Πέμπτη, 29 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 15

«Η ζωή μας τα τελευταία χρόνια ήταν σα μια νύχτα, στον ουρανό της οποίας πού και πού πρόβαλλε το φεγγάρι.»
«Τόσο μαύρη;»
«Θεοσκότεινη! Κι όμως, εγώ η ηλίθια, δεν παραπονιόμουνα. Τα έβλεπα μοιρολατρικά τα πράγματα. Αυτά μού έτυχαν, μ’ αυτά θα πορευτώ, σκεφτόμουνα. Δεν είμαι, βλέπεις, σαν και σένα. Εσύ έκανες την επανάστασή σου νωρίς. Πρόλαβες...»
«Την έκανα επειδή δεν είχα άλλη επιλογή, Αναστασία. Αν έμενα εκεί, σ’ εκείνο το σπίτι, με τους γονείς μας και τα μυαλά που κουβαλούσαν, θα γινόμουνα πολύ δυστυχισμένη. Όχι ότι είμαι ευτυχισμένη τώρα, αλλά όπως και να έχει, είμαι καλύτερα.»
«Καλύτερα είσαι, σίγουρα. Καλύτερα κι από μένα, κι από πολλές άλλες που ξέρω. Εσύ το μόνο που βιάστηκες να κάνεις ήταν να φύγεις, να ζήσεις, να χαρείς, εγώ βιάστηκα να παντρευτώ. Όλοι βιάστηκαν να σε κατακρίνουν, όλοι να με χειροκροτήσουν. Η ζωή, όμως, σε δικαίωσε. Ζηλεύω...»
«Ζηλεύεις τι; Νομίζεις ότι είναι εύκολος ο δρόμος που ακολούθησα, δίχως αγκάθια, χωρίς πτώσεις; Αν πιστεύεις κάτι τέτοιο κάνεις μεγάλο λάθος, είσ’ ηλίθια. Ο δρόμος μου ήταν γεμάτος εμπόδια και κακουχίες, χαραγμένος με πληγές κι εγκαύματα. Τίποτα δεν δίνεται δωρεάν σ’ αυτή τη ζωή.»
«Κι όμως, αν μπορούσα να κάνω κάτι τώρα για ν’ αλλάξω τα πράγματα, θα γύριζα το χρόνο πίσω. Θα σε αντέγραφα. Θα έπαιρνα κουράγιο απ’ το κουράγιο σου, δύναμη απ’ τη δύναμή σου, και θ’ ακολουθούσα άλλη πορεία, διαφορετική. Μοιάζουμε! Παρ’ όλες μας τις διαφορές μοιάζουμε, Μαίρη.»
«Σ’ ένα σημείο μονάχα μοιάζουμε, κι αυτό τα τελευταία χρόνια, από τότε που το πήρες απόφαση να παντρευτείς: είμαστε κι οι δύο μόνες. Κι όσο κι αν εγώ λέω ότι το κάνω από επιλογή, μη με πιστεύεις. Ψέματα λέω! Είμαι μοναχή από έλλειψη επιλογών. Δεν είναι ότι είμαι κάνα ψώνιο, που γυρεύει τον πρίγκιπά του -κάθε άλλο- είναι που όσο κι αν ψάχνω δε βρίσκω μια ψυχή που να συμβαδίζει με τη δική μου. Μια περιπλανώμενη πληγή είμαι, στις έρημους των ανεκπλήρωτων πόθων...»
