Παρασκευή, 9 Μαΐου 2008

Μίνα

Να τη ξαναγράψω ή όχι αυτή την ιστορία; Ιδού η απορία. Ένας από τους λόγους που βρίσκομαι εδώ στην Τσιανγκ Μάι είναι ότι η ζωή είναι τόσο ήσυχη, τόσο ειρηνική, που με εμπνέει, με ηρεμεί, με βοηθάει να δουλέψω. Κι ένα από τα πολλά πράγματα που είχα να κάνω όταν ήρθα ήταν να ξαναγράψω 33 από τα διηγήματά μου. Τα είχα τυπώσει όλα γι' αυτό ακριβώς το λόγο - όλα εκτός από ένα που, δεν ξέρω πώς, μου ξέφυγε. Αυτό που μιλά για την ιστορία της Μίνας. Τι να κάνω, λοιπόν; Το μετέφρασα! Απ' την αγγλική του μετέφραση! (τρέλα, ε;). Όμως, τώρα που το ξαναδιαβάζω κάτι δε μου κολλάει. Γι' αυτό κι η απορία: Να το ξαναγράψω ή όχι;

Έλεγαν πώς η ιστορία της ήταν μια ιστορία τραγική και λυπημένη πολύ. ότι ήταν ένα ακόμη από εκείνα τα κορίτσια που ζούνε στον πόνο και που η ψυχή τους πεθαίνει σιγά σιγά, μέρα με τη μέρα, και στα κρυφά. Την έβλεπα κάθε βράδυ να κάθεται μοναχή, σχεδόν παρατημένη, στην άκρη του μπαρ και να πίνει με μικρές απολαυστικές γουλιές ένα μπουκάλι καλό κόκκινο κρασί Χιλής. Δε φαίνονταν να δίνει καμία σημασία σε όσα συνέβαιναν γύρω της. Λες και δεν υπήρχε άλλος κανείς εκεί, εκτός απ’ την ίδια. την ίδια και τον πόνο της. Καθώς βρισκόταν βαθιά βυθισμένη στις ανομολόγητες σκέψεις της, αν έμπαινε κανείς στον κόπο να την παρατηρήσει προσεκτικά θα μπορούσε να διακρίνει τη θλίψη στα μάτια της, αλλά και μια κάποια απροσδιόριστου είδους γαλήνη. Κάθε τόσο, ακούγοντας προφανώς τους στίχους ενός αγαπημένου τραγουδιού, έβγαινε απ’ τον εντός της μικρόκοσμο, και το βλέμμα της φωτιζόταν, τα χείλη της έπαιρναν να ψιθυρίζουν σιγαλά, τα χαρακτηριστικά του προσώπου της μεταμορφώνονταν, γίνονταν ατίθασα όμορφα. Έμοιαζε λες και ζούσε μέσα σ’ ένα όνειρο...

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα κορίτσι που ζούσε μια ζωή σαν παραμύθι. Μεγάλωνε μέσα σ’ ένα πλούσιο σπίτι, όπου μπορούσε να έχει ό,τι ζητούσε κι ό,τι ποθούσε, εκτός απ’ την αγάπη. Οι γονείς της, βλέπετε, ήτανε πάντα πολύ απασχολημένοι οι δόλιοι κυνηγώντας το χρήμα, έτσι το κορίτσι ουσιαστικά μεγάλωνε εν τη απουσία τους. Ήταν οι οικιακές βοηθοί και οι νταντάδες που τη βοήθησαν να κάνει τα πρώτα και πιο δύσκολα βήματά της στη ζωή – που ήταν εκεί για κείνη. Κι όταν πλησίασε επικίνδυνα ο καιρός για να πάει στο σχολείο, οι γονείς της προσέλαβαν κατ’ οίκον δασκάλους για να τη διδάξουν. Όλα για την κορούλα τους, που δε γνώριζαν.
