Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

Το Υπόγειο

Αυτό είναι το πρώτο διήγημα που έχω γράψει. Πρόκειται για μια ιστορία δώδεκα χρόνων, την οποία είχα κάποτε εκδώσει μαζί με δύο άλλα κομμάτια σ' ένα βιβλιαράκι στην Κύπρο. Σ' αυτή, τη νέα, και ελπίζω βελτιωμένη της εκδοχή, επαναφέρω το αρχικό "τέλος", αφού τα χρόνια πέρασαν κι ο άθλιος γραφιάς που είμαι άλλαξε, μαλάκωσε. Πολλοί (τι πολλοί; λέμε τώρα) από εσάς διαβάζοντάς την ίσως να σκεφτείται ότι περιέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Δε θα έχετε άδικο!
Καλό κουράγιο(μάλλον θα το χρειαστείτε για να διαβάσετε τις σχεδόν εννιά χιλιάδες λέξεις της)

Η ζωή μου εκείνο το χειμώνα κυλούσε -τι κυλούσε; σερνόταν- μες στη μονοτονία. Απ’ το βράδυ ως το μεσημέρι ανάγνωση και συγγραφή, γράψιμο και διάβασμα, κάνα σινεμά ή καμιά επίσκεψη σε κάποιον -οποιοδήποτε- γνωστό, έτσι για να ξεφύγω λιγουλάκι και να ξεκουραστούνε και τα έρμα τα μάτια μου, που πήραν να ματώνουν γύρω απ’ τις κόρες. Εντάξει, γι’ αυτό το τελευταίο ίσως να φταίει και το αλκοόλ, αλλά είναι κλισέ κι έτσι μην το πείτε σε κανένα!
Όπως και νάχει, εκείνες τις ημέρες πάλευα στ’ αλήθεια (ή στα ψέματα) με τις σελίδες, ρίχναμε κανονικές γροθιές λέμε, καθώς έψαχνα μέσα στα κείμενα για κρυμμένα νοήματα και γέμιζα τετράδια με σημειώσεις, σε μια προσπάθεια να πετύχω το ακατόρθωτο -ναι, ναι, το ακατόρθωτο δεν είναι τίποτα- να καταφέρω να γράψω ένα βιβλίο.
Α, όχι, δε δούλευα. Είχα ξοδέψει έξη ολόκληρα χρόνια απ’ την εξαιρετική μου ζωή, την προορισμένη για μεγάλα πράγματα, δουλεύοντας από δω κι από κει αποταμιεύοντας χρήμα ζεστό, εν αναμονή της ιστορικής εκείνης μέρας που θα αφυπηρετούσα με σκοπό να γράψω -όπως λέγαν οι συμπονετικοί δικοί μου- την ιστορία της ζωής μου. μιας ζωής που δεν πρόλαβα να ζήσω. Τελικά, τα κατάφερα στα είκοσι πέντε μου χρόνια. Λίγο περίεργη ηλικία για να βγει κανείς στη σύνταξη, κι όμως να.
Φυσικό ήταν (ή αφύσικο, δεν ξέρω) από κει και πέρα ν’ αρχίσω να ξοδεύω τα λεφτά με το σταγονόμετρο (τώρα, πώς είναι δυνατόν να το κάνει κάποιος αυτό; μη με ρωτάτε), ζώντας με την ελπίδα (που πεθαίνει τελευταία, η δόλια) ότι κάποια μέρα θα κατάφερνα να γράψω κάτι καλό, εξαιρετικό, μοναδικό, πρωτότυπο, κάτι που θα ’βρισκε το δρόμο του -μέσα από στενά σοκάκια κι αγριεμένες θάλασσες- για τα βιβλιοπωλεία.
Τον πρώτο καιρό, μες στον ενθουσιασμό για τη συνταξιοδότησή μου, έγραφα πολύ, με πυρετικούς ρυθμούς, παθιασμένα, με αποτέλεσμα την παραγωγή μιας εκπληκτικής ποσότητας σκουπιδιών.
Σαν ανυπόμονος τύπος που είμαι έσπευσα να τα παραδώσω σ’ έναν εκδότη, όντας σίγουρος ότι θα τον άκουγα ν’ αναφωνεί με περίσσιο θαυμασμό: Ω, γεννήθηκε ο νέος Γκογκόλ (καλά τώρα, Γκογκόλ του γκώλου). Η αλήθεια είναι ότι οι άνθρωποι μου συμπεριφέρθηκαν μεγαλόψυχα και με ευγένεια πολλή. Έτσι -αν και θα έπρεπε- δεν παρέδωσαν το πνευματικό μου παιδί στον κάλαθο των αχρήστων αλλά, το κακόμοιρο, μου το επέστρεψαν, μαζί με μια διπλωματική απάντηση για το λόγο που δεν μπορούσαν να το εκδώσουν. Εγώ, στο μεταξύ, στο διάστημα (δε βγαίνει νόημα) που μεσολάβησε, είχα αποκτήσει κάποιου είδους αυτογνωσία, έτσι παρέδωσα με ελαφρά τη ψυχή το πρώτο μου έργο στα παμφάγα απορριμματοφόρα του Δήμου (όχι Μούτση, Ζωγράφου).
Πριν περάσει καιρός πολύς -σαν άνθρωπος καλλιτεχνικής φύσης (τι λέω τώρα;) που σέβεται πάντα τους άλλους, αλλά ακόμη περισσότερο τον εαυτό του- άρχισα, όπως θα περίμενε κανείς, να τη βρίσκω με την ποίηση. Αυτό με οδήγησε σε χρόνο μηδέν (ή ντι τι) στη συγγραφή, ούτε λίγο ούτε πολύ, εκατόν δέκα ποιημάτων, που εγκρίθηκαν αμέσως για έκδοση από τη χωματερή Άνω Λιοσίων.
Ύστερα απ’ όλ’ αυτά, ίσως να πίστευαν κάποιοι ότι θα τα ’βαζα κάτω, ότι -ωιμέ- θα τα παρατούσα, αλλά όχι εγώ, αυτό δε θα το έκανα ποτέ. Σα συνταξιούχος δε θα έπαυα ποτέ να αγωνίζομαι για τα κεκτημένα δικαιώματά μου, όπως το δικαίωμα στ’ όνειρο, στην πρέφα, στη ρακή και στην ουτοπία. Έτσι, εφοδιάστηκα με δεκάδες βιβλία -σημαντικά κι ασήμαντα- ξοδεύοντας ένα μεγάλο μέρος της σύνταξής μου, με μοναδικό στόχο να μάθω να γράφω, ο ατάλαντος. Και ξανά για νέες απορρίψεις κινώ.

Αλλά, αρκετά κορόιδεψα τον εαυτό μου. ήρθ’ η ώρα να σοβαρευτώ...

Μέχρι τότε που άρχισα να γράφω το πρώτο μου μεγάλο μυθιστόρημα, που δικαίως δεν είδε ποτέ το φως της μέρας, πίστευα πώς η συγγραφή ήταν απλή υπόθεση. Σου έρχεται μια καλή ιδέα, κάθεσαι για ώρες και ώρες και τη γράφεις, κι αυτό είναι όλο, ντυμένος με τα ρούχα της παροιμιώδους μου άγνοιας, σκεφτόμουνα. Πολύ σύντομα θ’ άλλαζα γνώμη, καθώς οι τόσες ιδέες δε θα ’βρισκαν τον καλύτερο δρόμο, το σωστό, για το χαρτί, καθώς τίποτα απ’ όλα εκείνα που έγραφα δε θα με άφηνε ικανοποιημένο, καθώς μια λέξη θα με κρατούσε καθηλωμένο για μια ώρα, καθώς τα σχέδια για τη ροή του κειμένου συνεχώς θ’ άλλαζαν, ανάλογα με την εκάστοτε ψυχολογική μου κατάσταση.
Το Δικαίωμα στ’ Όνειρο άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά μες στο καταχείμωνο και, αν όλα πήγαιναν καλά και σύμφωνα με το νοητό μου σχέδιο, υπολόγιζα να το τελειώσω ως το Μάρτη οπόταν -καθώς ο Μάρτης είναι ο μήνας μου- θα επέτρεπα στον εαυτό μου να ερωτευτεί.
Τις πρώτες ημέρες το κείμενο μου έβγαινε εύκολα, αβίαστα, κυλούσε σα γάργαρο νερό, κι έτσι προχωρούσε με γοργούς ρυθμούς. Δεν άργησα, ωστόσο, να πάθω διανοητικό, σωματικό και ψυχολογικό μπλακ άουτ. Εντελώς ξαφνικά πήρα να νιώθω μια ανεξήγητη εξάντληση να με καταβάλλει, έχασα και το λιγοστό μου ύπνο, κι έτσι δεν μπορούσα καθόλου να συγκεντρωθώ, πόσο μάλλον να γράψω. Αφού είδα κι απόειδα και λυτρωμό δε βρήκα, κάποια στιγμή ένιωσα επιτακτική την ανάγκη να ξεφύγω απ’ το σκοτεινό και μουχλιασμένο μου υπόγειο. να βγω έξω, στο φως. Έτσι κίνησα για την αγαπημένη μου πόλη, το αγαπημένο μου νησί: τα Χανιά στην Κρήτη. Ήμουν αποφασισμένος, ό,τι κι αν έφερνε η μοίρα στο δρόμο μου, να μην επιτρέψω στον εαυτό μου να ερωτευτεί, μια και δεν είχε βγει ακόμη ο Φλεβάρης! Λες κι αν συναντούσα τον έρωτα της ζωής μου θα τον απέρριπτα. Ω, πόσο μας αρέσει να τυραννάμε τον εαυτό μας, με τις μικρές διανοητικές σκλαβιές μας.
Τα δύο πρώτα μερόνυχτα τ’ αφιέρωσα στα ιερά καθήκοντα του ύπνου, του φαγητού και της μπαρότσαρκας, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό το τελευταίο. Την τρίτη μέρα είχα κιόλας συνέλθει απ’ τη μανιοκαταθλιπτική μου κατάσταση και, παραδόξως, άρχισα να γράφω σε καταιγιστικούς ρυθμούς – μιλάμε ξεσήκωνα τεράστια κύματα δημιουργίας μέσα στους τέσσερις τοίχους του δωματίου μου. Σε πέντε μόλις ημέρες κατάφερα να γράψω περισσότερες σελίδες απ’ όσες είχα γράψει στην Αθήνα σε έξη βδομάδες.
Με δεδομένη την ανεβασμένη σε δυσθεώρητα ύψη ψυχολογική μου διάθεση και τη φοβερή παραγωγικότητα των τελευταίων εικοσιτετραώρων, επιστρέφοντας στην Αθήνα αισθανόμουνα μια ακλόνητη βεβαιότητα, μια σιγουριά, πώς σε λίγες ημέρες θα πετύχαινα το στόχο μου, θα κατόρθωνα να ολοκληρώσω το πρώτο έργο της ζωής μου. Τότε, ακριβώς, ήταν που μου προέκυψε το νέο μπλακ άουτ.
