Παρασκευή, 30 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 16

«Οι άνθρωποι που δεν έχουν πάθη, δεν είναι άνθρωποι. παράσιτα είναι!»
Έμεινε να την κοιτάει με το στόμα λίγο ανοικτό, με μια βαθιά απορία χαραγμένη στο πρόσωπο ο Αντρέας. την Ελένη, τη σύντροφο του φίλου του τού Γιώργου. Αυτήν που ξεστόμισε λίγο πριν αυτά τα λόγια. Την κοιτάει κι αναρωτιέται: πώς και τα ’φτιαξε με το φίλο του; Πώς μπορεί και είναι μαζί του; Άγριος άνθρωπος είναι ο Γιώργος, έξω καρδιά μα άγριος. Τουλάχιστον μέχρι τώρα έτσι τον ήξερε, έτσι τον έβλεπε. Ίσως και να έκανε λάθος. Ίσως τα χρόνια εκείνα τα χαμένα, στη φυλακή, να τον μαλάκωσαν. Ίσως και να την αγάπησε πολύ αυτήνε τη μορφονιά και να μαλάκωσε. Πώς άλλως; Την παρατηρεί σιωπηλά. Προσπαθεί να τη διαβάσει. Μάταια. Δε μοιάζει με καμιά από τις γυναίκες που έλαχαν στο δρόμο του. με καμιά! Από άλλο ανέκδοτο μοιάζει βγαλμένη ετούτη. Σαν ένα παραστρατημένο, ευτυχισμένο ξωτικό. έτσι φαντάζει στα μάτια του.
«Έι, μην κοιτάς τη γυναίκα μου μ’ αυτό τον τρόπο, μη σ’ αρχίσω στις φάπες, παλιόφιλε!» τον βγάζει με πειραχτικό τρόπο από την περισυλλογή του ο Γιώργος.
«Πώς να μην την κοιτάζω, τόσο όμορφη που είναι;» απάντησε χαμογελώντας εκείνος.
«Ε, καλά, κοίταζε όσο θέλεις. Δεν την ενοχλεί. Κι αν σου μπει καμιά παράξενη ιδέα, ξέρει αυτή πώς να σε βάλει στη θέση σου!»
Την κοιτάει με περηφάνια, με λατρεία την Ελένη του, ο Γιώργος. Όπως δεν κοίταξε εκείνος καμιά γυναίκα. Είμαστε δυο κόσμοι διαφορετικοί, φίλε μου, αποφασίζει ο Αντρέας από μέσα του, μα δεν το λέει. Νιώθει, ωστόσο ένα βλέμμα να τον καρφώνει με πείσμα, να διαπερνά το πετσί και να κοιτά βαθιά μέσα του. Πάει να ρωτήσει τι αλλά δεν προλαβαίνει.
«Δε θα σου πω τι σκέφτομαι, ρε Αντρέα. Δε θα σου πω τι σκέφτομαι για να μη σε βγάλω απ’ τη βολή σου!»
«Κι από πότε άρχισες εσύ να σκέφτεσαι τη βολή μου. Όλα πάντα χύμα μου τα έλεγες. Πάντα με έβριζες, μού φώναζες, με προκαλούσες. Τώρα σ’ έπιασαν οι καλοσύνες σου; Ή, μήπως...»
«Ούτε να το σκέφτεσαι, Αντρέα. Όταν ο Γιώργος έχει κάτι να πει θα το πει. είτε είμαι μπροστά, είτε όχι.»
«Ας το πει, λοιπόν. Κι ας μη μου αρέσει...»
«Τι να σου πω ρε μαλάκα; Πες μου τι καρτεράς; Τη λύπησή μου; Δε θα την έχεις. Και θες ν’ ακούσεις και κάτι άλλο; Δε σου αξίζει η Αναστασία. Δε σου αξίζει ο Αλέξης. Ένα γερό χέρι σου αξίζει, μπας κι ανοίξεις τα μάτια σου. Πήγες και...»
«Γιώργο...»