Η Μίνα αγάπησε την ανάγνωση και τη γραφή απ’ την αρχή. Και μια και δεν είχε κανένα άλλο για να συζητήσει, ούτε φίλους, ούτε γονείς, ούτε κανένα, έστρεψε ολόκληρη την προσοχή της στα βιβλία, στα οποία βρήκε μια διέξοδο απ’ την καθημερινή της μοναξιά. Πουθενά αλλού παρηγοριά. Έτσι, στο πέρασμα του χρόνου, άρχισε να διαβάζει όλο και πιο πολύ και να ταξιδεύει σε κόσμους ανύπαρκτους και φανταστικούς, δημιουργήματα της φαντασίας κάποιου συγγραφέα. Έκλεισε τον εαυτό της σ’ ένα χρυσό κλουβί, η κακομοίρα, και πίστευε πραγματικά ότι πέρα απ’ αυτό τίποτ’ άλλο δεν υπήρχε στον κόσμο. Και το χειρότερο είναι ότι στους γονείς της, τους μεγάλους απόντες, ποτέ δεν περίσσεψε ο χρόνος για να τη βγάλουν απ’ τις ψευδαισθήσεις της, για να της ανοίξουν τα μάτια στον κόσμο τον πραγματικό. Έτσι κι αλλιώς, δεν την έβλεπαν σχεδόν ποτέ, αφού η οικογένεια συγκεντρωνόταν όλη μαζί ελάχιστες μονάχα φορές. Κι ακόμη και τότε οι γονείς της δε τη ρωτούσαν τίποτα περισσότερο απ’ τις συνηθισμένες ερωτήσεις, για το σχολείο και τους δάσκαλούς της, και τίποτ’ άλλο. Υποδειγματική, στ’ αλήθεια, οικογένεια.
Το κορίτσι, αν και αγνοούσε εκκωφαντικά όλες τις μικρές αλήθειες της ζωής, μέρα με τη μέρα γινόταν όλο και πιο έξυπνο, πιο σοφό. Ήταν σπουδαία μαθήτρια, καλόκαρδη κι ευγενική, αλλά πάντα ένιωθε ότι κάτι έλειπε απ’ της μικρής της ύπαρξης το μωσαϊκό. Μία και μόνο φορά τόλμησε να το αναφέρει αυτό στη μητέρα της, μόνο και μόνο για να την ακούσει ν’ αναφωνεί με αγανάκτηση: Μα τα έχεις όλα! Λες και το Όλα υπάρχει. Οι φτωχοί, στην αντίληψη, γονείς της πίστευαν ότι αν έχεις λεφτά τίποτ’ άλλο δε χρειάζεσαι στη ζωή.

Τα χρόνια γρήγορα πέρασαν, πέταξαν σαν αϊτός στον ουρανό του τίποτα, και η Μίνα είχε τώρα πια μεταμορφωθεί σε μια πανέμορφη, αλλά πάντα θλιμμένη έφηβη. Κανείς δεν μπορούσε να μαντέψει τι ήταν αυτό το κάτι που έριχνε βαριά τη σκιά του πάνω στη νεανική της ψυχή. Μοναχά αναρωτιόνταν. Για τα τι και τα γιατί. Θα έβλεπαν τους μαύρους κύκλους να σχηματίζονται γύρω απ’ τα μάτια της, θα έκλεβαν τα θλιμμένα χαμόγελά της, θα χαίρονταν της μεγάλης ψυχής της τα δώρα, αλλά δε θα την καταλάβαιναν ποτέ. ποτέ τους δε θα τη διάβαζαν. Τι ήταν αυτό που κατάτρωγε, που έκαιγε το μέσα της; Τι ήταν εκείνο που την έκανε να μοιάζει τόσο ξεχωριστή; Γιατί η θλίψη της την έκανε να φαίνεται ακόμη πιο ωραία; Γιατί όπου υπάρχει ομορφιά, εκεί κάνει πιάτσα κι ο πόνος; Οι ερωτήσεις τους δε θα έβρισκαν τις ανάλογες απαντήσεις, κι έτσι σύντομα πολύ θ’ άρχιζαν να της φτιάχνουν και να την τυλίγουν μέσα σ’ ένα πέπλο μύθου και μυστηρίου, όπως συνήθως γίνεται με όλες τις γυναίκες που είναι πολύ έξυπνες και ξεχωριστές, αλλά απελπιστικά εκτός επαφής με το στενόμυαλο κόσμο μας.