Για δυο μήνες δεν κατάφερα να γράψω λέξη. Όχι! Όχι, αυτό είναι ψέμα, λέξεις έγραψα πολλές, καμία παράγραφο όμως. Τα μπλοκάκια μου είχαν γεμίσει με σημειώσεις, με ατάκες, με στιχάκια, με προτάσεις ολόκληρες, αλλά όταν καθόμουνα να γράψω κάτι λίγο πιο μεγάλο, κάτι μακροσκελές, τότε τα φώτα έσβηναν, όλα μαύριζαν κι έμοιαζαν να χάνονται σ’ ένα σκοτάδι αδιαπέραστο. Εκείνο τον καιρό ένιωθα σα να κυνηγούσα κάποιο όνειρο, που δεν ήταν δικό μου. Τα ’βαζα με τον εαυτό μου, με την τύχη μου, με τους γύρω μου, με το υπόγειό μου, με την Αθήνα και τ’ αυτοκίνητά της. Σκυλόβριζα σιωπηλά τα τροχοφόρα και τους οδηγούς τους που -ω, αθλιότης!- δε με άφηναν να συγκεντρωθώ.
Τρεις ημέρες μετά από το Πάσχα βρέθηκα πάνω σ’ ένα καράβι καλοτάξιδο με προορισμό το Ηράκλειο. Ένιωθα την ανάγκη να κάνω μία επίσκεψη στον τάφο του Καζαντζάκη. Λες κι αυτή θα με βοηθούσε να ξαναβρώ τη χαμένη μου έμπνευση...
Δε με βοήθησε. Κάθισα για ώρα πολλή πάνω στον προμαχώνα μες στο ψιλόβροχο, κοιτώντας τα σύννεφα και την πόλη, ψάχνοντας να βρω από κάπου να πιαστώ, να βγω απ’ το τέλμα. Δεν τα κατάφερα. Κατηφόρισα με βήματα αργόσυρτα προς την παραλία. Στο σταθμό των λεωφορείων.
Στο δρόμο προς τα Χανιά, μέσα σ’ ένα τοπίο που συνεχώς άλλαζε χρώματα -άλλοτε γινότανε γκρίζο σαν και τ’ ουρανού, άλλοτε πράσινο και γαλάζιο σαν της ζώσας φύσης και της θάλασσας- ένιωσα τη γαλήνη να επιστρέφει αγάλι αγάλι στην ψυχή μου. Κάτι η απομάκρυνση απ’ την Αθήνα, κάτι τα τοπία που περνούσαν με ταχύτητα εξήντα και κάτι χιλιομέτρων μπροστά απ’ το νυσταγμένο μου βλέμμα, κάτι τα σημάδια της Άνοιξης που έδιναν τ’ ανθισμένο παρόν τους εδώ κι εκεί. όλ’ αυτά μαζί και το καθένα ξεχωριστά, μ’ έκαναν να νιώσω καλύτερα.
Έφτασα στην πόλη μου αργά το απόγευμα, κι επειδή βαριόμουνα να ψάξω για δωμάτιο πήγα στο ίδιο ξενοδοχείο που φιλοξένησε το ασθενές μου σαρκίο, την τελευταία φορά που ήμουν εκεί. Σαν σε ιεροτελεστία διάβασα, όπως-όπως, την εφημερίδα μου, ξάπλωσα και κοιμήθηκα. Κι ήταν ένας ύπνος βαθύς, ατάραχος, δίχως όνειρα. Όταν ξύπνησα, αργά πια το βράδυ, μού φάνηκε πώς ξημέρωνε για μένα μια καινούρια, μια καλύτερη μέρα.
Η υπαρκτοανύπαρκτη -όπως ο ψεύτης την αποκαλούσα- ανάγκη μου για αλκοόλ με οδήγησε εντελώς τυχαία εκείνη τη νυχτιά σ’ ένα μπαράκι. Εκεί, ανάμεσα σε αποχρώσεις μουσικής ρέγγε και κλασικών ροκ αναμνήσεων, ανάμεσα σε μπύρες και σε σφηνάκια, ανάμεσα σε ρεμάλια και σε κούκλες, γνώρισα εκείνη. Ήτανε το πιο όμορφο, το πιο δροσερό βράδυ τ’ Απρίλη, κι εκείνη ένα νυχτολούλουδο που άνθιζε και με προσκαλούσε σ’ ένα κόσμο μαγικό. ήχων, μυρωδιών, χρωμάτων και ξεχασμένων αισθήσεων.
Είχε μαύρα μακριά σγουρά μαλλιά, λίγο γεμάτα μάγουλα απαλά, στη μύτη... μυταρίκι, και φορούσε μαύρο μακό φανελάκι, ξεβαμμένο μπλου τζιν, κι ένα βλέμμα σκοτεινό, λες θανατηφόρο, βλέμμα σκορπιού. Μια femme fatale, ένα κορίτσι του διαβόλου. Κι όλ’ αυτά απ’ τη μέσα μεριά του μπαρ.
Ποτέ μου δεν περίμενα ότι θα συμπαθούσα τόσο, ότι θ’ αγαπούσα απ’ τη μια στιγμή στην άλλη την... μπύρα. Κι αν μου έλεγε κανείς, ότι κάποια νύχτα θα πήγαινα σ’ ένα μπαράκι, και θα παράγγελνα τις μπύρες τη μία πίσω από την άλλη, μόνο και μόνο για τη γλυκιά απόλαυση τού να βλέπω κάποια να μου χαμογελά, θα τον έβγαζα τρελό. Έλα, όμως, που το χαμόγελό της ήταν τόσο ωραίο, τόσο γιομάτο ζωή κι αινίγματα!
Δε μιλήσαμε καθόλου εκείνο το βράδυ. Παρέμεινα μονάχα, σαν ο ηλίθιος που είμαι, να την κοιτώ διακριτικά, ερευνητικά, σα μαγεμένος, μ’ εκείνο το αποβλακωμένο -υποθέτω- βλέμμα θαυμασμού, που δεν κρύβεται εύκολα, όσο κι αν παριστάνει το φευγάτο. Σα ζωγραφιά φαινότανε στα μάτια μου, σα νεράιδα, σαν ξωτικό που δραπέτευσε απ’ τις σελίδες κάποιου βιβλίου και βγήκε έξω στον κόσμο τον αληθινό για να κάνει τη ζωή μου λίγο πιο όμορφη.
Άλλη κοίταγα, άλλη ποθούσα και μ’ άλλη μιλούσα όση ώρα ήμουν εκεί. Έπιασα -όχι και πολύ καλά, αφού κάθε τόσο μου ξέφευγε- την κουβέντα με μια φίλη της αυστραλέζα, που ζούσε στην ελληνική παροικία της Μελβούρνης. Είχαμε πολλά κοινά ενδιαφέροντα οι δυο μας. όπως τη μόνιμη ανάγκη για φυγή και ταξίδια, την αγάπη μας για την ποίηση, τη μελέτη των ανθρώπων, το κυνήγι της ουτοπίας. Ακόμη και τα λάθη μας, αν είναι ποτέ δυνατόν, ήταν πανομοιότυπα.
Όχι παραδόξως είχαμε πάρα πολλά να πούμε, πολλές αμαρτίες να εξομολογηθεί ο ένας στον άλλο. Μιλήσαμε για την παντοτινή μοναξιά, εκείνη που στοιχειώνει ανθρώπους σαν κι εμάς, για το θάνατο των κοντινών κι αγαπημένων, για τις κοπάνες απ’ την πλήξη της καθημερινότητας και τα σχέδια μας για το μέλλον. για όλα τα μικρά κι ανθρώπινα και μεγάλα, που συζητούν μεταξύ τους δύο εντελώς άγνωστα -όμοια κι ανόμοια- άτομα, διαφορετικής καταγωγής, που πολύ πιθανόν να μη συναντηθούν ξανά ποτέ στο σύντομο πέρασμά τους απ’ τη ζωή.
Εκείνο το βράδυ, με λίγη, ή μάλλον πολλή, βοήθεια απ’ το αλκοόλ μπόρεσα κι άνοιξα διάπλατα της ψυχής μου το βιβλίο. Μίλησα σε κάποια που δεν ήξερα -σε μια γυναίκα φάντασμα, που ούτε καν το όνομά της μπορώ να θυμηθώ τώρα. ίσως και να μην το έμαθα ποτέ- για το παρελθόν και τα λάθη μου. Συμφώνησα μαζί της πώς: Ό,τι έγινε έγινε και έχει πια περάσει, και δήλωσα το κλασικό: Ό,τι δε σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό. Και όλα είναι καλά, είπαμε -είναι, όμως;- αφού όλα σε βοηθούν να μάθεις, να κατανοήσεις τη ζωή και τα μυστήριά της.
Ναι, το φιλοσοφήσαμε -ή, μάλλον, αμπελοφιλοσοφήσαμε- πολύ οι δυο μας, και παρόλο που ένιωθα ότι στο πρόσωπο εκείνης της γυναίκας βρήκα στ’ αλήθεια μια αδελφή ψυχή, παραδόξως την άλλη, τη φίλη της σκεφτόμουνα σαν πήγα για ύπνο παραπατώντας μια ώρα πριν το ξημέρωμα. Στη γνωριμία μου με τη μια υπήρχε η ουσία, στη μη γνωριμία μου με την άλλη μια ανεξέλεγκτη, μια ζωώδης χημεία, ένα μυστήριο μεγάλο. Ο ύπνος, που με τύλιξε στον πέπλο του λίγο αργότερα ήταν βαρύς, αλλά σύντομος, κι αν είδα κάποιο όνειρο δεν το θυμάμαι.
Ξόδεψα το επόμενο πρωινό -ή ό,τι απέμενε απ’ αυτό, τέλος πάντων- σε μια απ’ τις καφετέριες στο ζεστό λιμανάκι, πίνοντας μαύρο πικρό φραπέ, διαβάζοντας φευγαλέα και δίχως ιδιαίτερη προσοχή εφημερίδα, παρακολουθώντας τα σύννεφα να πηγαινοέρχονται κατά βούληση στον ουρανό, κρυβοφανερώνοντας τον ήλιο, και τους λιγοστούς ξένους ν’ απολαμβάνουν μια βόλτα με τα πόδια ή με την άμαξα, ή το Εγγλέζικο Πρόγευμά τους παραδίπλα.
Κατά το μεσημέρι επέστρεψα στο ξενοδοχείο κι άρχισα να γράφω. Όλα, εκείνη τη στιγμή και στις ώρες που ακολούθησαν, φάνταζαν ξεκάθαρα στην σκέψη μου. Οι λέξεις, οι γραμμές, οι σελίδες, πήραν να διαδέχονται βιαστικά κι αβίαστα, η μια την άλλη. Η πένα πετούσε στο χοντρό μου τετράδιο, ζωγράφιζε απάνω του κόσμους και ιδέες, το γέμιζε με μια όμορφη διανοητική πλημμύρα φαντασίας. Συνέχισα να γράφω μ’ αμείωτους ρυθμούς μέχρι και το βράδυ. Αλλά, όταν το συγγραφικό μου ντελίριο έφτασε στο αναμενόμενο τέλος του, ήταν ακόμη πολύ νωρίς για να πάω στο μπαράκι, δηλαδή σ’ Εκείνη.