Της αρέσει της Αναστασίας ν’ ακούει την αδελφή της να μιλά. Σα να διαβάζει βιβλίο. Εξάλλου, από τότε που ήταν μικρή η μικρή όπου την έχανες, όπου την έβρισκες, μ’ ένα βιβλίο στο χέρι ήταν – μια παραφωνία των καιρών. Την πιστεύει. Την πιστεύει όταν της λέει ότι δεν είναι ευτυχισμένη. Την πιστεύει επειδή την ξέρει. Αυτή ποτέ της δε θα μπορούσε να ευτυχήσει. Θα την ήταν αδύνατον να ζήσει δίχως τις ανησυχίες της. Αλλά, τη ζηλεύει κιόλας. Στ’ αλήθεια τη ζηλεύει. Τη ζηλεύει γι’ αυτό που είναι. γι’ αυτό που η ίδια δε θα μπορούσε ποτέ να γίνει. Μα, χαίρεται. χαίρεται που την έχει και πάλι κοντά της – κι ας ήταν η καταστροφή που οδήγησε με τη βία, με το έτσι θέλω, τα βήματά της μέχρι εκεί.
«Θέλεις να πεις ότι όλα αυτά τα χρόνια δε συνάντησες κάποιον, που έστω λίγο να σου ταιριάζει, Μαίρη μου.»
«Πώς! Πώς! Φυσικά και συνάντησα. Έναν και μοναδικό. Και τον έδιωξα...»
«Τον έδιωξες; Μα, γιατί;»
«Επειδή ταιριάζαμε τόσο πολύ που τρόμαξα. Πολύ όμορφη κι αρμονική ήταν η σχέση μας. Κύλησε για πολλή καιρό δίχως ταραχή και καυγάδες. Όλα έμοιαζαν όμορφα. Αλλά, εγώ ήξερα! Ήξερα ότι όπου δεν υπάρχει τρικυμία δεν μπορεί να υπάρχει ούτε και γαλήνη. Ζούσαμε σα μέσα σε μια γυάλα. Ο έξω κόσμος λες και δεν υπήρχε για μας. δε μας αφορούσε. Αλλά, εγώ έβλεπα τα σημάδια, τα διάβαζα. Ήξερα ότι όλα έπρεπε να τελειώσουν νωρίς, πριν να γίνουν αμετάκλητα.»
«Κι έτσι απλά τον ξαπόστειλες;»
«Όχι ακριβώς. Απλά, επέτρεψα σιγά-σιγά ν’ αρχίσει να αναδεικνύεται η πλήξη της συνύπαρξής μας, η αφόρητή της νηνεμία. Περισσότερο σαν αδέλφια, που δεν είχαν τίποτα να χωρίσουν, σαν πολύ καλοί φίλοι μοιάζαμε, παρά σα ζευγάρι. Με τον άντρα σου τσακώνεσαι, βρίζεσαι, πλακώνεσαι, τα βρίσκεις. Μ’ αυτόν ποτέ δε συνέβηκε κάτι τέτοιο. Έπρεπε να φύγει για να ζήσει τη ζωή του. για να ζήσω κι εγώ τις επιλογές μου...»
«Μα, είσαι τρελή;»
«Όχι και τόσο. Τώρα εκείνος είναι παντρεμένος και πολύ ευτυχισμένος. Μιλάμε ακόμη στο τηλέφωνο. Είμαστε φίλοι. Δε ζητάω τίποτα απ’ αυτόν και δε ζητάει τίποτα από μένα. Ενώ, αν μέναμε μαζί...»
«Καλά και όμορφα όλ’ αυτά, αλλά η μοναξιά δε σε τρελαίνει;»
«Ώρες-ώρες ναι, με τρελαίνει. ειδικά όταν δεν έχω κάτι να κάνω, όταν αφήνω το μυαλό μου για λίγο να ξαποστάσει. Αλλά, όπως καταλαβαίνεις, αυτό δε συμβαίνει και πολύ συχνά. Πάντα κάτι κάνω, πάντα με κάτι καταπιάνομαι και όλο και κάποιος βρίσκεται για να μου εκπληρώσει πού και πού του κορμιού τις επιθυμίες.»
«Ε, εσύ καλά την έχεις. Εγώ;»
«Εσύ, τι; Αφού έχεις το γκόμενο...»