Τα βλέμματα των αγοριών ακολουθούσαν το κάθε της βήμα, καθώς η εξωπραγματική της ομορφιά ξυπνούσε μέσα τους πρωτόγνωρα αισθήματα, ένστικτα αντρικά. Όσο για τα κορίτσια, αυτά τη ζήλευαν και τη λυπούνταν. Ζήλευαν την ομορφιά της, λυπούνταν γιατί το σα ζωγραφιά πρόσωπό της ήταν πονεμένο κι επειδή το σα γλυπτό της σώμα, δεν αγγίχτηκε ποτέ από αγόρι. Κάθε φορά που κάποιο απ’ αυτά προσπαθούσε να πάει κοντά της, με κάποιο τρόπο να την προσεγγίσει, του ξεγλιστρούσε μ’ ένα χαμόγελο γλυκό, που έμοιαζε αληθινό, αλλά ήταν πέρα για πέρα ψεύτικο. Η θλίψη. αυτή ήταν το χαρτί της, αυτή το παιχνίδι της.
Θα ξόδευε τα περισσότερα χρόνια της εφηβείας διαβάζοντας τα μαθήματά της και μεγάλα μυθιστορήματα, σα μια πριγκίπισσα έγκλειστη σε κάποιο κάστρο, που βλέπει τη ζωή αδιάφορα να την προσπερνά απ’ το παράθυρό της. Είναι πολύ καλό αυτό που κάνεις, που διαβάζεις τόσο πολύ, της έλεγαν μ’ αυτοπεποίθηση οι δάσκαλοι και οι γονείς της, αλλά εκείνη δεν ήταν και τόσο σίγουρη γι’ αυτό. Αν όλα ήταν τόσο καλά, γιατί ο πόνος στην ψυχή της συνεχώς μεγάλωνε και γίνονταν ασήκωτος; Και γιατί όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πιο άδεια ένιωθε;
Κάποια μέρα καλή, ξύπνησε απ’ το χάραμα κι άνοιξε το παράθυρο του δωματίου της, για να πει τις καλημέρες της στη φύση. Και τότε, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ένιωσε ένα παράξενο αίσθημα ευδαιμονίας να της πλημμυρίζει το είναι, να της γαληνεύει την ψυχή. Και, λες κι αυτό δεν ήταν αρκετό, το αμέσως επόμενο λεπτό, ένα πουλί μικρό, όμορφο και ταξιδιάρικο πολύ, κάθισε για να ξαποστάσει στα κλαριά του πεύκου στην αυλή, και πήρε να της τραγουδά ένα εξαίσιο σκοπό, καθώς ο ήλιος άρχιζε να ανεβαίνει σα μια κόκκινη δοξασία στον ουρανό, κι ένα δροσερό βορινό αεράκι της χάιδευε το πρόσωπο και τα μαλλιά. Ω, η ζωή είν’ εκεί έξω! σκέφτηκε με θαυμασμό και χαμογέλασε πλατιά, επιτρέποντας σε μια αχτίδα ευτυχίας να της αγγίξει την καρδιά.
Έκλεισε το παράθυρο μεμιάς, έβγαλε με μία κίνηση και πέταξε στο κρεβάτι το νυχτικό της, για να φορέσει ένα παλιό φθαρμένο και ξεχασμένο στο χρόνο τζιν κι ένα απλό μαύρο μακό μπλουζάκι. Εκείνη την ώρα δε θύμιζε σε τίποτα το πλούσιο και ντυμένο με ακριβά ρούχα κορίτσι, που οι γονείς της την ήθελαν να είναι.
