυρο και το άνοιξε. Τον είδε να βγαίνει απ’ το κτήριο και ν’ απομακρύνεται. Κάποια στιγμή της φάνηκε ότι γύρισε το κεφάλι του προς τα πίσω και την κοίταξε λυπημένα. Αλλά, μάλλον η ιδέα της ήταν. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε, να διακρίνει το βλέμμα του από τόσο μεγάλη απόσταση; Απομακρύνθηκε απ’ το παράθυρο. Πήγε και πάλι στο κρεβάτι. Εκεί, στα λευκά σεντόνια, μπορούσε να διακρίνει καθαρά την αιμάτινη απόδειξη ότι ήταν γυναίκα. Ξάπλωσε. Έκλεισε τα μάτια.

Δημοσίευση σχολίου