Παρασκευή, 16 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 2

«Δεν πας καλά, Βασιλική...»
«Λες να μην το ξέρω!»
«Ε, τότε γιατί δεν κάνεις κάτι γι’ αυτό;»
«Να κάνω τι; Όλη μέρα κι όλη νύχτα αυτό σκέφτομαι, αλλά απάντηση δε βρίσκω. Να κάνω τι;»
«Να πας να τον βρεις, τώρα που σε χρειάζεται.»
«Μα δε με θέλει εκεί, δε με θέλει κοντά του. Δεν καταλαβαίνεις, Δανάη. Δεν καταλαβαίνεις...»
«Ε, τότε βρες κάτι άλλο να κάνεις, κάτι για να κρατήσεις το μυαλό σου απασχολημένο. Για να μη σε τυραννάνε συνεχώς οι σκέψεις σου.»
«Δεν μπορώ. Απλά, δεν μπορώ!»
Μένουν για λίγο σιωπηλές οι δυο φιλενάδες. Κοιτά η μια την άλλη με τα βλέμματα της θλίψης, λίγο ενοχικά, λίγο ραγισμένα. Έχουν μεγαλώσει πια, ασυγχώρητα, κι οι δυο τους. Δεν τους μένει πλέον καιρός για νέες ευκαιρίες, νέα πειράματα. Πρέπει να συνεχίσουν να ζουν τη ζωή όπως τους έλαχε, με τα σωστά της και τα λάθη της. Επιλογή άλλη καμία.
Παρατηρεί έντονα τη Βασιλική η Δανάη, βλέπει καθαρά το μέσα της που παλεύει και παραδίδεται. Μοιάζει να έχει πια πάρει για τα καλά το δρόμο εκείνο τον γνωστό, τον πολυταξιδεμένο, το δίχως επιστροφή. Πίνει και καπνίζει και πίνει. Λίγο τρώει, πολύ μιλά, πολύ σιωπά. Όλο τα ίδια και τα ίδια λέει. Για τον άντρα της. Για τον άντρα που ποτέ δεν ήταν, που ποτέ δεν έγινε άντρας της. τουλάχιστον όχι επίσημα. Πρέπει να τη βοηθήσει, θέλει να τη βοηθήσει, αλλά πώς; Αφού από λόγια και παρηγοριές δεν παίρνει χαμπάρι αυτή!
«Πίνεις πολύ, ρε συ...» τολμά να της πει.
«Χα! Κι εσύ που δεν πίνεις, τι κατάλαβες;» απαντά ετοιμόλογα εκείνη.
Τι κατάλαβε; Στ’ αλήθεια τι; Κι εκείνη στον ίδιο βόθρο ζει, κι εκείνη στα ίδια σκατά παραδέρνει. Το μόνο που -αυτή, η τυχερή- δε νιώθει τόσο έντονα τον πόνο, το μόνο που δεν ξεχειλίζει από πίκρα, όπως η φιλενάδα της.
Σηκώνεται απ’ την πολυθρόνα και πλησιάζει τη Βασιλική, καθώς εκείνη ρουφάει μ’ ένα ανεπίτρεπτο πάθος, αλλά δίχως καμιά εμφανή ευχαρίστηση, την τελευταία γουλιά απ’ το ουίσκι της. Η φύση έξω σκοτεινιάζει, οι σιωπές θα γίνουν τώρα αφόρητες, αν τους ανοίξουν την πόρτα. Πρέπει να συνεχίσουν να μιλάνε, για να ξορκίσουν όπως όπως τα φαντάσματά τους, για να μασκαρέψουν τη θλίψη τους. Κάθεται δίπλα της. Την κλείνει ασφυκτικά στην αγκαλιά της. Τα μαλλιά της μυρίζουν καπνό και απλυσιά, το κορμί της το νιώθει σκληρό, απολιθωμένο. Όμως, ξάφνου τη νιώθει να χαλαρώνει λίγο, κι ύστερα να συσπάται. Ακούει την αλκοολούχα ανάσα της ν’ αλλάζει ρυθμό. Αρχίζει να κλαίει. Σιωπηλά. Σχεδόν ατάραχα. Πάει να της πει κάτι η Δανάη, αλλά δεν την αφήνει -της κλείνει το στόμα με το χέρι γρήγορα, επιτακτικά, προτού προλάβει να μιλήσει και- συνεχίζει ν’ αδειάζει το μέσα της, για να ’χει χώρο μετά για να το γεμίσει ξανά, με νέες σκέψεις, με τις ίδιες λύπες και σιωπές. Όταν τα δάκρυα στερεύουν, όταν οι αναπνοές της αποκτούν και πάλι την κανονικότητά τους, τότε σηκώνει το ραγισμένο μαύρο των ματιών της, κοιτά με στοργή την καλή της φίλη και της λέει:
«Δεν κλαίω ζητώντας τα λόγια τα ψεύτικα, της παρηγοριάς, καμιά βοήθεια. Κλαίω εκλιπαρώντας σιωπή. οι φωνές μέσα μου να βγάλουν, επιτέλους, τον σκασμό!»
Σιωπή ζητά, σιωπή της δίνει κι η Δανάη – στο έξω όχι στο μέσα της. Εκείνο δεν εξαρτάται απ’ αυτήν. Τι άλλο μπορεί να κάνει; Κάτι!
«Μπορείς;» της προτείνει το ποτήρι της για να το γεμίσει. Το παίρνει. Πηγαίνει με βήματα αργά, σχεδόν βαριεστημένα, προς την κουζίνα και παίρνει ένα ακόμη. Τους βάζει πάγο και τα γεμίζει μέχρι πάνω. Ας πιούνε, λοιπόν. Ας πιούνε μέχρι τελικής πτώσεως αυτή τη νύχτα, κι ας τους φέξει ό,τι θέλει ο θεός σαν ξημερώσει. Σβήνει το φως.
Κάθονται δίπλα-δίπλα, κολλητά η μια στην άλλη, και δίχως φωνή μιλάνε στο σκοτάδι. Στο σκοτάδι του χώρου που αβίαστα έφτασε, του χρόνου που έφυγε, σ’ εκείνο το σκοτάδι της ζωής το αξεδιάλυτο. εκείνο που δεν έψαξαν.
«Η γη γυρίζει και μας συγυρίζει!» λέει, ύστερα από αρκετή ώρα, σε μια ανύποπτη στιγμή η Βασιλική, και ξεσπάνε κι οι δυο τους σε γέλια ακράτητα, ασυγκράτητα, απ’ τη μέθη καλά καμωμένα.
Δημοσίευση σχολίου