Έτσι, βγήκα έξω στους δρόμους που νύχτωναν και πήρα να περιφέρω το σαρκίο μου, με βήματα επιτηδευμένα αργά, στην παλιά όμορφη πόλη. Περπάτησα μέχρι και το φάρο, διακόπτοντας άκομψα τα ερωτοτροπήματα τριών ζευγαριών, τα οποία κάπου ζήλεψα, αφού εκείνοι ήταν με του εαυτού τους το άλλο μισό, ενώ εγώ ακόμη το έψαχνα. Κι όσο πιο πολύ το έψαχνα, τόσο ο χρόνος δεν κυλούσε. Μη έχοντας τι άλλο να κάνω, μη βρίσκοντας κάτι να μου αποσπάσει την προσοχή, γύρισα πίσω στο λιμανάκι και κάθισα σε μια καφετέρια για να φάω κάτι και να πιω το στερνό της ημέρας φραπέ. Καθώς βρισκόμουν εκεί, χρησιμοποίησα όλη την πειθώ μου για ν’ αναγκάσω τους δείχτες του ρολογιού να κινηθούν λίγο πιο γρήγορα, κι αυτοί ζευγάρι πιστό στον εαυτό τους, μου έβγαλαν μαζί κοροϊδευτικά τη γλώσσα.
Χαμογελούσε το είναι μου όλο, καθώς έμπαινα ύστερα απ’ ώρα πολλή σ’ εκείνο το μπαράκι, το καλύτερο απ’ όλα, στον προσωπικό μου παράδεισο. Το μόνο που Εκείνη, δεν ήταν εκεί. Ένιωσα να πέφτω απ’ τα σύννεφα και ταυτόχρονα να χάνω το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια μου. και άλλα, κωμικοτραγικά, κλισέ. Ήτανε βραδιά ξεκούρασης για κείνη, μου είπανε. Μετά από λίγο έπιασα τον εαυτό μου επ’ αυτοφώρω ν’ αναρωτιέται τα μεγάλα Γιατί: Γιατί να νιώθω έτσι για κάποια που δεν ξέρω; Γιατί τη σκεφτόμουνα πριν πάω για ύπνο, κι η εικόνα της ζωγραφίστηκε στην σκέψη μου μόλις ξύπνησα το πρωί; Γιατί η μορφή της δεν εγκατέλειψε το μυαλό μου ούτε στιγμή όλη μέρα; Γιατί... Όσο μέσα μου ρωτούσα, τόσο πιο πολύ μπερδευόμουνα. Ακόμη και τώρα δεν μπορώ να πω με σιγουριά τι ήταν εκείνο που μ’ έκανε να την προσέξω, κι αν αλήθεια άξιζε της προσοχής μου. Εκείνο που ξέρω μετά βεβαιότητας, εκείνο που μπορώ να μαρτυρήσω, είναι ότι ήρθε σαν καταιγίδα στη ζωή μου και ένιωθα ότι θα παρέσερνε πολλά στο πέρασμά της.
Καθώς τα διάφορα γιατί ταλάνιζαν την ψυχή μου, πήραν να ενεργοποιούνται οι άμυνές μου, κι άρχισα να προσπαθώ να την αποβάλω από μέσα μου. Αλλά, ενώ έκανα αυτές τις απέλπιδες προσπάθειες το ήξερα, ένιωθα σίγουρος, πώς αν ποτέ μου ζητούσε να τους παρατήσω όλους, να τα αφήσω όλα πίσω, όλη μου την παλιά ζωή, για να πάω να ζήσω μαζί της στης γης τα ακροτελεύτια σύνορα, θα το έκανα. Θα το έκανα, δίχως δεύτερη σκέψη, παρακούοντας τους κανόνες της λογικής, τους δεσμοφύλακές μας. Έτσι κι αλλιώς, θα θυσίαζα ό,τι είχα και δεν είχα για ένα της μόνο χαμόγελο, για μια ευκαιρία. για μια μόνο ευκαιρία να την κάνω δικιά μου, να γίνω δικός της. Αν υπάρχει κάποιος ή κάτι που θα μπορούσαμε ν’ αποκαλέσουμε έτσι.
Όλα θα μπορούσαν να συμβούν εκείνο το βράδυ αν ήταν εκεί. Αλλά, δεν ήταν. Έτσι, αποφάσισα να πιω. Να πιω μέχρι λιποθυμίας. Τώρα, καθώς σκέφτομαι εκείνες τις στιγμές αναρωτιέμαι: τι είναι εκείνο το κάτι που οδηγεί τον άνθρωπο απ’ τη μια στιγμή στην άλλη στα όρια της τρέλας, της παράκρουσης;
Δοκίμασα όλα τα είδη των ποτών. Ψέματα! Όχι, όλα. Όσα μπόρεσα να δοκιμάσω. Έπινα, έπινα, έπινα και μιλούσα με την αυστραλέζα. Δε θυμάμαι για τι, όμως. Ωστόσο, κάπου μες στη μέθη μου την άκουσα να λέει ότι εκείνο ήτανε το τελευταίο της βράδυ εκεί, πώς θα έφευγε. Δε θα την έβλεπα ξανά ποτέ. Σίγουρα η τελευταία εικόνα που χαραζόταν στ’ αχνάρια της μνήμης της για μένα, δεν ήταν κι η καλύτερη, αλλά δεν είχα άλλη καμία να της προσφέρω εκείνη την ώρα. ήταν η εικόνα ενός ανθρώπου που υποφέρει πολύ, χαμένος μέσα στις ονειροφαντασίες του, μιας ψυχής απελπισμένης που δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί τον πόνο της, ενός ναυαγού που ψάχνει απεγνωσμένα να βρει τη στεριά του.
Don’t drink your self away, μου είπε, αποχαιρετώντας με, και στο βλέμμα της διέκρινα μια θλίψη, λίγο οίκτο. Σα να αποχαιρετούσε μια καταδικασμένη ψυχή. Μια ψυχή που τα έχει όλα μπροστά της, αλλά της αρέσει να παραδέρνει στης ζωής τα άγρια κύματα. Το βλέμμα εκείνο ακόμη με στοιχειώνει.
Σαν ξύπνησα το πρωί ένιωσα το άδειο κεφάλι βαρύ, σαν αμαρτία. Η στυφή γεύση του πιοτού ήταν ακόμη έντονη στη γλώσσα μου, ο λαιμός μου ήταν στεγνός, αφυδατωμένος. Προσπάθησα να κοιμηθώ ξανά, αλλά μάταια, καθώς ένιωθα βελόνες κάθε τόσο να μου διαπερνούν τον εγκέφαλο, να ματώνουν το (α)νοητό είναι μου. Σηκώθηκα, πλύθηκα, βγήκα έξω, πήρα την εφημερίδα μου και κίνησα για κάποια καφετέρια. Ήξερα ότι η φραπεδιά δεν ήταν κι η καλύτερη λύση, ότι δε θα με βοηθούσε άμεσα, αλλά και πάλι την προτίμησα. Ο ουρανός του νησιού, νιώθοντας μάλλον κι αυτός τον πόνο μου, ήταν βαρύς, θλιμμένος, συννεφιασμένος, και σε λίγο άρχισε να χύνει άφθονα και με πάταγο τα δάκρυά του. δάκρυα, που ίσως θα έπρεπε να χύσω, αλλά δεν μπορούσα, εγώ.
Τέσσερις ώρες χαμένες στο τίποτα, δυο φραπεδιές, δήθεν διάβασμα εφημερίδας, μπόλικη βροχή, άφαντοι τουρίστες, άδειες σκέψεις. Το μεσημέρι έφτασε αλαφροπατώντας στα νερά και τα κύματα κι ο πονοκέφαλος έφυγε ψάχνοντας κάποιο νέο θύμα. Για μια ακόμη φορά άρχισα να περιφέρω τη θλίψη μου στους δρόμους της πόλης, που μετά την μπόρα πήρε να βρίσκει και πάλι τους γνώριμους, πλην βρεγμένους ρυθμούς της.
Τότε, καθώς περπατούσα, συνέβηκε το θαύμα: οι στεναχώριες μου το έβαλαν στα πόδια. έφυγαν βιαστικά -όπως τα σύννεφα- κυνηγημένες λες απ’ τον άνεμο. Έτσι στα ξαφνικά, δεν υπήρχε πια για μένα υπόγειο, δεν ήξεραν ποια ήταν, πού ήταν η Αθήνα. Ξαλάφρωσα! Δε σκεφτόμουνα άλλο το βιβλίο που προσπαθούσα απεγνωσμένα να γράψω, αλλά ούτε και τις αμέτρητες μικρές και μεγάλες, σημαντικές κι ασήμαντες απογοητεύσεις μου. Ο ουρανός είχε πια γίνει τόσο γαλανός, τόσο γαλήνιος, κι Εκείνη το ουράνιο τόξο του. το ουράνιο τόξο μου! Η καρδιά μου ντύθηκε σαν τις ανθισμένες κερασιές της Ιαπωνίας, με χρώματα, κι Εκείνη πήρε δίπλα της, μέσα της βαθιά, τη θέση του μόνιμου και μόνου επιθυμητού επισκέπτη της, της Άνοιξης. Έτσι, δίχως λόγο και αιτία, η ευτυχία άρχισε να ξεχειλίζει από μέσα μου και να με παρασέρνει σε δρόμους φανταστικούς, κοντινούς όσο το τίποτα, απόμακρους όσο το καθετί.
Μόλις επέστρεψα στο ξενοδοχείο, στάζοντας ευδαιμονία, ξάπλωσα για να κοιμηθώ. Η ανυπομονησία μου για να τη συναντήσω, ωστόσο, ήταν τόσο μεγάλη, που δεν κατόρθωσα να κλείσω μάτι. Πήρα, λοιπόν, να διαβάζω την ιστορία της ερωμένης κάποιου βασιλιά, της Μίνα Λώρι, ένα λιλιπούτειο βιβλιαράκι. Μόλις το τέλειωσα, ένιωσα τα βλέφαρά μου να βαραίνουν, τα μάτια μου να κλείνουν από μόνα τους, και παραδόθηκα αμαχητί στην ακλόνητη γοητεία του ύπνου.
Όταν ξύπνησα είχε ήδη πάει δέκα και δεν ήμουνα σίγουρος κατά πόσο χρειαζόμουνα πρόγευμα ή δείπνο. Μια ματιά στον καθρέφτη ήταν αρκετή για να με πείσει ότι το ξύρισμα ήταν πιο επείγον.