«Ποιο γκόμενο και πράσιν’ άλογα, καλέ; Η πρώτη φορά κι η τελευταία που απάτησα τον Αντρέα ήταν εκείνη, η μοιραία. Για δυο χρόνια κανένας δε με άγγιξε, κανένα κορμί δεν ακούμπησε στο δικό μου...»
«Τι να σου πω; Τέτοια ατυχία πια!»
«Γι’ αυτό σου λέω, αδελφούλα μου, είμαι καταραμένη. Δε μου ήτανε γραφτό, όπως βλέπεις, να ευτυχήσω.»
«Μαλακίες και προκαταλήψεις. Θα μπορούσες να ευτυχήσεις αν προσπαθούσες, αλλά δεν το έκανες. Απλά, κάθισες εκεί μοιρολατρικά και έκλαιγες τη μοίρα σου. Αν μου τηλεφωνούσες πιο γρήγορα, αν μου μιλούσες...»
«Δεν μπορούσα, Μαίρη. Με καταλαβαίνεις; Δεν μπορούσα. Και τώρα ακόμη που το κάνω, τώρα που σου μιλώ, και πάλι περίεργα νιώθω. Δεν είναι του χαρακτήρα μου να βγάζω τα άπλυτά μου στη φόρα. Αλλά, χαίρομαι, στ’ αλήθεια χαίρομαι που είσαι εδώ, που με ακούς, που με κρίνεις δίχως να με κατακρίνεις. Όχι πώς φοβάμαι τις κρίσεις και τις επικρίσεις των άλλων -γραμμένες στα παλιά μου τα παπούτσια τις έχω- τις ματιές της λύπησης και της δήθεν συμπόνιας, αυτές είναι που δεν ανέχομαι.»
«Και καλά κάνεις, Αναστασία. Και καλά κάνεις. Αλλά, σα να ξεχνάς κάτι: τη ζωή σου! Μην αφήνεις τα πράγματα να καθορίζουν την πορεία της, όσο μπορείς καθόρισέ την εσύ. Σε ό,τι αφορά τον Αλέξη, δεν ξέρω γιατί, αλλά έχω ένα πολύ έντονο προαίσθημα ότι όλα θα πάνε καλά, ότι θα βγει απ’ το κώμα του, θα ζήσει. Πρέπει ν’ αρχίσεις να σκέφτεσαι θετικά.»
«Θέλω, αλλά δεν μπορώ. Ωστόσο, το προαίσθημά σου ίσως και να βγει αληθινό. Ποτέ σου δεν έκανες λάθος. θυμάσαι; Θυμάσαι πώς έλεγες ότι θα συμβεί αυτό ή το άλλο και πάντοτε συνέβαινε; Θυμάσαι που τ’ άλλα παιδιά σ’ αποκαλούσαν μάγισσα γι’ αυτό το χάρισμά σου; Θυμάσαι...»
«Όλα τα θυμάμαι. Τίποτα δε διαγράφει η μνήμη μου. Ένα χάρισμα είναι, όντως, αυτό που έχω, αλλά πού και πού το νιώθω σαν κατάρα. Ωστόσο, δεν αφαιρώ ούτ’ ένα τόνο απ’ αυτά που σου είπα. πιστεύω, στ’ αλήθεια, πώς στο τέλος όλα θα παν καλά. Δεν ξέρω για τον Αντρέα, αλλά για τον Αλέξη είμαι σίγουρη.»
«Από το στόμα σου...»
Δεν συμπλήρωσε τη φράση της. Είδε την αδελφή της να σηκώνει το βλέμμα με μια γκριμάτσα, ειρωνικά στο ταβάνι και χαμογέλασε. Τι να της κάνει ο θεός; Τι; Η ίδια πρέπει να πάρει τη ζωή στα χέρια της. Η ίδια πρέπει να βρει το κλειδί και ν’ ανοίξει τη φυλακή της. Η ίδια πρέπει να τα βάλει μαζί και να νικήσει τον χειρότερό της εχθρό, τον εαυτό της.
Δημοσίευση σχολίου