Κυριακή, 1 Ιουνίου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 17

Προσπάθησε να κοιμηθεί χωρίς να πιει ψες, παίρνοντας μοναχά το μαγικό μοβ χαπάκι. Μα, δεν κοιμήθηκε. Τουλάχιστον όχι κανονικά. Μεταξύ ύπνου και ξύπνιου για ώρες πολλές περιπλανιότανε, βλέποντας εικόνες παράξενες, πολύχρωμες, απ’ τη φαντασία καλά καμωμένες, κι ακούγοντας λόγια περίεργα, λέξεις άγνωστες, μια αφήγηση που έφτανε λες στ’ αυτιά της από κόσμους άλλους, παραμυθένιους, αλλοτινούς. Τρίπαρε για τα καλά η Βασιλική, δίχως να το περιμένει. Όχι από το χαπάκι. Ίσως... Ίσως να φταίει ότι για πρώτη φορά το πήρε χωρίς να βάλει στο στόμα της πριν σταγόνα αλκοόλ. Ίσως γι’ αυτό. Η αλήθεια, όμως, είναι πώς πολύ της άρεσε η όλη φάση, το παράδοξο σκηνικό. Θα ήθελε κάποτε να το επαναλάβει, αλλά όχι σύντομα, και όχι για πολλή καιρό. Προτιμά τον ύπνο το βαρύ, τον λυτρωτικό, εκείνον που μόνο ο συνδυασμός των δύο ουσιών μπορεί να της χαρίσει.
Σήμερα, είναι σα ρομπότ. Παραπαίει όρθια μεταξύ ξύπνιου και ύπνου, αλλά δε νιώθει κι άσχημα. Οι σκέψεις της κι οι αισθήσεις της μοιάζουν ναρκωμένες. Λες και ντύθηκε με τ’ αδιάβροχο της αδιαφορίας και τίποτα δεν μπορεί να την αγγίξει. Κοιτάει τη Δανάη, που για μια ακόμη φορά κάθεται απέναντί της και ξεφυλλίζει τα περιοδικά ένα-ένα κοιτώντας τις φωτογραφίες. Μοναχά τις κοιτάει, δεν τις βλέπει. Κι αυτή χαμένη στο μέσα της είναι. Το μόνο που αυτηνής ο πόνος της μοιάζει κάπου αληθινός, όχι σαν της Βασιλικής, που πονάει -βαθιά μέσα της το παραδέχεται- για τον πληγωμένο της εγωισμό. Θέλει να γελάσει η τελευταία. Θέλει να γελάσει σκληρά, άκαρδα, να περιγελάσει τη φίλη της και να την στείλει στον αγύριστο. Τι θέλει και της κουβαλιέται εκεί όλη μέρα; Λες και δεν έχει αρκετά προβλήματα από μόνη της η δόλια και πρέπει να φορτώνεται κι εκείνα των άλλων. Τι να κάνει με δαύτηνε; Πρέπει να την ξεφορτωθεί με κάποιο τρόπο. Δεν έχει όρεξη για κλάψες σήμερα.
«Ήπιες το αμίλητο νερό, Δανάη!»
«Δεν έχω όρεξη για κουβέντα...»
«Γιατί ήρθες τότε;»
«Επειδή δεν είχα που αλλού να πάω.»
Τι να της πει τώρα της μουρλής; Δεν μπορεί να της ζητήσει να της αδειάσει τη γωνιά. Όχι στα ίσια. Στο κάτω-κάτω της γραφής είναι φίλη της, η μοναδική που έχει, κι ας μην τη συμπαθεί και ιδιαίτερα.
«Αχ!» αφήνει ένα αναστεναγμό να της ξεφύγει θεατρικά απ’ τα στήθια.
«Τι έχεις;»
«Μπα τίποτα. Μια ζαλάδα. Θα μου περάσει. Εσύ, κοιμάσαι καθόλου;»
«Λίγο. Όπως κι εσύ υποθέτω.»
«Α, όχι. Εγώ, μ’ εξαίρεση χθες το βράδυ, κοιμάμαι καλά. Μάλλον όχι καλά, βαριά. Πέφτω σε λήθαργο.»
«Εγώ δεν μπορώ να πάρω υπνωτικό. Δε θα ξυπνάω με τίποτα μετά. Εξάλλου δεν πιστεύω ότι τα χάπια ή το αλκοόλ μπορούν να λύσουν τα προβλήματά μου...»