Λίγο μετά τις έντεκα βρήκα τον εαυτό μου στρογγυλοκαθισμένο σ’ ένα σκαμπό στο μπαρ, απέναντί της, να πίνει μία μπύρα και να προσπαθεί να μάθει την ιστορία της ζωής της. Κάναμε μια μεγάλη κουβέντα, μετά φυσικών εμποδίων, συνοδευόμενη από πολλά σφηνάκια. Την άκουγα έχοντας τα μάτια μου αδιάκριτα καρφωμένα στα μαύρα δικά της, κάτι, όμως, που δε φαίνονταν να την ενοχλεί. Όλα πάνω της εξέπεμπαν μια μυστηριώδη ενέργεια, μια αόρατη ζεστή λάμψη. Πόσο όμορφη φάνταζε κάτω απ’ το διερευνητικό βαθύ μου βλέμμα! Τι γλυκό που ήταν το χαμόγελο της, το γιομάτο τρυφερή κατανόηση κι αιχμηρή ειρωνεία!
Εκείνα τα μάτια, τα μοναδικά, ήταν εκεί για να τα κοιτάω εγώ, εκείνα τα χέρια για να τα αγγίζω, με ντροπαλή συστολή και κτητικότητα, εκείνα τα χείλη, τα γεμάτα, τα υπέροχα, για... για να τα... Ονειρομαγειρέματα, μιας άγρυπνης φαντασίας. Κι όμως, δε θα μπορούσα εύκολα να εξηγήσω με λόγια, να κάνω κάποιον άλλο να καταλάβει, πόσο πολύ, πόσο οδυνηρά ποθούσα να φιλήσω εκείνα τα χείλη, που λες κι έκρυβαν μέσα της τη λύση σε κάποιο ανομολόγητο γρίφο. Η επιθυμία μέσα μου άναβε σα φλογοβόλο και μου κατάκαιγε τα σωθικά, γίνονταν ένας πυρακτωμένος, άσβεστος πόθος. Ήθελα να ριχτώ στην αγκαλιά της, να την κρύψω στη δικιά μου, να τη φιλήσω με πάθος ατέλειωτα, να της ομολογήσω τα πρωτόγονα και πρωτόγνωρα αισθήματα, που γέννησε απ’ τη μια στιγμή στην άλλη η παρουσία της μέσα μου. Κι ας με απέρριπτε αμέσως, κι ας με περιγελούσε, κι ας μου έλεγε πώς δε θα ήθελε να με ξαναδεί μπροστά της. Φτάνει να την είχα αγγίξει, να την είχα φιλήσει, να είχα νιώσει το σώμα μου σε άμεση επαφή με το δικό της. Τουλάχιστον έτσι, θ’ αντίκριζα τον εαυτό μου στον καθρέφτη, και ίσως κάπου να ένιωθα λίγο ευτυχισμένος. αφού τα χείλη μου θα είχαν φιλήσει τα τέλεια δικά της, αφού τα χαραγμένα χέρια μου θα είχαν αγγίξει το μετάξι των δικών της. Μα, δεν το έκανα.
Την έβλεπα, τη συναντούσα, ανάμεσα στο λυτρωτικό αλκοόλ και τις αλύτρωτες σιωπές για μια ολόκληρη βδομάδα, το ένα βραδύ μετά το άλλο. Λόγο το λόγο, πιοτό το πιοτό, της είπα τα πάντα για μένα, για της ζωής μου τα χθεσινά πλούτη, για το ζοφερό μου σήμερα. Μου ’πε κι εκείνη τα δικά της. για την πληκτική ζωή που παράτησε για να κατέβει στο νησί, για τα σχέδια της. Μιλήσαμε, όπως πάντα, για ταξίδια και μακρινούς προορισμούς, για τη μοναδική και μοναχική μαγεία της περιπλάνησης.
Όμως, όσα κι αν είπα, όσα κι αν άκουσα, όσα κι αν ήπια, δεν μπόρεσα παρ’ όλες τις προσπάθειές μου ν’ αναφερθώ στο θέμα. Το Θέμα. Εκείνο που μ’ έκαιγε, που ανάλωνε την ουσία μου. Αλλά, είμαι σίγουρος ότι έτσι κι αλλιώς διάβασε την αλήθεια στο βλέμμα μου, το αγιασμένα ένοχο, που αντίθετα με τα χείλη λέει πάντα εκείνο που νιώθει η καρδιά. Έτσι κι αλλιώς οι γυναίκες πάντα ξέρουν, διαβάζουν τα σημάδια, κι ας μην το δείχνουν, κι ας μη θέλουν να το παραδεχτούν.
Η βδομάδα εκείνη κύλησε σαν όνειρο, σα δάκρυ και σα χάδι, βιαστικά, φτερουγίζοντας στο χώρο και στο χρόνο. Απόλαυσα μέρες γιομάτες ζωή και προσδοκία, βράδια υπέροχα κοντά στην γυναίκα, που ήθελα, που ποθούσα, μα δεν τολμούσα να προσεγγίσω ερωτικά. Τι ήταν εκείνο που με εμπόδιζε, δεν ξέρω. Ακόμη και σήμερα με ξενίζει ο εαυτός μου τού τότε. Αλλά, όπως και νάχει, η ουσία, το μεγάλο κέρδος που προέκυψε από την ιστορία αυτή είναι ότι όσο καιρό κρατούσε -για το λίγο που κράτησε- ένιωθα τη ζωή μου ν’ αποκτάει χρώματα, να χαίρεται και πάλι στη θέα της ομορφιάς, ν’ ατενίζει το σήμερα και το αύριο μ’ αισιοδοξία. Κάθε μέρα ήταν μια γιορτή. Μια γιορτή δημιουργίας και μέθης, σωματικής, ερωτικής, ψυχολογικής. Είχα βρει τη μούσα μου!
Έγραφα κάθε μέρα, όλη μέρα, με ένταση μεγάλη, με αυτοσυγκέντρωση φοβερή, χωρίς σταματημό. Έγραφα την ιστορία μου, έγραφα για κείνη, έγραφα μια ιστορία λυπημένη, με δυστυχισμένο τέλος. Έγραφα για τον πόνο, για τη θλίψη, κι ήμουν μες στην τρελή χαρά. Αλλά, σαν κατάφερα, επιτέλους, και τέλειωσα το βιβλίο, ένιωσα απίστευτα άδειος και κάπου βαθιά μέσα μου θλιμμένος, άδειος. λες και μου μάτωσε η ψυχή, κι η κλεψύδρα της ζωής μου άδειασε στις σελίδες εκείνου του τετραδίου. Ένιωσα στ’ αλήθεια σα να είχα χάσει ένα μεγάλο κομμάτι απ’ τον εαυτό μου, σα να είχα μεγαλώσει ένα παιδί, που τώρα έφευγε και μ’ άφηνε στην αιώνια μοναξιά, σα να είχα ένα θησαυρό -τον πιο πολύτιμό μου- τον οποίο είχα ολοκληρωτικά χάσει. Αν και τότε, εκείνη ήταν ο θησαυρός μου. Ωστόσο, κι εκείνη θα την έχανα, έστω προσωρινά -κι ας μην ήταν στ’ αλήθεια ποτέ δική μου- αφού έπρεπε να φύγω.
Της είπα ότι θα την έβλεπα ξανά σε δυο μήνες, αποφασισμένος να τη βγάλω με νερό και ξερό ψωμί για όσο καιρό χρειαζόταν, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσω τη δίψα μου να βρεθώ κάποια στιγμή και πάλι κοντά της.
Στο καράβι για τον Πειραιά ένιωθα σαν ένα ανθρώπινο κουρέλι, ένας παραπεταμένος της ζωής, θλιβερά κι ασυγχώρητα μόνος. Από μέσα μου ράγιζα, έκλαιγα σπαρακτικά στα σκοτεινά μονοπάτια του μυαλού και της μνήμης μου κι όλο μετρούσα και ξαναμετρούσα, ο άθλιος ανθρωπάκος, τις ημέρες που απέμεναν, μέχρι να γυρίσω ξανά σε κείνη, μέχρι να δω και πάλι το αγαπημένο πρόσωπο, τα ηδονικά χείλη, τα μαύρα μάτια, τα δικά μου.
Οι εβδομάδες που ακολούθησαν ήταν ένα πραγματικό μαρτύριο, ένας εν ζωή εφιάλτης. Δεν μπορούσα να την αφήσω να εγκαταλείψει την σκέψη μου ούτε λεπτό. Η εικόνα της μου τυραννούσε την ψυχή, μου διέλυε το σώμα. Έκλεινα τα μάτια και την έβλεπα περίλαμπρη μπροστά μου, με το ίδιο αμίμητο σπινθηροβόλο βλέμμα, με το ίδιο γλυκό και περιπαιχτικό χαμόγελο, με το φονικό κορμί που ποτέ δεν αντίκρισα στην τελειότητα της γύμνιας του. Τριγυρνούσα σκυφτός, λυπημένος στις βρώμικες γειτονιές και τις θορυβώδεις λεωφόρους της Αθήνας, κι όλο περίμενα, ευχόμουνα, προσευχόμουνα, να γίνει το μεγάλο θαύμα, να εμφανιστεί ξάφνου απ’ το πουθενά μπροστά μου, και να ριχτεί γιομάτη αγάπη και πάθος στην αγκαλιά μου, που τόσο επιθυμούσε να κρατήσει και πάλι σώμα γυναίκας. εκείνης της γυναίκας.
Το υπόγειό μου το χρησιμοποιούσα πια μοναχά για ύπνο. Επισκεπτόμουνα όλους τους γνωστούς ξανά και ξανά προσπαθώντας να ξοδέψω τη ζήση μου, έπαιζα σκάκι με τις ώρες, περπατούσα πολύ και κοιμόμουνα όσο περισσότερο μπορούσα. Αύξησα και τις ώρες τηλεχαύνωσης, παρακολουθώντας ακόμη κι αγώνες μπάσκετ και ποδοσφαίρου, που τότε καθόλου δε μ’ ενδιέφεραν. Έκανα οτιδήποτε περνούσε απ’ το χέρι μου, ό,τι μπορούσα για να σκοτώσω το χρόνο μου, αλλά εκείνος αρνιόταν πεισματικά να πεθάνει.
Η ξαδέλφη μου, που έμενε εκεί κοντά και μ’ επισκεπτόταν συχνά πυκνά, μάλλον από περιέργεια παρά από ανησυχία, με ρωτούσε πεισματικά τι με τσίμπησε κι άρχισα να συμπεριφέρομαι τόσο παράξενα, να είμαι συνέχεια λυπημένος και να ονειροβατώ, κι εγώ της απαντούσα μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο ότι ερωτεύτηκα ένα δελφίνι. Ντολφίν ήταν το όνομα της γαλλίδας.