«Άσε με να του τα πω, Ελένη μου. Άσε με να του τα πω. Βαρέθηκα πια την κλάψα του. Δεν είσαι βρε πια άντρας. Ένας άχρηστος είσαι και το ξέρεις. Και τώρα που τ’ ακούς ίσως και να χαίρεσαι κιόλας, αφού απλά ακούεις κι από κάποιον άλλο την αλήθεια.»
Εκνευρίστηκε ο Αντρέας. Εκνευρίστηκε πολύ. Το μέσα του πήρε φωτιά. Θέλει να σηκωθεί, να κάνει κάτι: τον Γιώργο να σιωπήσει, τις μέσα του κραυγές να βγάλουν τον σκασμό, να χτυπήσει κάποιον, εδώ και τώρα, για να ξαλαφρώσει. Αλλά, τίποτα δε θα κάνει. Θα καθίσει στ’ αυγά του, ήσυχος μες στην ταραχή του. Θα καθίσει εκεί και θα συνεχίσει ν’ ακούει τον καλύτερό του φίλο να του δίνει το ένα χαστούκι μετά το άλλο. Και στο τέλος-τέλος ίσως και να τον ευχαριστήσει κιόλας!
«Δεν έχεις να πεις τίποτα ρε; Καμιά απάντηση; Που πήγαν τα λόγια τα μεγάλα σου; Πούντες τώρα τις δικαιολογίες σου; Πες μου ρε: γιατί πήγες και χαράμισες έτσι τη ζωή σου; Γιατί τα πέταξες όλα στα σκουπίδια; Μόνο και μόνο επειδή σε διαφεντεύει το τσουτσούνι σου ή έψαχνες και κάτι άλλο;»
Η Ελένη πήγε και πάλι να επέμβει, αλλά το ξανασκέφτηκε και στη στιγμή άλλαξε γνώμη. Ίσως να μην έπρεπε να είναι εκεί, αφού αυτή ήταν μια πολύ προσωπική στιγμή. Μια κουβέντα άγρια, αλλά ανάμεσα σε φίλους παλιούς. Ίσως θα έπρεπε να φύγει. Αλλά, όχι! Αυτό δε θέλει να το κάνει, και είναι σίγουρη ότι κι ο Γιώργος το ίδιο θα σκέφτεται, αλλιώς θα της το είχε ήδη ζητήσει. Θα μείνει εκεί, λοιπόν, και θα συνεχίσει να ακούει τις φωνές του ενός και τις σιωπές του άλλου, να γίνεται και πάλι κοινωνός μιας ξένης ζωής, όπως πλείστες άλλες φορές στο παρελθόν.
«Δεν ξέρω τι να σου πω, ρε Γιώργο! Νομίζεις ότι κάνω και τίποτ’ άλλο από τα να σκέφτομαι όλ’ αυτά νύχτα-μέρα. Στιγμή δεν ησυχάζω. Ποτέ δεν ξεκουράζομαι. Δεν κοιμάμαι. Όλο ρωτάω τον εαυτό μου το γιατί, μα απαντήσεις δεν παίρνω. Το μόνο που παρακαλώ είναι να γίνει καλά ο Αλέξης, να αποφευχθεί το μεγαλύτερο κακό.»
«Συνήθως τα πράγματα δεν είναι τόσο περίπλοκα όσο τα φανταζόμαστε. εμείς τα κάνουμε να φαίνοντ’ έτσι. Για όλα φταίνε οι άθλιες ιδέες και οι εμμονές μας,» επενέβη χαμηλόφωνα και μ’ ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη η Ελένη.
«Για πες μου, ρε συ: την αγαπάς τη Βασιλική;»
«Νομίζω ναι...»
«Νομίζεις; Όσο αγαπάς την Αναστασία;»
«Δεν ξέρω!»
«Και ποιος ξέρει;»
«...»
