Τετάρτη, 28 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 14

Καλά πέρασε το προηγούμενο βράδυ η Βασιλική. Υπέροχα! Για δες πώς τα φέρνει καμιά φορά η ζωή. Πήγε κάπου μόνο και μόνο για ξεσκάσει, για να μεθύσει κάπως αλλιώς και κάπου αλλού, για να ξεφύγει απ’ τον εαυτό της και για καμιά ξεπέτα, αν ετύγχανε, και γνώρισε έναν άντρα καταπληκτικό. Κάποιον που την έκανε όλη νύχτα να γελάει και να χαίρεται. που με την παρουσία του και μόνο έσβησε για λίγο απ’ της ζωής τον μαυροπίνακα όλη τη θλίψη της! Κι ύστερα...
Ύστερα, τίποτα. Την έφερε στο σπίτι της, δεν τη φίλησε στα χείλη ή καν στο μάγουλο, και της ευχήθηκε όνειρα γλυκά και πονηρά. Τι άνθρωπος! Όχι σαν τον Αντρέα, βέβαια, αλλά ένα άξιο υποκατάστατό του. Αν καταφέρει να τον κατακτήσει, δηλαδή. κάτι για το οποίο δεν είναι καθόλου σίγουρη. Όπως δεν είναι σίγουρη αν θέλει να τον κατακτήσει κιόλας. Μια γνωριμία της στιγμής, ένας περαστικός, αυτό είναι, προσπαθεί να πείσει τον εαυτό της, αλλά δεν τα πολυκαταφέρνει. Η εικόνα του επιστρέφει στο μυαλό της ξανά και ξανά. Εντάξει, είναι λίγο θολή λόγω της μέθης αλλά ευδιάκριτη. Η μορφή του είναι μια μορφή ευγενική, αλλιώτικη. Αν ο Αντρέας είναι πυρκαγιά, αυτός, ο... ο... Δεν ξέρει τ’ όνομά του! Παίρνει να γελά δυνατά, νευρικά, ασυγκράτητα. Μα, τι ηλίθια είσαι! τα βάζει με τον εαυτό της. Τι ηλιθία! Όπως και νάχει, σαν τη φλόγα ενός κεριού. ενός κεριού που αργά, νωχελικά αλλά επίμονα σιγοκαίει. έτσι ακριβώς τον σκέφτεται το γεροφιλόσοφό της, τον μεγάλο άγνωστο, τον από μηχανής θεό της.
Θα τον ξαναδεί άραγε; Ποιος ξέρει; Θα επιδιώξει να τον ξανασυναντήσει; Ίσως. Αλλά που; Μόνο το μπαρ, μονάχα εκείνο είναι το σταθερό σημείο αναφοράς, πουθενά αλλού δεν μπορεί να ψάξει γι’ αυτόν. Ωστόσο, δε θα το κάνει. Μάλλον δε θα το κάνει, δηλαδή. Όχι τώρα. Όχι ακόμη. Όχι όσο υπάρχουν ακόμη πιθανότητες να επιστρέψει ο Αντρέας, ο ένας και μοναδικός άντρας, στη ζωή της. Εξάλλου εκείνος είναι παντρεμένος. Επιθυμητός, αλλά παντρεμένος. Αν τον ερωτευόταν, αν τον κυνηγούσε, θ’ άναβε φωτιές. νέες φωτιές. θα κονταροχτυπιόταν όχι μονάχα πια με τους μέσα της δαίμονες, αλλά και μ’ άλλους, άγνωστους. τον τροχό του λούνα παρκ, τον ζαλιστικό, που αποτελούσε το μέσα της, θα το μεταμόρφωνε σ’ ανεμόμυλο, και τούτος δα ίσως να τα παρέσερνε όλα στο στριφογύρισμά του. ό,τι απόμεινε για να παρασύρει, δηλαδή.
Δε θα τον κυνηγήσει, λοιπόν, τον άγνωστο, δε θα τον κάνει το νέο θήραμα, τον αυριανό της στόχο, το τρόπαιό της. Θα συνεχίσει να κωπηλατεί τη βάρκα του πόνου, μέχρι να βρει λιμάνι ή να βυθιστεί. μέχρι να σωθεί ή να πνιγεί. Δε θα τον κυνηγήσει, ωστόσο, θα συνεχίσει να τον σκέφτεται. Σα σημείο αναφοράς. Σαν πυξίδα για το μέλλον.
Δημοσίευση σχολίου