Τα βράδια εκείνα, τ’ αξημέρωτα, πόση μοναξιά με πλημμύριζε, πόσος πόνος αφόρητος σμίλευε την ύπαρξή μου! Έβλεπα ένα ζευγάρι να φιλιέται στην τηλεόραση και δάκρυζα. Αντίκριζα τα ζευγαράκια στους δρόμους και ζήλευα. Διάβαζα σ’ ένα βιβλίο ένα κομμάτι που μιλούσε για τις χαρές του έρωτα και τρελαινόμουνα. Και τότε έβρισκα διέξοδο στη σιωπή, στη γλύκα των αναμνήσεών μου. Καθόμουνα απέραντα σιωπηλός μες στο πνιγερό σκοτάδι του υπόγειου και τη σκεφτόμουνα – τότε μου φάνταζε πιο προσιτή η εικόνα της. Θα με σκέφτεται, άραγε, καθόλου; ρωτούσα τον κατσούφη εαυτό μου. Όχι, μού απαντούσε μονολεκτικά εκείνος.
Όχι! Όχι, δε θα με σκεφτόταν. Δε σήμαινα το παραμικρό για κείνη. Έπρεπε να το πιστέψω αυτό, να πείσω και το μέσα μου, να το χωνέψω, να το καταλάβω. Απλά κορόιδευα τον εαυτό μου. Ποιος ήμουν εγώ, που ήθελα ντε και καλά να διεκδικήσω την αγάπη της; Ένα τίποτα ήμουνα. Το μικρό δαχτυλάκι της να κούναγε, δέκα άντρες θα έτρεχαν ξοπίσω της. Έλα, όμως που ποτέ μου δεν έπαψα να κυνηγώ το άπιαστο, όσο κι αν μου ξέφευγε αυτό.
Την αγαπούσα, το ένιωθα βαθιά μέσα μου, την αγαπούσα, ανεξήγητα πολύ, εκείνη τη μεγάλη μου άγνωστη, και κάθε στιγμή, κάθε ώρα, κάθε μέρα που περνούσε, ήμουνα όλο και πιο σίγουρος γι’ αυτό. Στη δίνη της μοναξιάς και του έρωτα που με κατασπάραζε, έψαχνα απελπισμένα να βρω από κάπου να πιαστώ. Και το ’ριξα στο πιοτό. Το κρασί, το ευλογημένο αυτό νέκταρ, έγινε ο πατέρας κι αδελφός μου, ο σύντροφος κι εξομολογητής μου, το μόνο πράγμα στη ζωή που μου χάριζε μια πρόσκαιρη αίσθηση ευτυχίας.
Για μια όχι και πολύ μεγάλη περίοδο, κάθε μέρα, από το πρωί μέχρι το βράδυ, έβγαζα τη θλίψη μου σεργιάνι στους δρόμους, και τις νύχτες την έπνιγα στο κοκκινέλι, την τάιζα ξερό ψωμί και λησμονιά. Θεέ μου, πόσο πολύ ήθελα τότε να τη μισήσω! Πόσο ήθελα μέσα μου βαθιά να την συνθλίψω, να την εκμηδενίσω! Γιατί να μας πονάει τόσο εκείνο το κάτι που μας κάνει ευτυχισμένους;
Η οινοποσία μου κράτησε για δυο ολόκληρες, δακρυσμένες και χαμογελαστές βδομάδες. Ευτυχώς, όμως, έχω κάπου μέσα μου τη δύναμη να κόβω μεμιάς όλες τις κακές συνήθειες, γιατί αλλιώς δεν ξέρω που θα μπορούσε να με βγάλει εκείνη η παρεκτροπή.
Σιγά-σιγά άρχισα να ξαναβρίσκω τους παλιούς μου, αλλά τώρα πια αλλιώτικους ρυθμούς. Έπεσα με τα μούτρα στην ανάγνωση. Διάβαζα πολύ, αλλά δεν έγραφα καθόλου. Δεν είχα όρεξη να γράψω για τίποτα και για κανένα, εκτός απ’ εκείνη. εκείνη που ήθελα να ξεχάσω. Όσο, όμως, κι αν το ήθελα αυτό -που δεν το ήθελα στ’ αλήθεια- όσο κι αν το επιθυμούσα, δε θα μπορούσα ποτέ να τη διώξω απ’ το υποσυνείδητό μου, να της κάνω έξωση απ’ την καρδιά μου. Θα ’ταν ασήκωτο το φορτίο της απουσίας της απ’ της ψυχής μου το υπόγειο. Ήταν η έμπνευσή μου, κι ας μην έγραφα τίποτα, ήταν η έμπνευσή μου, αυτή που ζωγράφιζε με προσδοκίες του μέλλοντός μου τον καμβά.
Είναι παράξενο πολύ το πώς ένα άτομο -που ξέρεις τόσο λίγο και τόσο πολύ, σχεδόν καθόλου κι ολοκληρωτικά- μπορεί να σημαίνει τόσα πολλά για σένα. να σε κάνει να νιώθεις ότι ο κόσμος όλος, ορατός κι αόρατος, περιστρέφεται γύρω από το πρόσωπό του. Κι αυτά, ενώ εκείνο το πρόσωπο βρίσκεται τόσο πολύ μακριά σου, που μπορείς μονάχα να το βλέπεις μέσα από της φαντασίας σου τα μάτια.
Έτσι την έβλεπα κι εγώ, με την από μέσα μου όραση. Κάθε φορά που σταματούσα για μια στιγμή την ανάγνωση κι έκλεινα τα μάτια για να ξεκουραστώ, ήταν εκεί. Κάθε φορά που ανηφόριζα με τα πόδια στο Λυκαβηττό, για ν’ απολαύσω εκείνο το τόσο σιωπηλά μοναχικό, το απατηλά όμορφο και κοκκινωπό ηλιοβασίλεμα του νέφους, ήταν εκεί. Και κάθε φορά που της έγραφα μακροσκελή γράμματα κι ερωτικές εξομολογήσεις, που δε θα διάβαζε ποτέ, ήταν εκεί. Επειδή την ήθελα εκεί. Επειδή εκεί ανήκε. Από πάντα.
Διάβαζα, θυμάμαι, εκείνες τις ημέρες, σε μια άθλια και λειψή μετάφραση την Άννα Καρένινα, και γραμμή τη γραμμή, σελίδα τη σελίδα, ανακάλυπτα μέσα εκεί, κομμάτια, αποσπάσματα, στιγμές απ’ τη δικιά μας μικρή ιστορία. Δε θεωρούσα τώρα πια καθόλου παράξενο το γεγονός ότι ερωτεύτηκα, ότι αγάπησα παράφορα μια γυναίκα, που στο βάθος δε γνώριζα. Άρχισα σιγά-σιγά να ξεχωρίζω τα δύο εγώ μου, που ήταν -γιατί όχι;- σαν το άσπρο και μαύρο της σκακιέρας. της σκακιέρας όπου παίζεται το παιχνίδι μεταξύ της καρδιάς και της λογικής. Η ζωή μας εξαρτάται από το ποια θα κάνει πρώτη ματ.
Στη δικιά μου τη σκακιέρα έκανε ματ η καρδιά. Την τελευταία βδομάδα του Μάη, μέρα Τετάρτη, βρέθηκα πάνω σ’ ένα μεγάλο καράβι με προορισμό την Κρήτη, τα Χανιά. Καθισμένος στο κατάστρωμα μοναχός, πολύ μετά το μεσονύχτι, προσπαθούσα να δω με μάτια κλειστά, και μ’ ένα αεράκι αναζωογονητικό να μου χαϊδεύει τις αισθήσεις, το όνειρό μου να με πλησιάζει. Ένα όνειρο που άργησε πολύ να ’ρθει και που θα κρατούσε μόνο λίγο, αφού δε θα μπορούσα να μείνω κοντά της περισσότερο από δύο βράδια.
Νοίκιασα ένα δωμάτιο της κακιάς ώρας, μια και δεν μπορούσα να βρω χειρότερο, ή μάλλον φθηνότερο. Η κούραση απ’ το ταξίδι και ο ελάχιστος ύπνος των τελευταίων δύο-τριών ημερών μου βγήκε σε καλό, αφού κοιμήθηκα σαν αρκούδα που ξαπλώνει για τη χειμερία νάρκη της, απ’ τις οκτώ το πρωί μέχρι και το βράδυ.
Στις δέκα ακριβώς βρέθηκα στο ευλογημένο, για τον γράφοντα, μπαράκι. Ήμουν ο πρώτος πελάτης, κι -ίσως γι’ αυτό- ο πιο χαρούμενος. Πιο χαρούμενος απ’ τους απόντες. Πώς φτερούγισε από χαρά η ταλαιπωρημένη μου ψυχή μόλις την είδα! Πώς γέμισε ολόκληρο το είναι μου, η μεγάλη, η ιερή ανατριχίλα του βασιλιά έρωτα, μόλις γλυκά μού χαμογέλασε! Ναι, ήταν κι εκείνη χαρούμενη, ευτυχισμένη που ήμουν εκεί. Το διάβαζα τόσο καθαρά στο πρόσωπο, στο χαμόγελό της, στο βλέμμα της που πετούσε φωτιές, κι έσταζε τρυφερότητα, στην εμφανή της αναστάτωση.
Της έδωσα δειλά το χέρι μου για μια τυπική, δίχως σκοπιμότητες χειραψία. Φοβόμουνα, ο ασυγχώρητα δειλός, ο κιοτής, να την αγκαλιάσω. Φοβόμουνα μήπως και τη χάσω, κι ας μην ήτανε ακόμη, κι ας μην ήτανε ποτέ πριν δική μου. Φόβοι του τύπου ό,τι αγαπάω εγώ πεθαίνει, δυστυχώς με στοιχειώνανε συχνά, από πάντα... Δειλός... Πάντα ήμουνα δειλός στις σχέσεις μου με τις γυναίκες που αγάπησα. Ποτέ δεν τα κατάφερνα να τους εκφράσω τα συναισθήματά μου. Ευτυχώς, όμως, εκείνη δεν κώλωνε σαν και την αφεντιά μου. τεντώθηκε πάνω από το μπαρ, μ’ αγκάλιασε και με φίλησε, και στ’ αυτιά μου άρχισε ν’ ακούγεται μια αυτοσχέδια μελωδία της ευτυχίας.
Αρχίσαμε την κουβέντα μας με τα τυπικά. πώς είσαι, τι κάνεις, κι άλλα τέτοια κουφά και απαράδεκτα. Ω, πόσο μισούσα τον εαυτό μου εκείνες τις ώρες! Πόσο πολύ τον έβριζα! Θυμόμουνα τα λάθη μου και τα λάθος πάθη μου, κι από μέσα μου έπαιρνα φωτιά, αλλά δεν έβγαζα καπνούς μήπως και δει εκείνη την ταραχή μου. Πες της τα ρε. Τι ντρέπεσαι; Πες της τα, μια κι έξω, να τελειώνει επιτέλους αυτή η φάρσα, με ξεκούφαινε η φωνή της συνείδησης, αλλά εγώ και πάλι δεν τολμούσα. Φοβόμουνα τόσο πολύ τότε, πιότερο κι απ’ το θάνατο, την απόρριψη. Δεν πίστευα καν αυτό που τόσο καθαρά διάβαζαν τα μάτια μου στα δικά της, αυτό που μάντευαν οι αισθήσεις, που με καλούσαν άγρια, επιτακτικά να ξυπνήσω. Όλα! Όλα μου βροντοφώναζαν πώς τα πράγματα θα πήγαιναν καλά, ότι η τύχη ήταν με το μέρος μου αλλά, ο άθλιος, δεν έπαιρνα από λόγια. Δεν ήθελα να πάω για το δάσος και να χάσω το δέντρο. Το δέντρο! Το όνειρο! Κάλλιο ένα όνειρο μικρό, παρά μία ακόμη απογοήτευση, σκεφτόμουνα.