Κατέβηκε δυο-δυο τα σκαλιά για το ισόγειο, άνοιξε κι έκλεισε με ορμή την εξώπορτα και ξεχύθηκε έξω, στη φύση, σαν κάποιο άγριο ζώο, στο οποίο δόθηκαν ξαφνικά και αναπάντεχα τα κλειδιά για την ελευθερία του. Με βήμα γοργό κι ευτυχισμένο πήρε ν’ απομακρύνεται όλο και πιο πολύ απ’ το σπίτι και τα πλούτη των γονιών της και τη ψευδή αίσθηση ασφάλειας -ασφάλειας χωρίς ζωή- που της έδιναν. Περπάτησε για ώρα πολλή, αφήνοντας το προάστιο των πλουσίων με κατεύθυνση ένα μικρό δάσος, που συχνά έβλεπε από απόσταση, περνώντας με το αυτοκίνητο. ένα δάσος που ήταν τόσο κοντά, αλλά το οποίο, δυστυχώς, περνούσε απαρατήρητο από τα μάτια εκείνων, που στ’ αλήθεια δε θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν την ομορφιά, ακόμη κι αν την έβλεπαν κατά πρόσωπο. Ήταν εκεί που η Μίνα ένιωσε για πρώτη φορά μια ανάσα ζωής να της γλύφει την ψυχή.
Περιπλανήθηκε στο δάσος για ώρες, παρατηρώντας τα πάντα χωρίς να τα βλέπει, καθώς μόνο τα από μέσα μάτια της τώρα, ήταν διάπλατα ανοικτά. Εντάξει, το σχολείο είναι καλό. Το ίδιο και τα βιβλία, σκεφτόταν, αλλά τα λόγια είναι φτωχά, οι λέξεις ανίκανες, για να περιγράψουν τη ζωή, για να σε κάνουν να τη ζήσεις. Αν κάποιος την έβλεπε να τριγυρνά στην ερημιά της άγριας φύσης, αν λίγο τη μελετούσε, θα σκεφτόταν πώς αυτό δεν ήταν ένα νέο κορίτσι, αλλά κάποιο ξωτικό, που μόλις κατέφθασε από κάποια άλλη γη άγνωστη κι απόμακρη πολύ. Έμοιαζε να βρίσκεται σε έκσταση, λες και όλα τα θαύματα της ζωής της είχαν μόλις αποκαλυφθεί. Ω, σκέφτηκε, άνθρωποι. Ηλίθιοι άνθρωποι. Ηλίθιοι που δε βρίσκετε το χρόνο ν’ αντικρίσετε τα θαύματα που σας περιβάλλουν.
Ο χρόνος πέρασε γρήγορα, σα μια ανάσα καθαρού αέρα, και γύρω στο μεσημέρι η Μίνα άφησε το δάσος με κατεύθυνση το σπίτι της. για να καθίσει στο τραπέζι με τους γονείς της, δυο άγνωστους ανθρώπους, και να φάει απ’ τα πιάτα της συνήθειας.

Με το σχολείο, τα διαβάσματα και τους μοναχικούς περιπάτους, που της έγιναν γλυκιά συνήθεια και της γαλήνευαν την ψυχή, ο χρόνος γοργά κυλούσε. Η Μίνα έμοιαζε μ’ ένα λουλούδι που μαγευτικά άνθιζε στον άγριο κήπο της ζωής, καθώς άρχιζε τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο. Ακολουθώντας τη συμβουλή των γονιών της, στους οποίους ακόμη δεν μπορούσε ακόμη να προβάλει καμία αντίσταση, θα σπούδαζε για να γίνει δασκάλα. Όπως λέει ένα παλιό απόφθεγμα-μαλακία, οι γηραιότεροι πάντα ξέρουν καλύτερα, έτσι υπάκουσε στην εντολή τους.