«Και καλά, ρε άνθρωπέ μου, τόσα χρόνια στο κουρμπέτι δεν έμαθες να διαβάζεις τους ανθρώπους; Ένας άγγελος είναι η Αναστασία, βλάκα. Ένας άγγελος! Κι η Βασιλική, μια σκύλα...»
«Είναι καλή γυναίκα η Βασιλική, Γιώργο. Και τη γνώμη σου για κείνη θα κάνω πώς δεν την άκουσα για να μην...»
«Για να μην τι, ρε; Για να μην τι; Για να μη χαλάσουμε τη φιλία μας; Για να μην με πλακώσεις; Για να τη βγάλεις καθαρή; Για να μην τι; Όσο για τη Βασιλική σου, δεν είναι καλή γυναίκα, κι αυτό κάποια μέρα θα το καταλάβεις. θα ξυπνήσεις ξαφνικά και θα θυμηθείς τα λόγια μου. Πονεμένη είναι, καλή όχι. Αυτή θα μπορούσε να κάνει το καθετί, να φτάσει ως το φόνο, για να περάσει το δικό της. Τα μάτια της ξεχειλίζουν από μίσος, κακία κι υστεροβουλία. Ακόμη κι ένας τυφλός θα μπορούσε να το δει αυτό, αλλά εσύ όχι...»
«Μα, δεν τη βλέπω πια!»
«Δεν τη βλέπεις, αλλά τη σκέφτεσαι. Σε τρώνε οι ενοχές και η λαγνεία σου. Και καθόλου δε θα παραξενευόμουνα αν μάθαινα ότι, ενώ το παιδί σου παραδέρνει ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, εσύ άρχιζες να μοιράζεσαι και πάλι το χρόνο σου μ’ εκείνη τη λάμια...»
Έγινε κατακόκκινος απ’ την οργή ο Αντρέας. Απ’ την οργή για τον Γιώργο, αλλά και για τον εαυτό του. Δίκιο έχει ο φίλος του, δίκιο σε όλα. Και είν’ αλήθεια ότι πολλές φορές σκέφτηκε να πάει να την επισκεφτεί, να χωθεί στον κόρφο της και να ξεχαστεί, μα δεν το έκανε. Δεν το έκανε. όχι για το παιδί του, όχι για τη γυναίκα του, αλλά για εκείνον τον ίδιο. Ήθελε και έπρεπε ν’ αποδείξει στον εαυτό του ότι δεν είναι εντελώς χαμένη υπόθεση η δική του, ότι του έχει απομείνει ένα ισχνό αίσθημα, ένα ίχνος, μια ανάμνηση αξιοπρέπειας. Τώρα, τι να του πει του άλλου; Πώς να τον κάνει να σωπάσει; Αν μιλήσει θ’ ακούσει κι άλλα πολλά, πράγματα που δε θέλει να ακούσει. Καλύτερα να σκύψει το κεφάλι. Καλύτερα να δηλώσει ένοχος με τη σιωπή του. Μόνο έτσι θα περάσει η μπόρα. Μόνο έτσι δε θα γίνουν χειρότερα τα πράγματα.
Κοιτάει το Γιώργο, αλλά όχι στα μάτια, φοβάται. Στρέφει το βλέμμα του στην Ελένη. Του χαμογελά ζεστά. Μα, πώς μπορεί και χαμογελά μέσα σε τούτη όλη την αναταραχή, μες στη φουρτούνα; Λες και προσπαθεί να του πει κάτι. Με καταλαβαίνει, σκέφτεται κι αφήνει ένα μικρό αναστεναγμό να του ξεφύγει. Με καταλαβαίνει και προσπαθεί να μου το πει με το βλέμμα. Θέλει να κλάψει. Θέλει ν’ αφήσει τα δάκρυα να κυλήσουν ορμητικά από μέσα του, ν’ αδειάζουν για λίγο την πηγή του πόνου. Αλλά, δε θα το κάνει. Όχι τώρα. Μπροστά στον Γιώργο, ποτέ! Ίσως αργότερα. στην κρύα ερημιά του νοσοκομείου.
Δημοσίευση σχολίου