Τρίτη, 20 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 6

Κοιτά μια παλιά, αλλά σε άριστη κατάσταση, φωτογραφία της και θυμάται τα παλιά. τότε που τη γνώρισε. τότε που ήταν κάποια άλλη, και ήταν κάποιος άλλος. Όχι, δεν μπορεί να τη βλέπει από κοντά, όχι πια. Τουλάχιστον, όχι ακόμη. Όχι, μέχρι να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα. Όχι, μέχρι ν’ αποφασιστεί τελεσίδικα αν η ζωή τους όλη θα γκρεμιστεί και θα γίνει συντρίμια. συντρίμια από αναμνήσεις.
Κοιτά, λοιπόν, τη φωτογραφία της κι αναπολεί. Αναπολεί τις πρώτες εκείνες ημέρες, τις καλές, τις όμορφες. Τότε που όλα στα μάτια τους φάνταζαν ιδανικά, η ζωή ένα όνειρο. Ω, πόσο έντονα ζούσαν τότε! Πόσο άχρωμα μετά! Τότε του έδινε χαρά, του χάριζ’ απόλαυση. κι ύστερα, άρχισε να του δίνει το λογαριασμό και να του ζητάει και τα ρέστα, να του χαρίζει απόγνωση. Της ζωής η μεγάλη ειρωνεία.
Την είχε αγαπήσει, πολύ. Και θα την αγαπούσε ακόμη. Αν δεν έκανε εκείνο το λάθος, το μοιραίο, που έφερε τα πάνω κάτω, που έκανε... που έκανε... που τον έκανε σκληρό, κακό. Αλλά, όχι. Όχι, δεν ήταν κακός, κακότροπος ήταν. Η κακιά η ώρα. εκείνη φταίει για όλα. Εκείνη, κι εκείνη. Κι εκείνη που τον πότισε φαρμάκι. Όχι, πώς δεν έφταιξε κι ο ίδιος, ουδείς αναμάρτητος, έφταιξε, αλλά να, γι’ αυτό που συνέβηκε δε φέρει καμία ευθύνη. Ή, ίσως και να φέρει, αφού δεν ήταν εκεί. Δεν ήταν εκεί που ήταν η θέση του, εκεί που ανήκε, γι’ αυτό κι έγινε το κακό.
Κοιτά τη φωτογραφία της, που είναι ασπρόμαυρη, όπως πάντα της άρεσε. και του άρεσε. Προφίλ. Χαϊδεύει με τα σκληρά του δάχτυλα το λευκό του προσώπου της, το μαύρο των μαλλιών της, προσπαθεί να πιάσει την αχτίδα του ήλιου που ξεφεύγει μέσα από τις μπούκλες της, να της βγάλει απ’ τ’ αυτί το σκουλαρίκι κρίκο. Τόσο όμορφη! Και την έχασε. Και την άφησε να χαθεί. Γιατί;
Η αλήθεια είναι ότι δεν του αρέσει να αναλύει τα πράματα, να τα πολυζορίζει, θέλει να παίρνει τη ζωή όπως του έρχεται, αλλά... Μετά απ’ αυτό που συνέβηκε όλα άλλαξαν. κρέμονται όλα πλέον από μια λεπτή κλωστή, διάφανη, που από στιγμή σε στιγμή μπορεί να σπάσει.
Το ξέρει! Το ξέρει πώς το καθήκον του τον καλεί, πώς αυτή την ώρα, την πιο δύσκολη, θα έπρεπε να είναι εκεί, δίπλα της, να της κρατάει το χέρι, να την παρηγορεί, να της λέει ότι όλα θα πάνε καλά και να παίρνει κι ο ίδιος θάρρος απ’ τα λόγια του, αλλά, απλά, δεν μπορεί. Θα την σκότωνε τώρα αν την έβλεπε μπροστά του. θα την σκότωνε κι ας την αγαπούσε κάποτε τόσο.
Αν μπορούσε να μαντέψει, αν ήξερε τι θα συνέβαινε, όλα θα τα ’κανε αλλιώς. όλα τα λάθη του θα τα ’κανε σωστά – αν μπορούσε. Αλλά, τώρα είναι πια πολύ αργά για αν και ενοχές. Τώρα μονάχα με το αχ των αναμνήσεων και του τραγικού του σήμερα τις σκληρές αλήθειες μπορεί να πορευτεί.
Πέρασαν καλά, πέρασαν κι άσχημα. Έφτασαν στα τραγικά. Ωστόσο, το χθες δεν το ξεχνάει. τίποτα δε σβήνει, όλα τα θυμάται. Θυμάται που όταν έβγαιναν για ποτό εκείνος πλάκωνε τα ούζα και τα κονιάκ, ενώ εκείνη έπινε καρπούζι μ’ επιπλέον χρώμα, όπως αποκαλούσε τα κοκτέιλ της. Θυμάται μια φορά που του έβαλε σκόπιμα ζάχαρη στον καφέ -αν και πάντα τον έπινε σκέτο- για να δει την αντίδρασή του κι εκείνος τον ήπιε χωρίς καμία έκπληξη, δίχως κανένα παράπονο, μόνο και μόνο για να της πει μετά ότι: Τι να μου κάνει η ζάχαρη; Το πιο γλυκό κομμάτι στη ζωή μου είσ’ εσύ. Και θυμάται και μια μέρα μοναδική -τη θυμάται και γλυκά, πλατιά, πονεμένα χαμογελά- που καθώς περπατούσαν στο δρόμο έπιασε ξαφνικά βροχή, κι εκείνος αντί να τρέξει να κρυφτεί, κάθισε εκεί, στη μέση του πεζοδρομίου και κάλεσε κι εκείνη να κάνει το ίδιο. για να δεις γυναίκα τι ωραία μας κατουράει ο θεός, της είπε. Ακόμη μπορεί να δει, ν’ ακούσει το γέλιο της. Αλλά, όλ’ αυτά ήταν χθες. Τα γέλια κι οι χαρές έχουν σβήσει, κι οι μοίρες κλώθουν της κουρελιασμένης τους ζωής τα νέα νήματα. Δεν ξέρει πια τι να περιμένει. μια μικρή χαρά ή πολλές ακόμη μεγάλες λύπες. Ίσως να φτιάξουν κάπως τα πράγματα. Ίσως! Μα, οι πληγές, το ξέρει, είναι μεγάλες και θα συνεχίσουν για πολλή καιρό ακόμη να ’ν’ ανοικτές και να αιμορραγούν. Ό,τι γράφτηκε δύσκολα θα ξεγραφτεί.
Δημοσίευση σχολίου