Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2008

Η Πόρνη της Τσιανγκ Μάι

Με ρώτησε κάποια φορά, καθώς καθόμασταν στη βεράντα της -μια νύχτα ολοφέγγαρη και φωτεινή- και πίναμε καλό κόκκινο κρασί, αν υπήρξε ποτέ στη ζωή μου άλλη γυναίκα που να με κατάλαβε, που να με διάβασε τόσο καλά όσο η ίδια. Ναι, της αποκρίθηκα και πήρα να της διηγούμαι την ακόλουθη ιστορία:

«...Την Πιν, στις αρχές, απλά την παρακολουθούσα, προσεκτικά αλλά από απόσταση. Μοναχά εκείνη, για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο, ξεχώρισα ανάμεσα στις δεκάδες πόρνες που κυκλοφορούν στα μπαράκια και τα καραόκε, στους δρόμους και τα κλαμπς στην Τσιανγκ Μάι. Μου άρεσε ο τρόπος της, των ματιών της το παιχνίδισμα, το προκλητικά ιδιόρρυθμο στιλ της. Δεν το έπαιζε παρθένα κι ερωτευμένη. Όταν έβαζε κάποιον άντρα στόχο έμπαινε κατ’ ευθείαν στο ψητό, χωρίς ψευτοντροπαλοσύνες και υπεκφυγές, δεν προσπαθούσε να πουλήσει στους ξένους αγάπη και φροντίδα και τα λοιπά τραγικά. Ήταν πόρνη, και έμοιαζε περήφανα να το φωνάζει, να το διαλαλεί. Όπως και νάχει, μια από εκείνες τις πολύ σπάνιες βραδιές που παραδόξως δε βρήκε γκόμενο, ήρθε κουνιστή και λυγιστή εκεί που καθόμουνα στο μπαρ, άραξε δίπλα μου και μου παράγγειλε μια μπύρα Τσιανγκ. Αρνήθηκα! Ήθελα Λίο! Αλλά, δεν αυτό το θέμα. Το θέμα είναι ότι ήταν η πρώτη και μοναδική φορά που είδα κάποια ντόπια, πόρνη ή μη, να κερνά ποτό σε κάποιον άγνωστο, που δεν ήταν γκόμενος, άντρας ή πιθανός στόχος της. Με κέρασε Λίο.
Ευχαριστώ για τη μπύρα, αλλά δεν είμαι διαθέσιμος, της είπα.
Το ξέρω, απάντησε και μου χαμογέλασε σχεδόν ειρωνικά. Και καλά να μου κάνει, δηλαδή, αφού της είπα κάτι που ήδη γνώριζε.
Μιλήσαμε για αρκετή ώρα, ήπιαμε τα ποτά μας, γελάσαμε με τους ξένους που την πατάνε άγρια με κάποια γυναίκα που τους προκύπτει άντρας, παίξαμε και τα μπιλιάρδα μας. Απίστευτα φιλικά και ήσυχα όλ’ αυτά, σε μια μπυραρία που σύντομα θα κατέβαζε τα ρολά της . Στις τέσσερις το πρωί χώρισαν οι δρόμοι μας.
Το επόμενο βράδυ τη βλέπω να καταφθάνει και πάλι εκεί κατά τα μεσάνυχτα, να θρονιάζεται δίπλα μου και να με φιλά στο μάγουλο.
Δε βρήκες ούτ’ απόψε γκόμενο; τη ρώτησα πειραχτικά.
Θα βρω! απάντησε μ’ αυτοπεποίθηση.
Επέτρεψέ μου να σε βοηθήσω.
Έτσι αρχίσαμε, οι δυο μας παρέα, να εξετάζουμε προσεκτικά με τη σειρά όλους τους υποψηφίους στόχους και να ξεσκαρτάρουμε. Ο ένας σε δύο ώρες είχε πιει μόνο μια μπύρα και κοιτούσε συνεχώς το ρολόι του, άρα δεν έκανε. Ο άλλος ήταν πενηντάρης, που ήθελε να δείχνει πιο νέος, αλλά τελείως ανασφαλής. Ήτανε κι ένας γλυκούλης γάλλος, αλλά μου είπε ότι δεν της άρεσε να παριστάνει τη μαμά. Μ’ αυτά κι αυτά, και ύστερα από αρκετή ώρα, καταλήξαμε σ’ έναν αγγλοθρεμμένο ιταλό, που τηρούσε όλες τις εργοστασιακές προδιαγραφές: είχε άφθονο χρήμα, θα έμενε στην πόλη για πολλή καιρό -όπως μου είπε καθώς παίζαμε μπιλιάρδο- ενώ ένιωθε κι έντονη την ανάγκη για μια γυναικεία συντροφιά.
