Κυριακή, 4 Μαΐου 2008

Ο Μπεκρής

Όλα τα έχασε. Όλα! Και τώρα τριγυρνά μοναχός, με σκυμμένο το κεφάλι, μέσα στους δρόμους μιας βρώμικης, οχληρής κι αφιλόξενης πόλης, και σκέφτεται. Όσο του το επιτρέπει το θολωμένο απ’ το πιοτό μυαλό του, σκέφτεται. Σκέφτεται την προηγούμενή του ζωή, τα νιάτα που ξεκίνησαν σα μέσα σ’ ένα όνειρο και κατάντησαν εφιάλτης – πήγαν χαμένα. Σκέφτεται το άθλιο, μίζερο, μισερό παρόν του, που χρόνια πριν στα μάτια της φαντασίας του φάνταζε λαμπρό κι ευτυχισμένο. Σκέφτεται και θυμάται. Θυμάται τη γυναίκα που τόσο αγάπησε, πιότερο κι απ’ τη ζωή του την ίδια, την κορούλα του, τον άγγελό του, τους καλούς του φίλους, που χάθηκαν κι αυτοί στο αμείλικτο πέρασμα του χρόνου. Θυμάται ότι κάποτε έκανε όνειρα. Θυμάται...
Μ’ ένα κουρέλι, παλιό, βρώμικο και πολυμεταχειρισμένο, μοιάζει τώρα η ύπαρξή του. Ένα κουρέλι που πολύ θα ήθελε να πυρπολήσει. Απλά, να του βάλει φωτιά και για πάντα να ξεγνοιάσει. Να ξεχάσει και να ξεχαστεί.
Που ήμουνα; Που είμαι; Ποιος είμαι; Που πάω; μονολογεί, καθώς διαβαίνει, με βήματα αργά που σέρνονται στο μαύρο της ασφάλτου, το ένα μετά το άλλο τα σκοτεινά σοκάκια, όπου κάνουν πιάτσα τα παιδιά της νύχτας, τα δίχως σπίτι και ασφάλεια, και τα κορίτσια τα αθώα, του πόνου και της αμαρτίας.
Κι εγώ πόρνη είμαι! σκέφτεται φωναχτά, κοιτώντας τις γυναίκες -τις έντονα βαμμένες και προκλητικά ντυμένες- που στέκονται νωχελικά στις γωνιές των δρόμων, περιμένοντας, δίχως όμως να δείχνουν να αναζητούν, κάποιον πελάτη. Χειρότερος, ακόμη, κι από πόρνη είμαι. Αυτές, τουλάχιστον, πουλάνε μόνο το κορμί, ενώ εγώ πούλησα και την ψυχή μου.
Σκύβει πιο χαμηλά το κεφάλι -λες και θέλει να κρυφτεί απ’ τον εαυτό του τον ίδιο- και δακρύζει ο μπεκρής, πικρά δακρύζει. Γιατί; Γιατί; Γιατί; από μέσα του ρωτά και φωναχτά απορεί, μα απάντηση δεν παίρνει. Κάποιοι απ’ τους βιαστικούς ανθρώπους, που σαν σκιές περνάνε και χάνονται, τον κοιτούν ειρωνικά, άλλοι μ’ ένα βλέμμα συμπάθειας, αλλά κανένας δεν ξέρει τι ν’ αποκριθεί στα γιατί του. Μονάχα κάποιοι αόρατοι θεοί, μόνο αυτοί οι μπαγαπόντηδες, θα μπορούσαν να του εξηγήσουν το λόγο, τους λόγους, που η κορούλα κι η γυναίκα του πέθαναν, που ένα αυτοκίνητο περαστικό τις πήρε και τις παρέσυρε στου χάροντα το σκοτεινό ποτάμι. Πόσο άδικο! Πόσο πολύ άδικο!
Τη θέση τους σιγά-σιγά άρχισε να παίρνει το πιοτό. Τη θέση του σπιτιού του, η συνεχής, η δίχως αναπαμό περιπλάνηση στους δρόμους, η συνύπαρξη με του δόλιου ετούτου κόσμου τα ανθρώπινα απορρίμματα, με τους καταραμένους. Τα πούλησε όλα όσα είχε, παράτησε τη δουλειά και ό,τι του θύμιζε την παλιά του, την καλή ζωή, κι έγινε ένα συνεπής αλήτης, ένας συνειδητοποιημένος μπεκρής. Όχι, πώς το ποτό τον βοηθάει, όχι πολύ, αφού δεν ξεχνάει, αλλά τουλάχιστον μ’ αυτό λίγο ανακουφίζεται. Πίνει πολύ, κλαίει περισσότερο, ανακουφίζεται. Η ζωή πια δεν έχει γι’ αυτόν κανένα χρώμα. Όλα τα ίδια του μοιάζουν. παραλλαγές του μαύρου, που γεμίζει το μέσα του.
Για ποιον κόσμο όμορφο, αγγελικά πλασμένο, του μιλούσαν κάποτε οι στίχοι; Δόλιε ποιητή, τον κορόιδεψες. Ο κόσμος είναι πόνος, και στο επίκεντρο του πόνου είν’ αυτός.
Περπατάει, σκέφτεται, αποφασίζει, μετανιώνει, αποφασίζει: Πρέπει να βάλω τέρμα σε τούτη τη φάρσα, πρέπει να λυτρωθώ.Τα βήματά του, όπως κάθε βράδυ άλλωστε, τον οδηγούν στο σημείο όπου συνέβη το μοιραίο. στο μέρος όπου ακούμπησαν για τελευταία φορά τα κορμιά των αγαπημένων του, προτού ταφούν στο χώμα. Τα μάγουλα μουλιάζουν απ’ τα δάκρυα, τα μάτια του καίνε και θολώνουν. Τέλος, ψιθυρίζει και κάνει, δίχως καθόλου να διστάσει, μια βουτιά στο οδόστρωμα που ζέχνει. Ένα φορτηγό του κόβει σχεδόν μεμιάς το νήμα της ζωής, και τον στέλνει με χαμόγελο να πάει να βρει τις γυναίκες του, να τις κρατήσει για μία ακόμη φορά και για πάντα στην τρυφερή του αγκαλιά. Ένα μικρό μπουκάλι ουίσκι ίπταται για λίγο πάνω από τη σκηνή και σε λίγο πέφτει με πάταγο στο έδαφος χωρίς να σπάσει. Η ζωή τελειώνει. Η ζωή συνεχίζεται.
Δημοσίευση σχολίου