Ξοδέψαμε τα δύο βράδια μιλώντας για όλα και για τίποτα. Παρακολουθούσα με άγρυπνο βλέμμα την κάθε της κίνηση, το κάθε μικρό χαμόγελο, την κάθε γκριμάτσα, ακόμη και των ματιών της το πετάρισμα. Πόσο ζήλευα όταν έβλεπα κάποιον άλλο να της μιλά! Ποιος του έδινε το δικαίωμα; Ποιος; Γιατί της μιλούσε; Γιατί δε μιλούσε με κάποια άλλη; Κι εκείνη... Εκείνη γιατί του απαντούσε;
Παραλογιζόμουνα, το ήξερα, αλλά δεν μπορούσα να κάνω και κάτι για να τ’ αποφύγω. Ωστόσο, ο πόνος μου, το μικρό μου δράμα ήταν και χαρά, αφού μ’ όποιον κι αν μιλούσε, ό,τι κι αν έκανε, κάθε τόσο γυρνούσε προς το μέρος μου και μου ’ριχνε μια φλογισμένη ματιά, ένα λαχταριστό χαμόγελο. Τότε ο κόσμος όλος χάνονταν, η μουσική -κι αυτή- σταματούσε, και σ’ ολόκληρο το σύμπαν δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο, κανείς, παρά μονάχα εκείνη κι εγώ, και το νιογέννητο αστέρι του έρωτα. Γιατί δεν της μίλησα; Γιατί δεν της ομολόγησα τη λατρεία μου; Αφού κι εκείνη, αυτό ακριβώς περίμενε...
Μια στιγμή μονάχα έφτασα μια ανάσα πριν τη μεγάλη εξομολόγηση, πριν το βροντερό των τειχών μου γκρέμισμα. Θέλω κάτι απ’ τη ζωή σου, της είπα. Σα με ρώτησε Τι, είδα το βλέμμα της να φωτίζεται, ν’ αλλάζει όψη και να με τυλίγει, να μ’ αγκαλιάζει. Ωστόσο, για μία ακόμη φορά τα λόγια της ψυχής δεν μπόρεσαν να βρουν το δρόμο τον καλά, τον αιώνια χαραγμένο για τα χείλη, και παρέμειναν τα δόλια έγκλειστα στην προσωπική τους φυλακή, στο κελί της ανασφάλειάς τους. Ένα τσιγάρο, της απάντησα κι είδα τα μάτια της να θολώνουν, μια οργισμένη σκιά να τα διατρέχει και μετά ένα ξεφύσημα ειρωνείας. Με σκότωσε, επί τόπου, φαρμακερά χαμογελώντας. Αλλά, δε μ’ άφησε να πέσω χάμω, να τσακιστώ, με συγκράτησε, με έσωσε. Ίσως να μου δίνει με τον τρόπο της μια τελευταία ευκαιρία, σκεφτόμουνα. όχι μ’ ελπίδα, με θλίψη.
Την ημέρα που θα έφευγα την περάσαμε ολόκληρη μαζί. Περπατούσαμε και μιλούσαμε, τρέχαμε κι όλο γελούσαμε. Περνούσαμε υπέροχα μαζί οι δύο. Τα χνώτα μας ταίριαζαν, απόλυτα. Συμπλήρωνε ο ένας την κουβέντα του άλλου, οι σκέψεις μας συμβάδιζαν, όλα τα κοινά μας στοιχεία έδιναν το παρόν τους, φώναζαν την παρουσία τους, μάς έλεγαν Είστε φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο. Κι όμως, εμείς δεν τα ακούγαμε, δεν τους δίναμε σημασία, ζούσαμε μονάχα με πάθος εκείνο τ’ όνειρο της μέρας, που σύντομα ήτανε γραφτό του να τελειώσει. Όπως και έγινε.
Την ώρα του αποχαιρετισμού την αγκάλιασα το ίδιο δειλά όπως τις προάλλες είχα πάρει το χέρι της στο δικό μου. Εκείνη μ’ αγκάλιασε με δύναμη, με πάθος. Κι ύστερα σήκωσε το κεφάλι αποφασιστικά και με φίλησε παθιασμένα στα διψασμένα χείλη, που έμοιαζαν να αιμορραγούν.
Σε λίγο θα έφευγα. Θα έφευγα και μάλλον δε θα την έβλεπα ποτέ ξανά αφού όλες σχεδόν οι οικονομίες μου έκαναν γοργά φτερά, δεν είχα πια λεφτά να ξοδέψω σε ταξίδια, δεν είχα τα μέσα για να γυρίσω κοντά της και πάλι. Της ευχήθηκα να έχει μια καλή ζωή, γιομάτη χαρές και συγκινήσεις μεγάλες, όπου κι αν την έβγαζε ο δρόμος της, ο μεγάλος και προσωπικός, στη συνέχεια. Της έγραψα σ’ ένα χαρτάκι τη διεύθυνσή μου στην Αθήνα, έτσι, για κάθε περίσταση. αν ήθελε και μπορούσε κάποτε να μ’ επισκεφθεί ή και να μου στείλει κάποιο γράμμα.
Συγγνώμη, της ψιθύρισα, αφήνοντάς την να ξεγλιστρήσει απ’ την αγκαλιά μου. Στα μάτια της διέκρινα μια κάποια αμηχανία και θλίψη ανείπωτη. Το βλέμμα της έμοιαζε ραγισμένο, ικετευτικό, σα να μου φώναζε να μείνω εκεί, μαζί της. κι από τότε σα μια βαριά κι αγιάτρευτη πληγή, έτσι το θυμάμαι. Εκείνο το μαύρο, το καταραμένο βράδυ, έκλαψα πολύ. έκλαψα πικρά για την αγάπη που ήξερα, τελικά, πώς είχα, και την οποία έχασα, για την αγάπη που δεν τόλμησα να κάνω δική μου.
Έχει δικά της σχέδια για τη ζωή, διαφορετικά όνειρα από σένα. Μαζί σου θα χανότανε, και θα ’χανε και όλα όσα είχε ποτέ ονειρευτεί, έλεγα ξανά και ξανά στον εαυτό μου, και μετά προσπαθούσα να τον κάνω να πιστέψει το δόλιο, το μεγάλο ψέμα μου. Ακριβώς όπως είχα καταφέρει να τον πείσω πώς, έτσι κι αλλιώς, δε θα την έβλεπε ποτέ ξανά. Τα γκρίζα σύννεφα της μοναξιάς έπεσαν και πάλι βαριά, σκεπάζοντας με πόνο τα όνειρά μου.
Στο καράβι της επιστροφής ένιωθα σα ναυαγός στην έρημο του χρόνου, που όλο φεύγει και μ’ αφήνει μόνο. Σ’ ολόκληρη τη διάρκεια της διαδρομής προσπαθούσα να πετύχω το αδιανόητο, να σβήσω απ’ το τρύπιο μου μυαλό την ανάμνησή της. Πόσο νωρίς, πόσο πολύ νωρίς ήταν για να επιχειρήσω να κλείσω με το έτσι θέλω μια ανοικτή, ματωμένη με δάκρυ και ενοχές πληγή! Είχα για μια ακόμη φορά αυτοτραυματιστεί σοβαρά, κρίσιμα πολύ, αλλά και πάλι θα επιβίωνα.
Το ακύμαντο μα ταραχώδες ποτάμι της σκέψης μου με γύρισε πίσω στο πιο μακρινό παρελθόν, και μ’ έφερε αντιμέτωπο μ’ άλλους χαμένους έρωτες, που -όπως κι αυτός- ίσως να μην υπήρξαν στ’ αλήθεια ποτέ. Και τότε κάθισα και άρχισα να γράφω με ρυθμούς πυρετικούς αυτή την ιστορία. μια ιστορία παθών και λαθών. Θέλησα να βγάλω όλο εκείνο το συσσωρευμένο πόνο από μέσα μου, ετούτη τη διαιωνιζόμενη θλίψη. Θέλησα να ξεφορτωθώ μια για πάντα τα φαντάσματα απ’ το κοντινό κι απόμακρο παρελθόν, που δε με άφηναν στιγμή να χαρώ τη ζωή.
Πόνο, θλίψη, ανακούφιση, εμφυσήματα χαράς, αυτά αισθανόμουνα καθώς ξαναζούσα όλα όσα μου είχαν χαρακώσει την ψυχή, όλα όσα με είχαν βαθιά πληγώσει. Πόνο και θλίψη επειδή έξυνα τις πληγές που ακόμη αιμορραγούσαν. Ανακούφιση και χαρά γιατί τις απέθετα πάνω στο χαρτί, αδειάζοντας ένα μέρος της καρδιάς μου, στο οποίο θα μπορούσε ίσως κάποτε να εισβάλει το φως.
Ο ήλιος ανέβαινε δειλά-δειλά, χωρίς καθόλου να βιάζεται, αναψοκοκκινισμένος από τη θάλασσα, καθώς το καράβι έμπαινε στο αγουροξυπνημένο λιμάνι του Πειραιά.
Δεν ξέρω γιατί αλλά ένιωσα ένα ξαλάφρωμα, μια μικρή ικανοποίηση, μόλις κούρνιαξα και πάλι μέσα στους ασφυκτικά περίκλειστους τοίχους του υπόγειού μου. Μέσα εκεί ένιωθα ασφαλής. Ασφαλής από τον εαυτό μου κι από τους άλλους. Κανείς δεν μπορούσε να εισβάλει στον ψυχωτικό μου χαρακτήρα, όσο βρισκόμουνα στο δικό μου έδαφος.
Η πρώτη βδομάδα μετά την επιστροφή μου στην φασαριόζα Αθήνα πέρασε ασυνήθιστα γρήγορα και παραδόξως ευχάριστα. Κοιμόμουνα από νωρίς το πρωί μέχρι το μεσημέρι, μετά βυθιζόμουνα στους κόσμους τους μαγικούς όπου με ταξίδευαν τα βιβλία έως και το βράδυ, οπότε πήγαινα επισκέψεις σε γνωστούς ψάχνοντας για φίλους. Ξόδευα επίσης χρόνο πολλή παρακολουθώντας ό,τι έδειχνε το χαζοκούτι, ενώ συχνά πυκνά πήγαινα και στα θερινά τα σινεμά, μ’ αγιόκλημα και γιασεμί, και άλλα λυρικά.
