Πέμπτη, 8 Μαΐου 2008

Οι Παλιόφιλοι

Ήταν ένα ζεστό μεσημέρι του καλοκαιριού και περιφερόμουν δίχως σκοπό στο μοναδικό πάρκο που απέμεινε, να φυτοζωεί έστω, στην αφιλόξενη πόλη μου, όταν είδα δύο γεροντάκια στα περασμένα ογδόντα τους, να κάθονται σκεφτικά και κάπως λυπημένα σ’ ένα παγκάκι και να συζητάνε, ν’ αναπολούν με πίκρα τα παλιά. Έδειχναν τόσο μόνοι. Ένιωθαν τόσο μόνοι. Απ’ τη φύση μου περίεργος, κάθισα κι εγώ με τη σειρά μου σ’ ένα παγκάκι ακριβώς από πίσω τους και, πήρα να τους κρυφακούω.
- Μας ξέχασαν όλοι, Γιώργη. Τώρα που δε μας χρειάζονται, μας ξέχασαν. Μας παράτησαν. Την κατάρα μου να ’χουν όλοι τους.
- Άτιμο πράμα τα γηρατειά, ρε φίλε, άτιμο. Κι οι κατάρες δε βοηθάνε. Άσε...
Άτιμο πράμα, στ’ αλήθεια. Τα χρόνια κι οι άλλοι άνθρωποι ξεζουμίσουν πάντα τον φτωχό και μετά τον παραπετάνε σα σκουπίδι στη χωματερή, παρέα με τα υπόλοιπα απομεινάρια μιας απομίμησης ζωής. Και τον αφήνουν εκεί, ανάμεσα σε όλους τους παρατημένους μόνο, ν’ αναρωτιέται νύχτα μέρα αν τελικά κάτι απ’ όλα όσα έζησε έχει νόημα, αν κάτι απ’ αυτά τα λίγα ή πολλά που έκανε έχει αξία.
- Πενήντα χρόνια στο μεροκάματο ρε Γιώργη, και τι κερδίσαμε; Μια θέση στο παγκάκι. Αυτή μονάχα. Μια ζωή δουλειά και κούραση, κι αγρύπνια, κι αγωνία, για μια θέση στο παγκάκι. Πλούσια στ’ αλήθεια ανταμοιβή!
- Δύσκολα χρόνια, φίλε μου Αντρέα, αλλά δεν είχαμε και άλλη επιλογή.
- Δεν είχαμε;
Παρέμειναν για λίγη ώρα σιωπηλοί, κοιτώντας το κενό μ’ εκείνο τον ιδιαίτερο τρόπο των αποσταμένων από τη ζωή, των ηλικιωμένων, εκείνων που πάντα σκέφτονται, πονούν, γελούν και θυμούνται.
Χαμογελούν τώρα. Χαμογελούν σε κάποια άγνωστη ανάμνηση και παλιά. Παλιά σαν αλλοτινό, φθαρμένο στο διάβα του χρόνου, τετράδιο.
- Θα έπρεπε να παίρναμε εκείνο το καράβι, Γιώργη, να πηγαίναμε κάπου αλλού, να βλέπαμε λίγο απ’ το φως του κόσμου εκεί έξω, κι ας πεθαίναμε μετά...
- Μα, ήμασταν δειλοί, κιοτήδες. Μα, θαρρείς πώς εγώ δεν το ’χω μετανιώσει; Αν φεύγαμε τότε ίσως τώρα να μην καθόμασταν εδώ αναπολώντας μια ζωή γεμάτη πόνο και πλήξη και μοναξιά.
Αν έφευγαν! Το για πάντα ματαιωμένο ταξίδι στο άγνωστο, ίσως να στεκόταν η σωτηρία τους, η προσωπική τους σωτηρία, ίσως να τους άνοιγε το δρόμο για μια καλύτερη και πιο γιομάτη από χρώματα ζωή, πολύ διαφορετική απ’ την ασπρόμαυρη δικιά τους. Αλλά, δεν έφταιγαν σε τίποτα κι ετούτοι οι κακομοίρηδες. Έκαναν ακριβώς εκείνο που ήξεραν, ακολούθησαν τη λογική, κι από τότε πληρώνουν ακριβά για τη συγκεκριμένη επιλογή.
- Ξέρεις, Αντρέα, τα βαρέθηκα όλα. Και τη ζωή την ίδια. Ακόμη και τα παιδιά μου, που τόσο πάσκισα για ν’ αναστήσω, και για τα οποία τώρα πια νιώθω πώς είμαι μονάχα ένα βάρος περιττό. Μακάρι να με σήκωναν ακόμη ετούτα τα καταραμένα τα πόδια μου και θα συνέχιζα να δουλεύω. Τουλάχιστον έτσι δε θα μαράζωνα.
Στο βαθιά χαραγμένο απ’ τους τροχούς του χρόνου μάγουλο κύλησε ένα δάκρυ.
- Κι εγώ βαρέθηκα, Γιώργη, αλλά τι να γίνει; Από τότε που έμεινα μόνος δεν έχω τι να κάνω, από που να πιαστώ.
- Πήραμε τη ζωή μας λάθος...
Άναψαν από ένα τσιγάρο σέρτικο, βαρύ, μπας και πήγαιναν κάτω με τον καπνό τα κρυφά τους τα φαρμάκια, και μείναν σιωπηλοί. Τι άλλο να έλεγαν, άλλωστε; Για τι άλλο να εκφράζανε την πίκρα τους; Τόσα χρόνια φίλοι αδελφικοί, σύντροφοι στον πόνο, ήξεραν πολύ καλά τα πάντα ο ένας για τον άλλο.
Καθώς πήρα να σηκώνομαι αργά, αθόρυβα, για να φύγω, η εικόνα τους άρχισε να παίρνει στο μυαλό μου ολοζώντανη μορφή, μα δίχως χρώματα, κλεμμένη λες από κάποια παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία. Θυμήθηκα...
- ...μα δεν αλλάξαμε ζωή!
Δημοσίευση σχολίου