Δεν πέρασε πολύς καιρός προτού αρχίσει και πάλι να συγκεντρώνει, χωρίς καθόλου να το επιδιώκει, όλα τα βλέμματα πάνω της. τόσο των αγοριών, όσο και των κοριτσιών. Το λαμπρό της μυαλό, τα φανταστικά της χαρακτηριστικά, οι απλοί κι ανυπόκριτοι τρόποι της, την έκαναν να ξεχωρίζει. Τα αγόρια ένιωθαν καλά, πραγματικοί θριαμβευτές, όταν κατάφερναν να κλέψουν ένα έστω βλέμμα απ’ τα υπέροχα γαλανά της μάτια, και τα περισσότερα απ’ αυτά σύντομα βγήκαν στο κυνήγι, προσπαθώντας να κατακτήσουν το υπέροχο θήραμα, που φάνταζε στα μάτια τους να είναι. Τα πάθη γύρω της άναβαν, γιγαντώνονταν, αλλά αυτή δεν έμοιαζε να δίνει μία. Κανένας δεν μπορούσε στ’ αλήθεια να την πλησιάσει, να σπάσει τις άμυνές της, έμοιαζε μ’ ένα κάστρο ακλόνητο, με τείχη απόρθητα, αδιαπέραστα. Όχι, βρε παιδιά. Όχι, φίλοι μου, δεν είστε εσείς για μένα, έμοιαζε να τους λέει. Αλλά, δεν ήταν αυτός ο αληθινός λόγος που τους κρατούσε σε απόσταση. Η αλήθεια είναι ότι εκείνη ήταν ακόμη ένα κορίτσι, που ζούσε μέσα σ’ ένα κόσμο φανταστικό, ολόδικό της. Και σαν τέτοιο έψαχνε τον ιδανικό άντρα. Περίμενε τον πρίγκιπά της να έρθει καβαλά στ’ άλογο και να την πάρει μακριά. Ακριβώς όπως και στα παραμύθια. Η καημένη δεν μπορούσε να καταλάβει ότι η ζωή ήταν ήδη εκεί, δίπλα της κι αυτή, μέσα στη μεγάλη της άγνοια, απλά την προσπερνούσε. Δεν μπορούσε να δει ότι ο χρόνος πέρασε σα μια αστραπή κι ότι αυτή ποτέ δε μεγάλωσε. Έμεινε ένα κορίτσι. Ένα κορίτσι από όλους αγαπητό, είν’ αλήθεια, αλλά παρ’ όλ’ αυτά, μικρό και μόνο. Όσο για τους γονείς της, πώς να τη βοηθήσουν αυτοί; Πίστευαν οι δόλιοι, ότι είχαν ξοδέψει μια ολόκληρη ζωή κάνοντας τα πάντα για κείνη, και πώς τώρα όφειλε να τους ανταποδώσει τις θυσίες δικαιώνοντας τις προσδοκίες τους.
Ευτυχώς ή δυστυχώς, όμως, η ζωή ποτέ δε συγχωρεί εκείνους που δεν καταφέρνουν να τη γνωρίσουν, έτσι κάποια μέρα έστειλε στο δρόμο της έναν υπέροχο, έξυπνο νέο άντρα, ο οποίος θα την ξυπνούσε απ’ το όνειρο, που εκείνη θεωρούσε ζωή. Ο Νίκος ήταν ένας τρελός κι αξιαγάπητος τύπος, ένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους που πίνουν με δίψα και πόθο όλους τους χυμούς της ζωής, και τολμούν να ζητήσουν ακόμη περισσότερα. Η Μίνα, αν και προσπάθησε πολύ, δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί σ’ εκείνη την κρυφή γοητεία, που τον περιέβαλλε. Έτσι, για πρώτη φορά στη ζωή της, άφησε τον εαυτό της αληθινά λεύτερο, επέτρεψε στις άμυνές της να χαλαρώσουν, απέθεσε την ψυχή της γυμνή στα χέρια και τα λόγια και τη ζεστή του παρουσία. Όταν βρίσκονταν μαζί έμοιαζαν με δίδυμους ήλιους, κι όποιος τους αντίκριζε ένιωθε πώς θα τυφλωνόταν απ’ της ουσίας τους τη λάμψη.