Η ευδαιμονία μου, ωστόσο, όπως θα περίμενε κανείς, δεν κράτησε και πολύ. Τα δόλια τα φαντάσματα απ’ το παρελθόν άρχισαν και πάλι να με κυνηγάνε και δεν ήξερα, δεν είχα ιδέα πώς να τους ξεφύγω. Πώς ξεφεύγει κανείς απ’ τα φαντάσματα του έρωτα; Ε; Πώς; Η μεγάλη γνωστή και άγνωστη, ο πικρός και γλυκός ανέκφραστός μου έρωτας, ο έρωτας των δύο αγκαλιών και του ενός και μοναδικού φιλιού, άρχισε να κάνει κατάληψη και πάλι στα όνειρά μου. Τη μια μου χαμογελά, την άλλη μου κλείνει συνωμοτικά το μάτι, την άλλη δακρύζει με πόνο, έγραψα κάπου, σ’ ένα κομμάτι χαρτί, σ’ ένα μπλοκάκι γιομάτο στιγμές. Ίσως, τελικά, να μη σε αφήνουν, να μη σε εγκαταλείπουν ποτέ οι έμμονές σου ιδέες. εκτός κι αν καταφέρεις να τις αντικαταστήσεις με κάποιες άλλες.
Μπήκα σε μια νέα φάση πόνου, κατάθλιψης, μοναξιάς και ιδιότυπου παραλογισμού. Πρέπει να την ξεχάσεις. Πρέπει! Προσπαθούσα να επιβάλω τη λήθη στον εαυτό μου. Κι ήταν σα να του έλεγα, σα να τον παρότρυνα να ξεχάσει πώς να ζει, πώς ν’ αναπνέει.
Το φευγάτο βλέμμα επέστρεψε και πάλι στο πρόσωπό μου, και το μέσα μου άρχισε να ντύνεται επιμελώς και συστηματικά με τα σκουρόχρωμα ρούχα της οργής. Όλοι, τώρα πια, μού φαίνονταν αφόρητα πληκτικοί, όλα ανούσια. Πήρα να μισώ τον τρόπο ζωής και σκέψης όλων όσοι με περιέβαλλαν. Ήταν όλοι τους τόσο τακτικοί, τόσο καθώς πρέπει και εκκωφαντικά προβλέψιμοι. Τους απεχθανόμουν, τους βαριόμουνα. Μα πιότερο απεχθανόμουν τον εαυτό μου, επειδή επέμενε να κάνει παρέα μαζί τους, να επιζητεί τη συντροφιά τους. Ωστόσο, ήξερα! Το ήξερα ότι αυτοί δε φταίγανε σε τίποτα. εγώ ήμουνα ο φταίχτης, κι αυτοί τα θύματά μου. η μοναδική διέξοδος στα πολλά αδιέξοδα που τόσο περίτεχνα είχα δημιουργήσει για τον εαυτό μου.
Δεν έπρεπε να μένω μόνος, ούτε στιγμή. Δεν μπορούσα να μείνω μόνος. Αρρωστούσα. Πίστευα, ο κακομοίρης, πώς αν είχα κάποια -μια οποιαδήποτε- παρέα θα γινότανε το θαύμα, θα την ξεπερνούσα. Φανταζόμουνα ότι θα μπορούσα να ξεγελάσω ακόμη και τα ίδια μου τα συναισθήματα. Ανθρωπάκι! Μικρό ανθρωπάκι, αδύναμο. Πόσο σίγουρος ήμουνα λίγες μέρες πριν πώς όλα πια είχαν για τα καλά τελειώσει, πώς δε θα την έβλεπα ξανά ποτέ.! Και πόσο σίγουρος ήμουν όταν της το έλεγα! Ποιον, στ’ αλήθεια, ποιον προσπαθούσα να πείσω λέγοντας εκείνο το μεγάλο κι άθλιο, μα συνάμα αθώο ψέμα; Εκείνη ή το μικρό μου εγώ;
Ω, τόσο πολύ μισούμε τελικά τον εαυτό μας, που θέλουμε να το βασανίζουμε και να τον τιμωρούμε, μέχρι να φθάσει στο σημείο της κατάρρευσης;
Τρεις βδομάδες ακριβώς μετά το στερνό αντίο, βρέθηκα πάνω στο καράβι του Νίκου Καζαντζάκη με προορισμό την πόλη του. Γιατί μου φάνηκε τόσο μακρινό, μια μικρή αιωνιότητα, εκείνο το δεκάωρο ταξίδι; Γιατί άργησε τόσο πολύ να ξημερώσει εκείνη η μέρα; Γιατί δεν μπόρεσα ούτε και για μια στιγμή ν’ απολαύσω το ταξίδι; Γιατί δε χάρηκα εκείνη την αυτοκρατορική ανατολή με την οποία μας υποδέχτηκε το λιμάνι του Χάντακα;
Η διαδρομή με το λεωφορείο μού φάνηκε ακόμη μεγαλύτερη, πολύ οδυνηρή, δίχως τελειωμό. Καταριόμουνα τον εαυτό μου, το νεο-γεροξεκούτη, που δεν πήρε το καράβι που πήγαινε κατ’ ευθείαν στα Χανιά, άκουσον άκουσον, επειδή ξεκινούσε μισή ώρα αργότερα. Τίποτα! Τίποτα δεν μπορούσα να χαρώ τις ώρες εκείνες. Τα τόσο μαγευτικά τοπία της κρητικής φύσης φάνταζαν στα μάτια μου μουντά, άχρωμα. Δε μου μιλούσαν, δε μου έλεγαν κάτι καθώς εγώ πήγαινα μ’ ανυπομονησία περισσή κι αγωνία μεγάλη να δω το φως μου, τον ήλιο μου το θηλυκό, που μονάχα εκείνος θα μπορούσε να μου χαρίσει φως, χρώμα, ομορφιά.
Στα Χανιά βρήκα ένα σχετικά καλό δωμάτιο με θέα το λιμανάκι, σε αρκετά χαμηλή τιμή. Ο ιδιοκτήτης υπέθεσε ότι έψαξα κι αλλού, κι ας του επισήμανα απ’ την αρχή ότι η δικιά του ήταν η πρώτη πόρτα που χτύπησα. Ακόμη μία απόδειξη ότι η αλήθεια δε γίνεται ποτέ εύκολα πιστευτή. Τουλάχιστον, όμως, εκείνη η αλήθεια μού βγήκε σε καλό. Έκλεισα το δωμάτιο για μια βδομάδα. Θα ξόδευα ότι είχα και δεν είχα για να είμαι κοντά της, δίπλα της, ώστε ν’ απολαύσω όσο περισσότερο μπορούσα της θεσπέσιάς της ύπαρξης όλες τις χαρές και τις χάρες.
Κοιμήθηκα κάπως ανήσυχα ως νωρίς το βράδυ. Όταν ξύπνησα και βγήκα έξω μ’ ένα πλατύ μαρτυριάρικο χαμόγελο στα χείλη, η κίνηση στους δρόμους ήταν στο φόρτε της. Εκατοντάδες άτομα κάθε καταγωγής και ηλικίας πηγαινοέρχονταν με βήμα περιπάτου, καθώς ο ήλιος όδευε προς την αμετάκλητη δύση του. Οι καμπάνες τριών εκκλησιών κτύπησαν ταυτόχρονα τραγουδώντας πώς η ώρα πήγε εννιά. Η νύχτα άρχιζε τη βάρδια της, κι ήμουνα σίγουρος ότι για μένα θα ήταν μια νύχτα σημαδιακή, χαρά γιομάτη. Ωστόσο, για κάποιο ανεξήγητο λόγο ύστερα από λίγο ένιωσα να θρονιάζεται μέσα μου η μελαγχολία.
Μελαγχολία ή φόβος; Μάλλον φόβος. Φοβόμουνα πώς αυτή τη φορά δε θα διέκρινα εκείνη τη φλόγα στα μάτια της. Φοβόμουνα ότι κάποιος άλλος, που δεν ήτανε δειλός χαρτογιακάς σαν και του λόγου μου, θα είχε εισβάλει στη ζωή της. Ίσως να φοβόμουνα και την επόμενη μέρα. Όμως, αυτή τη φορά ήμουν αποφασισμένος, είτε έτσι είτε αλλιώς, να κάνω το μεγάλο βήμα, να της πω της ψυχής μου την αλήθεια, να της εξομολογηθώ τον έρωτά μου. Θα της τα έλεγα όλα, μεμιάς, με μια ανάσα, και μετά θα δεχόμουνα με ευχαρίστηση ή και αγόγγυστα, τις ευχάριστες ή και δυσάρεστες συνέπειες. Τουλάχιστον, όμως, θα μάθαινα, θα ήξερα αν θα μπορούσα να συνεχίσω το δρόμο μου μαζί της ή μόνος.
Μερικές φορές τα λόγια είναι πολύ φτωχά, ανήμπορα, κι αδυνατούν να περιγράψουν κάποια οδυνηρά συναισθήματα, κάποιες τραγικές καταστάσεις. Βρήκα το μπαράκι κλειστό και μου ’ρθε ο ουρανός σφοντύλι. Πόνο, θλίψη, οργή, απογοήτευση; Τι ακριβώς ένιωσα εκείνη την ώρα, εκείνη τη στιγμή πανικού, δεν μπορώ στ’ αλήθεια να πω. Το μόνο που μπορώ να πω με μια σιγουριά ακλόνητη είναι ότι ποτέ στη ζωή μου ξανά δεν ένιωσα τόσο συντετριμμένος. Αν δεν είχα, για τόσα χρόνια, καλά εκπαιδεύσει το μέσα μου στις κακουχίες θα κατέρρεα εκεί, μπροστά στην κλειστή του πόρτα, θα πέθαινα επί τόπου απ’ τον καημό.
Μόλις συνήλθα κάπως απ’ το σοκ, είπα να το ψάξω λίγο το θέμα. Έτσι ρώτησα κάποιο γνωστό, που δούλευε στο διπλανό γυράδικο, να μου πει τι είχε συμβεί. Και μου είπε. Το μπαράκι έκλεισε μόλις δυο μέρες πριν, αφού η ιδιοκτήτρια χρεοκόπησε και δεν μπορούσε πια να το κρατήσει. Τον ρώτησα για την Ντολφίν, αλλά δεν είχε ιδέα που πήγε, αλλά ούτε και πού θα μπορούσα να ψάξω για να τη βρω. Το μέσα μου σκοτείνιασε.
