Τετάρτη, 21 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 7

«Δεν κρύβομαι στο σκοτάδι, στο φως κρύβομαι. Για να με βλέπω!»
Στο φως κρύβεται, επειδή το φοβάται το σκοτάδι. Φοβάται τις σκέψεις που φέρνει μαζί του, τις ενοχές που στοιχειώνουν το είναι της με την άφιξή του.
Όλα λάθος τα έκανε στη ζωή της. Όλα! Ερωτεύτηκε πολύ νέα, παντρεύτηκε πολύ νέα, απογοητεύτηκε πολύ νέα, τα έκανε όλα σκατά πολύ νέα. Μα, αυτό το λάθος της, το τελευταίο, το τραγικό, αυτό είναι που πάντα θα την κυνηγάει, αυτό είναι που δε θα την αφήσει στιγμή να ησυχάσει και να κάνει εκεχειρία με το μέσα της, με το δόλιο της τον εαυτό, αυτόν που την πρόδωσε. Εκτός κι αν γίνει το θαύμα. Το θαύμα! Κατάντησε μοιρολατρία! Ακούς εκεί, το θαύμα. Αυτά συμβαίνουνε μόνο στα παραμύθια. Τον χάνει, τον έχασε, και το μυαλό της το χάνει, όλ’ τ’ άλλα είναι ιστορίες για αγρίους. Ωστόσο... Ωστόσο, δε θέλει να το λέει, αλλά κάπου μέσα της ελπίζει. Για τι ακριβώς, δεν ξέρει. Ή, μάλλον ξέρει. Το μόνο που δεν έχει από κάπου να πιαστεί, κάπου να στηρίξει αυτή την ελπίδα. Είναι μόνη. Απόλυτα, αφόρητα μόνη. Σε ποιον κουφό της ζωής να μιλήσει; Σε ποιο απομεινάρι της αντίληψης να εξομολογηθεί το κρίμα και τον πόνο της;
Παρατηρεί τις σκιές των δέντρων να κινούνται ρυθμικά και να χαρίζουν ζωή στα γκρίζα χρώματα της απέναντι πολυκατοικίας. Σκιές είμεθα σκιών, θυμάται το στίχο και προσπαθεί να χαμογελάσει, αλλά μάταια. Σκέφτεται. Σκέφτεται την τροπή που πήραν τα πράγματα, πώς όλα ανατράπηκαν. Ένα μικρό παραστράτημα, ένα στιγμιαίο ολίσθημα. τίποτ’ άλλο δε χρειάστηκε για να καταρρεύσει με πάταγο ο χάρτινος πύργος της κοινής τους ζωής, της ψευδαίσθησης ευτυχίας που ζούσαν. Σα μια οδοντογλυφίδα, που έσπασε στη μέση, έτσι παρομοιάζει τη ζωή τους. σα μια ευθεία που απότομα κόπηκε, και απ’ το κέντρο της αναδύθηκε η άβυσσος.
Όσο για κείνον; Τα έμαθε. Τα έμαθε τα νέα του. Κατέρρευσε. Έγινε... Χώμα έγινε. Πληγή αγιάτρευτη. Είναι κλεισμένος μέρα νύχτα στο δωμάτιο ενός άθλιου φτηνού ξενοδοχείου κοντά στο κέντρο και τα κοπανάει. Γίνεται ολημερίς λιώμα για να μην αντικρίσει κατάματα την αλήθεια και γίνει... Τι άλλο να γίνει; Ό,τι ήτανε να γίνει έγινε!
Τι να πει κανείς; Τι; Αλλιώς τα περίμενε όλα, αλλιώς της ήρθανε. Ωστόσο, δεν ήξερε. Δεν ήξερε καλύτερα. Τίποτα δεν ήξερε τότε. Όλα καλά καμωμένα ήτανε – μέχρι που τον γνώρισα, μέχρι που με γνώρισε, σκέφτεται. Μα, κάνει λάθος. Τίποτα στη ζωή δεν είναι καλά καμωμένο. Ή εμείς, μετά από πολλούς κόπους και βάσανα το κάνουμε έτσι, ή αυτό μας οδηγεί στα δικά του μονοπάτια, εκείνα που απευχόμαστε, μα όλο και πιο πρόθυμα κυνηγάμε.
Φεύγει απ’ το παράθυρο. Πηγαίνει στο υπνοδωμάτιο. Ξαπλώνει στο κρεβάτι χωρίς να γδυθεί, αφού θέλει ανά πάσα στιγμή να είναι έτοιμη. έτοιμη για να πάρει εκείνη την κλήση που ελπίζει και φοβάται. έτοιμη για να τρέξει προς τη σωτηρία ή την καταδίκη της. Παλιά για να κοιμηθεί έβαζε ωτοασπίδες, αλλά δεν το κάνει πια. Όχι μόνο επειδή υπάρχει κίνδυνος να χάσει εκείνη την ευλογημένη ή καταραμένη κλήση, αλλά και γιατί αν έκλεινε τ’ αυτιά -ήταν σίγουρη γι’ αυτό- θα άκουγε πιο εκκωφαντικά τις δόλιες σκέψεις της.
Κουλουριάζεται πάνω από τα στρώματα, στη στάση του εμβρύου, αγκαλιά μ’ ένα μαξιλάρι και προσπαθεί να κλείσει τα μάτια της όσο πιο δυνατά μπορεί, να τ’ αποκλείσει απ’ το φως που τη λυτρώνει και την απειλεί. Μα, δεν κοιμάται. Όχι ακόμη. Όχι μέχρι να εξαντληθεί τελείως και ν’ αφεθεί σ’ ένα ύπνο παράξενο, παραληρηματικό – στον οποίο όλες οι αισθήσεις της, εσωτερικές κι εξωτερικές, θα μοιάζουν σε συνεχή επαγρύπνηση. σ’ ένα ύπνο κατευναστικό κι αγωνιώδη.
Δημοσίευση σχολίου