Αυτός είναι ό,τι πρέπει, της ψιθύρισα, καθώς καθόμουν δίπλα της. Τον παρατήρησε για λίγη ώρα, όπως καθόταν στην απέναντι γωνία, (του άρεσε το Σάνγκσομ -ντόπιο ρούμι- και το μπιλιάρδο, και μισούσε να χάνει – ο παιχταράς), τον μέτρησε με το βλέμμα, αποφάσισε τι στρατηγική θ’ ακολουθούσε, και πολύ σύντομα θα του την έπεφτε προτού ο ίδιος καλά-καλά προλάβει να καταλάβει από που του ήρθε.
Μισή ώρα αργότερα, κι αφού η Πιν, που ήταν και πρώτη στέκα, καθάρισε εν ριπή οφθαλμού το μισό πίνακα με τα ονόματα εκείνων που περίμεναν να παίξουν, βρέθηκε να τον αντιμετωπίζει.
Άφησέ τον να κερδίσει, της ψιθύρισα στ’ αυτί περνώντας από δίπλα της, κατευθυνόμενος προς της αγίας μπύρας το αποθετήριο.
Και το έκανε. Για να ακριβολογώ, έπαιξε με τόσο επαγγελματικό τρόπο, που έκανε τον άλλο, το χάνο, να νιώθει μάγκας. Για κάθε μπάλα που έβαζε η ίδια, του έστηνε μία για να βάλει εκείνος, ενώ κάποιες φορές έριχνε και τη λευκή, με τρόπο που φάνταζε καθαρά ατυχής, σε κάποια τσέπη.
Τον άφησε, λοιπόν, να κερδίσει και να το καταχαρεί, και δίνοντάς του το χέρι για να τον συγχαρεί, του είπε όταν τελειώσει με το μπιλιάρδο να έρθει να καθίσει εκεί, μαζί μας. Ερχόμενη προς το μέρος μου μού έκλεισε το μάτι. Όσο για κείνον, με τα μυαλά του πια να πετάνε στα σύννεφα, έχασε το αμέσως επόμενο παιχνίδι και κόπιασε στη γωνιά μας. Η Πιν, το πονηρό θηλυκό, η κατεργάρα γυναίκα (ποιητική αδεία), τον κέρασε αμέσως ένα Σάνγκσομ και το νερό μπήκε στ’ αυλάκι.
Εγώ, στην αρχή συμμετείχα στη συζήτησή τους, αλλά ύστερα από λίγη ώρα άρχισα να απομακρύνομαι διακριτικά. Πήγα και κάθισα δίπλα σ’ ένα παλιό γνώριμο, τον Τζον τον τρελοϊρλανδό, που ήταν παντρεμένος με ντόπια και ζούσε εκεί εδώ και δέκα χρόνια, κι αρχίσαμε να μιλάμε περί ανέμων και υδάτων. Παρ’ όλ’ αυτά δεν έχανα ούτε σκηνή απ’ την παράσταση που παιζόταν απέναντί μου. Μετά από καμπόσες μπύρες και δυο-τρία σφηνάκια Λάο Κάο, είδα την Πιν να με πλησιάζει μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη και μια φλόγα στο βλέμμα..
You and me, same same, μου είπε.
Τη ρώτησα: Γιατί το λες αυτό;
I fuck with people’s bodies, you fuck with their brains! απάντησε, αφήνοντάς με σύξυλο.
Σε λίγο τη είδα να φεύγει κουνώντας το κορμί της επιδεικτικά, έχοντας τον γκόμενο αγκαλιά. Μέχρι την τελευταία ημέρα που ήμουν εκεί, ήταν ακόμη μαζί.
Είχε δίκιο η κοπέλα, απόλυτο δίκιο. Με διάβασε σαν ανοικτό κακογραμμένο βιβλίο. Αυτό στ’ αλήθεια κάνω: παίζω με τα μυαλά των ανθρώπων. Επαγγελματική διαστροφή; Δεν ξέρω!»
Δημοσίευση σχολίου