Αλλά, ως συνήθως, όταν κάτι πηγαίνει πολύ καλά, πάντα έρχεται κάτι άλλο για να το καταστρέψει. Έτσι, καθώς οι δυο τους πετούσαν στον έβδομο ουρανό της ευτυχίας, κι η Μίνα έπαιρνε, επιτέλους, να μαθαίνει την πραγματική φύση της αγάπης, ήρθαν κάποιοι άλλοι άνθρωποι να φέρουν την καταστροφή και τη μιζέρια στις ζωές τους. Όταν οι γονείς της έμαθαν για τη σχέση τους, προσέλαβαν κάποιον για να μάθει τα πάντα για το Νίκο, για το από που κρατά η σκούφια του, κι οι απαντήσεις που πήραν ήταν ακριβώς αυτές που φοβόντουσαν. Ήταν καλό παιδί κι άξιο παλικάρι και τα λοιπά, αλλά πολύ φτωχός, κι έτσι ακατάλληλος για την κόρη τους, μ’ όλη την περίσσια ομορφιά και τα τεράστια πλούτη της. Τη διέταξαν να τον παρατήσει, και μια και πότε αυτή στη ζωή της δεν έμαθε να τους λέει Όχι, απλά υπάκουσε, οδηγώντας και πάλι τον εαυτό της στα καλά γνώριμα μονοπάτια της μοναξιάς και της σιωπής, που τουλάχιστον της χάριζαν μια ψευδαίσθηση ασφάλειας. Εκείνος, που την αγαπούσε περισσότερο κι απ’ τον εαυτό του τον ίδιο, έπεσε σε κατάθλιψη βαριά και έχασε τη θέλησή του για ζωή, αν και επέμενε να λέει ότι ήταν δυνατός και θα την ξεπερνούσε...

Αυτή είν’ η ιστορία της, όπως άκουσα να τη λένε δυο και τρεις διαφορετικοί αφηγητές. Αληθινή ή ψεύτικη, αυτό δεν το γνωρίζω. Εκείνο, όμως, που σίγουρα ξέρω είναι τη συνέχεια. την ιστορία όπως εξελίχθηκε μετά το χωρισμό της με τον Νίκο. Αυτή την ξέρω από καρδιάς, αφού την άκουσα απ’ τα δικά της χείλη. Ήταν μια κρύα, λυπημένη και δίχως φεγγάρι νύχτα, όταν αποφάσισα να της μιλήσω, αφού δεν μπορούσα ν’ αντέξω άλλο πια τη θλιβερή της θέα. Έτσι, πήγα και κάθισα δίπλα της, και της ζήτησα να μου πει μια ιστορία. Σήκωσε το βλέμμα της απ’ το ποτήρι του κρασιού και με κοίταξε βαθιά στα μάτια. Μετά από λίγο είδα ένα μικρό λυπημένο χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη της. Με είδε πολλές φορές να κάθομαι στο μπαρ, είπε, και πίστευε ότι στο πρόσωπό μου αντίκρισε έναν αδελφό στον πόνο. Κι άρχισε να μιλάει...