«Θέλεις κάτι να μου πεις, Δανάη;»
«Α, όχι. μη με παρεξηγείς, για μένα μιλάω. Ο καθένας αντιμετωπίζει τα πράγματα με το δικό του τρόπο. Δε θέλω να σε κρίνω.»
«Μα, αυτή είναι η δουλειά σου σα φίλης,» αποκρίθηκε μ’ ένα ειρωνικό μειδίαμα και φανερά εκνευρισμένη η Βασιλική, «οφείλεις να με κρίνεις. Κάνε το λοιπόν!»
«Δεν ξέρω τι να σου πω. Τι σ’ έπιασε σήμερα; Γιατί με κοιτάς μ’ αυτό το βλέμμα; Με τρομάζεις.»
«Κρίνε με, μαλακισμένη. Κρίνε με. Μόνο αυτό σου λέω,» απάντησ’ εκείνη μ’ οργισμένο ύφος. «Κρίνε με ή συμβούλευσέ με ή βγάλε το σκασμό επιτέλους!»
Έμειν’ άφωνη η Δανάη. Δεν ξέρει τι να κάνει. Να μιλήσει; Να σιωπήσει; Ή να σηκωθεί να φύγει; Κοιτάει τη Βασιλική βαθιά μες στα μάτια. Ψεύτικη της φαίνεται η οργή της, μια πόζα. Μάλλον να με ξεφορτωθεί θέλει, αποφασίζει. Αλλά, αν είν’ έτσι γιατί δεν της το ζητάει στα ίσια; Για ποιο λόγο της φωνάζει και την προκαλεί;
«Εντάξει, καλή μου. Το πήρα το μήνυμα σου, το διάβασα, θα φύγω. Δε θέλω να σου γίνομαι βάρος, κι ας λες ότι είσαι φίλη μου. Κι αφού ζητάς και την κριτική μου, άρπα την κι αυτή: σταμάτα πια μαλακισμένη το πιοτό. Το πιοτό δεν είναι λύτρωση. δικαιολογία είναι. Αν πονάς, όσο λες -και θέλω να ξέρεις ότι δε σε πιστεύω- ζήσε τον πόνο σου με το μυαλό καθαρό, με το μέτωπο ψηλά, μ’ αξιοπρέπεια και άει παράτα μας. Αν με χρειαστείς ξέρεις που να με βρεις, αν και δεν είμαι καθόλου σίγουρη κατά πόσο θα είμαι εκεί.»
Είπε κι ελάλησε οργισμένη η Δανάη, σηκώθηκε, πήρε την τσάντα της κι έφυγε μ’ ορμή, βιαστικά, πριν να μετανιώσει. Άφησε τη Βασιλική εμβρόντητη ν’ ακολουθεί με τα μάτια τα βήματά της, να τη βλέπει να βγαίνει έξω και ν’ ακούει την εξώπορτα να κλείνει με πάταγο. Δεν το περίμενε αυτό. Από που της ήρθε; Πρέπει να τρέξει, να την προλάβει, ν’ απολογηθεί, να ζητήσει τη συγχώρεσή της. Πρέπει! Αλλά, δε θα το κάνει. Το εγώ της δε θα την αφήσει. Τώρα είσαι απόλυτα μόνη, όπως ακριβώς ήθελες, λέει στον εαυτό της και προσπαθεί να χαμογελάσει. Δεν της βγαίνει όμως. Μόνο ένα σκοτάδι αποπνικτικό, απόλυτο, και κοφτές ανάσες, βασανιστικές, προβάλλουν από μέσα της και την τυλίγουν ολόκληρη. Είμαι κακός άνθρωπος, τελικά; αναρωτιέται φωναχτά.
Σηκώνεται βαριεστημένα απ’ την πολυθρόνα και πηγαίνει, σαν το ερείπιο μιας ξάγρυπνης νύχτας που είναι, στον καθρέφτη. Παρατηρεί το είδωλό της. Είμαι κακός άνθρωπος; μοιάζει να τον ρωτάει.
Τα μάτια φωνάζουν τις απορίες τους, κι η σιωπή τις απαντά μία-μία και με τη σειρά.
Δημοσίευση σχολίου