Έφυγα! Απλά έφυγα και τον άφησα να με κοιτά παραξενεμένος, χωρίς να του προσφέρω καν μια ταπεινή ευχαριστία. Ήμουνα ήδη χαμένος, κρυμμένος βαθιά μέσα στον κόσμο τον εφιαλτικό, που μόλις ξημέρωνε για μένα. Πήγα κατ’ ευθείαν στο δωμάτιό μου, ρίχτηκα στο παλιό σκληρό στρώμα που έτριζε τα χρόνια παράπονά του, και πνίγηκα στους λυγμούς. Τα δάκρυα έρεαν καυτά σα λάβα, ανέλπιδα, εκσφενδονίζονταν απ’ της καρδιάς μου το ηφαίστειο και πυρπολούσαν τα πλημμυρισμένα μάτια μου. Ζούσα ένα έρωτα φαρμακερό, δίχως αύριο, ένα έρωτα καταδικασμένο στην αποτυχία, ένα έρωτα χωρίς το αντικείμενό του. Κι όλ’ αυτά, επειδή υπήρξα δειλός, ασυγχώρητα δειλός.
Αν της μιλούσα τότε -τέλος πάντων κάποτε- ίσως όλα τώρα να ’τανε αλλιώς. Ίσως αυτή τη στιγμή να βρισκότανε εδώ, κρυμμένη στην αγκαλιά μου, κλέβοντάς μου ζεστασιά, χαρίζοντάς μου φως. Ίσως να δακρύζαμε μαζί κι ύστερα απαλά να στεγνώναμε ο ένας τα δάκρυα του άλλου. Ίσως τώρα να της χάιδευα το πρόσωπο, τα άγρια, τα σγουρά της τα μαλλιά. Ίσως να κάναμε έρωτα και να ταξιδεύαμε σε κόσμους αισθησιακά ανείπωτους, που τα λόγια δεν μπορούν να περιγράψουν. Ίσως και να τσακωνόμασταν και μετά γλυκά πολύ να τα βρίσκαμε και πάλι, ν’ αφήναμε την αγάπη να διώξει μακριά όλα τα σκοτάδια. Ίσως...
Δε θα μπορούσε ποτέ κανείς να με μισήσει όσο μισούσα εγώ τον εαυτό μου εκείνη την ώρα, ούτε ο χειρότερός μου εχθρός. Μια αγάπη πέθαινε προτού καλά καλά γεννηθεί κι εγώ έφερα ακέραια την ευθύνη, κρίμα στο λαιμό μου βαρύ. Στο δάκρυ και τις θύμισες ξόδεψα ολόκληρο το βράδυ εκείνο. Όχι, δεν ήπια καθόλου. Δεν ήθελα να ξεχάσω. Δεν ήθελα να ξεχαστώ.
Το υπόλοιπο της διαμονής μου στα Χανιά το πέρασα, το χαράμισα ίσως να έλεγε κανείς, τριγυρνώντας σε ντίσκο και σε μπαράκια, πίνοντας ποτά αμέτρητα και ψάχνοντας για κείνη. τη μοναδική μεγάλη μου αγάπη, τη γυναίκα-φωτιά, τον έρωτα που χάραξε βαθιά και ανεξίτηλα τους δρόμους της καρδιάς μου.
Κοιμόμουνα ελάχιστα, διάβαζα ακόμη πιο λίγο, κι όλο περπατούσα. περπατούσα δίχως προορισμό, πορευόμουνα χωρίς ελπίδα στους δρόμους, τα στενά και τα σοκάκια της πόλης, σκαρφάλωνα στα βράχια όπου έριχνα γροθιές μ’ αόρατους θεούς, κι απειλούσα με αντίποινα σκληρά τις θάλασσες. Στο τέλος, το μόνο που κατάφερα ήταν να μάθω απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη τα πάντα γύρω από τα Χανιά. μια γνώση δίχως την οποία θα μπορούσα να ζήσω. Ωστόσο, δεν ήμουνα καθόλου σίγουρος πια κατά πόσο θα μπορούσα να ζήσω χωρίς εκείνη, των ονείρων μου τ’ όνειρο.
Καθώς γράφω ετούτες τις λέξεις, ετούτα τα λόγια τα στερνά του έρωτά μου, βρίσκομαι για μια ακόμη φορά στο καράβι για τον Πειραιά. Μόλις λίγες ώρες πριν η επιχείρηση Ψάχνοντας απελπισμένα την Ντολφίν, έφτασε στο τέλος της. Ένα ακόμη χαμένο ταξίδι στο κυνήγι τ’ ονείρου, θα έλεγε κάποιος. Όχι εγώ! Εξάλλου, κι αυτό είναι χιλιοειπωμένο, εκείνο που μετρά είναι το ταξίδι κι όχι ο προορισμός. Αν μη τι άλλο, απ’ όλη αυτή την αγωνία, απ’ όλο τον πόνο και τη θλίψη και τις μικρές χαρές, βγήκε και κάτι. μια ιστορία! Ίσως μετά από χρόνια πολλά να τη διαβάσω, να την ξαναζήσω γραμμή γραμμή, και να γελάσω ή να δακρύσω. Ο χρόνος πάντα απαλύνει τον πόνο, κι εκείνο που απομένει είναι μια πικρόγλυκη ανάμνηση. Μπορώ να πω σιγουριά ότι η ανάμνηση που θα μου μείνει απ’ αυτόν το μονόδρομο έρωτά μου θα ’ναι ευχάριστη. Η Ντολφίν μου έδωσε χαρά, χαρά για τη ζωή, κι ας μην το κατάλαβε ποτέ, κι ας μην το μάθει στον αιώνα τον άπαντα.
Τώρα, καθώς κάθομαι μοναχός με τις θύμισές μου εδώ, στο άδειο κατάστρωμα, μες στ’ άγρια μεσάνυχτα, μ’ ένα κρύο αεράκι να μου δροσίζει σα χέρι γυναικός το πρόσωπο και να μου ξυπνά τις αισθήσεις, σκέφτομαι και πάλι εκείνη. Πού να βρίσκεται, άραγε, την ώρα ετούτη; Τι κάνει; Πώς νιώθει; Είναι ευτυχισμένη; Είναι ευτυχισμένη όσο της αξίζει;
Τα σχέδια, οι στόχοι, τα όνειρα, οι άνθρωποι, όλα πάνε κι έρχονται. Η ζωή μονάχα φεύγει και πίσω δε γυρνά, ούτε καν κοιτά πίσω. Την τελευταία βδομάδα έζησα έντονα. Μες στη μαύρη απελπισία μου, εκείνη της απώλειας, έζησα την κάθε στιγμή. Κατόρθωσα, επιτέλους, να καταλάβω τη σημασία της στιγμής, να την εκτιμήσω. Αν δεν ανέβαλλα συνεχώς την πιο σημαντική στιγμή, ίσως τώρα να μη βρισκόμουνα σ’ αυτό το καράβι, ίσως να μην έγραφα αυτά τα γλυκανάλατα, αλλά από ψυχής λόγια. Αν...
Ντολφίν, καλή μου, όπου και να ’σαι, μ’ όποιον και να ’σαι αυτή την ώρα, εύχομαι ειλικρινά να περνάς καλά, να χαίρεσαι τη ζωή, να χαμογελάς. Ποιος ξέρει; Ίσως κάποια μέρα να συναντηθούμε και πάλι, κι ίσως θυμηθούμε παρέα τα παλιά, εκείνα που ζήσαμε και τ’ άλλα, που δε ζήσαμε μαζί, ίσως να γελάσουμε και να δακρύσουμε, ίσως και ν’ ανέβουμε μαζί στην κορυφή του βουνού της ευτυχίας, ίσως ζήσουμε εκείνο που λένε Αγάπη, ίσως πάρουμε τη ζωή σαν ένα όνειρο, κι ίσως ξεφύγουμε απ’ τα φρικτά προσωπικά μας υπόγεια της μοναξιάς και του φόβου, ίσως αγγίξουμε τον ουρανό, και ίσως μπορέσουμε να ζωγραφίσουμε τον ολόδικό μας, το μοναδικό παράδεισο. Ίσως...

Κάποιοι λένε: Όσο ζω, ελπίζω!
Εγώ λέω: Όσο ζω, ονειρεύομαι!

Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που έγραψα πάνω στο καράβι, λίγο πριν το χάραμα. Άδειασα το είναι μου ολάκερο στο χαρτί και κάπου ξαλάφρωσα, κάπου ένιωσα πιο δυνατός και μια ξεχασμένη φλόγα μέσα μου να σιγοκαίει.
Όταν έφτασα στον Πειραιά δε θέλησα να πάω κατ’ ευθείαν στο υπόγειό μου. Αποφάσισα για λίγο να περιπλανηθώ στην πόλη, ν’ ακούσω φωνές και φασαρία, ν’ αντικρίσω τη θέα της ζωής μετά από Εκείνη. Και τόκανα! Περπάτησα πολύ, για χιλιόμετρα ολόκληρα, στην παραλιακή του Πειραιά, ρούφηξα εικόνες, έφαγα ψάρια, ήπια ούζο, χόρτασα τη ματιά και το μυαλό μου.
Είχε σχεδόν νυχτώσει όταν άνοιξα την πόρτα για να μπω στο υπόγειό μου. Το είδα λουσμένο στο φως. Αρχικά ξαφνιάστηκα, αλλά αμέσως μετά σκέφτηκα ότι η ξαδέλφη μου θα έκανε, μάλλον, μία ακόμη έφοδο καθαριότητος, αφού δεν άντεχε να με βλέπει να ζω μέσα στη βρωμιά και τη σκόνη. Η αλήθεια είναι ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή δεν ήθελα να τη δω, αλλά ήταν πια πολύ αργά για να κλείσω την πόρτα και ν’ αποχωρήσω διακριτικά.
Ήρθα, φώναξα για να δηλώσω την παρουσία μου.
Γεια σου, μαλάκα, άκουσα κάποια να μου απαντάει με σπαστά ελληνικά.
Εκείνη! Εκείνη, εκεί; Ναι...
Παρέμεινα να την κοιτώ άφωνος, αποσβολωμένος, καθώς ξεπρόβαλλε χαμογελώντας πλατιά, ζεστά κι ειρωνικά, απ’ την κουζινούλα.
Σε βρήκα! συνέχισε στα αγγλικά.
Πώς; πήγα να ρωτήσω, αλλά θυμήθηκα. της είχα δώσει τη διεύθυνσή μου. Από κει και πέρα συνεργάστηκαν η τύχη, η σπιτονοικοκυρά και η ξαδέλφη μου και να ’την, μπρος στα μάτια μου, να με σκοτώνει με τα μάτια, να μ’ ανασταίνει με τα χείλη.
Πέταξα το σακίδιό μου στον πάτωμα, διέσχισα βιαστικά τα λιγοστά μέτρα που μας χώριζαν και την αγκάλιασα. σφικτά, κτητικά, αποφασισμένος να μην την αφήσω να φύγει ποτέ ξανά.
Αγάπη μου, της ψιθύρισα με την καυτή ανάσα μου στ’ αυτί, αγάπη...
Βλάκα μου, μου απάντησε εκείνη, βλάκα, κι ένιωσα τα δάκρυά της να τρέχουν καυτά, δροσερά, να μου διατρέχουν το λαιμό και το κορμί, να με ποτίζουν ευτυχία.
Αγάπη μου...
Βλάκα μου...


Δημοσίευση σχολίου