Υποθέτω δε χρειάζεται να σου πω ότι έζησα μια άθλια, μια μίζερη ζωή. Στη διάρκειά της ξανά και ξανά παρακάλεσα, προσευχήθηκα στον άγγελο του θανάτου να ’ρθει να με πάρει μακριά, παρέα με τη θλίψη μου, αλλά αυτός δεν τόκανε. Όπως, είμαι σίγουρη, γνωρίζεις τον μόνο άντρα που στη ζωή μου αγάπησα, τον παράτησα για το χατίρι των γονιών μου, κι από τότε καθημερινά πληρώνω το τίμημα της αμαρτίας μου. Ήταν η ανάσα μου, το όνειρό μου, η μόνη της ζωής μου αλήθεια, κι εγώ η άθλια, τα κατάστρεψα όλα, τον σκότωσα, κι εκείνον και τον εαυτό μου, κι όλ’ αυτά επειδή μέχρι τότε στη ζωή μου δεν είχα μάθει να λέω Όχι. Με δίδαξε πώς να ζω ο Νίκος, πώς να αγαπώ και ν’ αναρωτιέμαι. Με δίδαξε, τρυφερά πολύ, πώς να κάνω έρωτα και να νιώθω ευτυχισμένη, κι όλα εκείνα τα μικρά πράγματα που δίνουν στη ζωή αξία. Όταν ήμουνα μαζί του, ήμουν απλώς εγώ, κι όχι αυτή που ήθελαν, όχι αυτή που ονειρεύονταν οι γονιοί μου. Μαζί του άνθισα, άνοιξα τα πέταλά μου σα νούφαρο, έγινα ρυάκι και άρχισα να ρέω μέσα από τους αγρούς των λίγων και εκλεκτών, που μπόρεσαν ν’ αγαπήσουν απ’ της ύπαρξής τους όλης τα βάθη. Τι άλλο μπορώ να πω; Τι άλλο θα έπρεπε να πω; Μάλλον είμαι καταραμένη. Πρέπει! Πρέπει να κουβαλώ μια κατάρα βαριά, αλλιώς δε θα τολμούσα ποτέ να σκοτώσω την αγάπη της ζωής μου. Ναι, αυτό ακριβώς έκανα, τον σκότωσα. Τον σκότωσα τη σκοτεινή εκείνη νυχτιά που του είπα πώς όλα είχαν πια τελειώσει. Ήτανε τα χείλη και όχι η καρδιά μου που μιλούσε, κι αυτός το ήξερε. Σε λυπάμαι! ήταν οι τελευταίες λέξεις που μου είπε. τα στερνά του τα λόγια έπεσαν σαν ένα χαστούκι στο πρόσωπό μου, στο μέσα μου, κι από τότε η ψυχή μου αιμορραγεί.
Και τώρα... Τώρα που στ’ αλήθεια ξέρω ποια είμαι και είμαι σίγουρη για το τι θέλω, δεν μπορώ να είμαι μαζί του, αφού έχει φύγει. Τώρα, ξαπλώνει, γαληνεμένος εύχομαι και προσεύχομαι, στην αγκαλιά του θανάτου. Ήταν ένα τρελό παιδί, ζούσε μια τρελή ζωή, κι έχασε τη ζωή του μ’ ένα τρελό τρόπο – καβάλα στην αγαπημένη του μοτοσικλέτα. Από εκείνη την ημέρα κι εμένα η καρδιά είναι πια νεκρή. νεκρή και μαύρη, όπως το πιο σκοτεινό κελάρι. Απ’ τα χείλη μου λείπουν τα αληθινά χαμογέλα, ποτέ μου δε γελώ, τα άλλοτε κατάμαυρα μαλλιά μου, όπως καλά κι εσύ το βλέπεις, πήραν να γκριζάρουν, το φλογερό γαλάζιο των ματιών μου ράγισε. Το να είσαι νεκρή εν ζωή. μεγαλύτερη κατάρα απ’ αυτή δεν υπάρχει. Και αν γεννιέται μέσα σου η επιθυμία να με ρωτήσεις, γιατί συνεχίζω να ζω, η απάντηση είν’ απλή: είμαι δειλή. Δεν έχω τα κότσια να βάλω τέλος σ’ αυτή την κωμωδία, σ’ αυτή την τραγωδία, τη ζωή μου...

Αυτά ήταν τα λόγια της, όπως τα κατέγραψε ο σκληρός δίσκος της μνήμης μου, εκείνο το βράδυ. λόγια που αναστάτωσαν βαθιά της ψυχής μου τη γαλήνη. Είναι η αγάπη στ’ αλήθεια τόσο δυνατή, που μπορεί να οδηγήσει κάποιον κατ’ ευθείαν στου χάρου τα δόντια; Ή, μήπως, είναι οι ένοχες σκέψεις, αυτές που ποτέ τους δεν ξεχνούν και δε συγχωρούν, που δεν την αφήνουν ν’ αναπαυτεί; Αυτά αναρωτιόμουνα σιωπηλά, καθώς σηκωνότανε για να φύγει. Δεν την ακολούθησα, δεν προσπάθησα να την εμποδίσω. Παρέμεινα εκεί για να τελειώσω το κρασί μου, για να ξεπλύνω σ’ αυτό τις σκέψεις μου. Κάποια στιγμή, εντελώς ασυναίσθητα, πήρα να χαϊδεύω απαλά το ποτήρι απ’ το οποίο έπινε, κι αμέσως μετά, στα ξαφνικά, όλα τα δικά μου προβλήματα πήραν να μου φαίνονται ασήμαντα, η καρδιά μου γέμισε με τη θλίψη της. Ωστόσο, μες στην ψυχή μου δεν έσβησε ούτε λεπτό η ελπίδα ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι καλύτερα για κείνη. Και έγιναν!
Τη συνάντησα ξανά το επόμενο βράδυ, στο ίδιο μέρος. Καθόμουν, ως συνήθως, στη γωνιά μου, πίνοντας κρασί, προσπαθώντας να διώξω απ’ το μυαλό μου τη ραγισμένη της εικόνα, τον πόνο της. Δεν την είδα να έρχεται, χαμένος καθώς ήμουνα μέσα στα βαθιά πηγάδια της σκέψης μου. Κάθισε δίπλα μου και μ’ άγγιξε απαλά στον ώμο. Γύρισα προς το μέρος της έκπληκτος, ξαφνιασμένος. Η έκπληξή μου έγινε ακόμη μεγαλύτερη όταν είδα να παίρνει μορφή στα χείλη της ένα πλατύ, της ζωής, χαμόγελο. Μ’ ευχαρίστησε γλυκά που κάθισα και την άκουσα το προηγούμενο βράδυ, που έστω άθελά μου, τη βοήθησα ν’ ανοίξει επιτέλους το κελί, όπου κρατούσε φυλακισμένη την ψυχή της. Ένιωθε πολύ καλύτερα μετά, είπε, η καρδιά της έμοιαζε πιο ανάλαφρη, κι ο κόσμος φαίνονταν λίγο πιο φωτεινός. Ίσως, απλά ίσως, το τέλος της ζωής της, να μπορούσε λίγο ακόμη να περιμένει.Παρέμεινα για ώρα πολλή ακίνητος, να την κοιτάω αμίλητος. Μπορούσα να διακρίνω καθαρά μια φλόγα ν’ ανάβει μες στα μάτια της και να τους χαρίζει το αλλοτινό τους χρώμα, και μια λάμψη ξεχωριστή να χρωματίζει με ζωή το απαλό της πρόσωπο, το όμορφο σαν... το όμορφο σαν... το απερίγραπτα όμορφό της πρόσωπο. Καθώς την έβλεπα να μεταμορφώνεται, εκεί μπροστά στα μάτια μου σκεφτόμουνα, θυμάμαι, με θαυμασμό, ότι εκείνο που συνέβηκε ήτανε το μεγαλύτερο θαύμα απ’ όλα. το ότι δηλαδή, εκεί που έκανε ο θάνατος παιχνίδι, ήρθε για να κερδίσει την παρτίδα η ζωή!


Δημοσίευση σχολίου