Κυριακή, 22 Ιουνίου 2008

Τσίντα - Μια αληθινή Ιστορία.

Τ’ όνομά της είναι Τσίντα και μόλις έχει κλείσει τα δεκάξι της χρόνια. Παράτησε -ή, μάλλον αναγκάστηκε να παρατήσει, όπως συνήθως γίνετ’ εδώ- το σχολείο δυο χρόνια πριν για να έρθει στην άγνωστη μικρή πόλη να δουλέψει, για να στηρίξει οικονομικά την πολυμελή οικογένειά της. Μια οικογένεια που ζούσε, κι ακόμη ζει, στην απόλυτη ένδεια σ’ ένα μικρό χωριό της φυλής των Λισού στη βόρεια Ταϊλάνδη. Ο πατέρας της έμεινε παράλυτος από τη μέση και κάτω, έπειτα από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, κι έτσι έπεσε ο σκληρός ο κλήρος στη μεγαλύτερη κόρη να βγει για κολύμπι στα βαθιά νερά της ζωής, κι ας μην το ήθελε. Άλλα ήθελε αυτή. να τελειώσει το σχολείο, να σπουδάσει, να βγει κάτω από διαφορετικές συνθήκες στον κόσμο εκεί έξω και να τον κατακτήσει. Αλλά, όλα τα όνειρά της γκρεμίστηκαν κάποιο κρύο χειμωνιάτικο και σκοτεινό βράδυ, σ’ ένα δρόμο αγροτικό, όταν κάποιος μεθυσμένος οδηγός παρέσυρε με το φορτηγάκι του και σακάτεψε τον κύρη της. Έτσι, ήρθε στο Πάι για ν’ αναζητήσει την τύχη της, για να κρατήσει την οικογένειά της ζωντανή.
Η πόλη αυτή δεν είναι μεγάλη και ανθρωποφάγος, μικρή – πολύ μικρή είναι, αλλά αργεί να συνηθίσει στη ζωή εδώ που είναι τόσο διαφορετική απ’ το χωριό της. Στην αρχή λίγο τρομάζει. Την τρομάζει το άγνωστο του τόπου, οι άνθρωποι που είναι τόσο διαφορετικοί, η μεγάλη της άγνοια, η αδυναμία της να μιλήσει τη γλώσσα των ξένων, των τουριστών που πλημμυρίζουν το μέρος, χωρίς η ίδια να μπορεί να καταλάβει το γιατί. Ωστόσο, έχει πείσμα και υπομονή, κι ανάγκη μεγάλη, πρέπει να τα καταφέρει. Έτσι, δεν αργεί να βρει δουλειά σ’ ένα ξενώνα και ν’ αρχίσει σιγά-σιγά, ώρα την ώρα, λέξη τη λέξη, να μαθαίνει εκείνη την άγνωστη και παράξενη γλώσσα, τα αγγλικά. Ο μισθός που της δίνουν είναι χαμηλός, όλοι χαμηλοί είναι, οι ώρες εργασίας ατέλειωτες, ωστόσο τα λεφτά είναι αρκετά για να συντηρήσουν την οικογένειά της. Δουλεύει απ’ την αυγή έως αργά το βράδυ, εφτά μέρες τη βδομάδα, τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες το χρόνο, μα καθόλου δεν παραπονιέται, δεν βαρυγκωμεί, αφού δεν έχει κι άλλη επιλογή. Δεν παίρνει άδεια ποτέ, δεν αρρωστά, δεν ξεκουράζεται, κι όμως πάντα χαμογελά. Κι ο καιρός περνά.
Σ’ ένα χρόνο καταφέρνει και γίνεται μόνιμη κι αναντικατάστατη στη δουλειά της, την οποία αρχίζει σιγά-σιγά να αγαπά κιόλας, αφού αν και ο μισθός της -που αυξήθηκε κάπως- εξακολουθεί να είναι χαμηλός, της προσφέρει πολλά, της προσφέρει γνώσεις. Κάνει όλες τις δουλειές -φτιάχνει πρόγευμα, καθαρίζει τα δωμάτια, φροντίζει τα δέντρα, ταΐζει ακόμη και τα σκυλιά- και κάθε μέρα που περνά μαθαίνει και κάτι καινούριο. Η επαφή με ετούτα τα εξωτικά ξανθά φρούτα, τους ξένους, είναι το μεγάλο της σχολείο. Στην αρχή την τρομοκρατούν οι βρώμικοι γέροι, τα περιφερόμενα κουφάρια, με τις ανήθικες προτάσεις τους, αλλά στο πέρασμα του χρόνου μπαίνει για τα καλά στο πετσί του ρόλου της κι αρχίζει να τους αντιμετωπίζει όπως πρέπει, με στοργή και κατανόηση -χωρίς να τους προσβάλλει ποτέ- σα μεγάλα παιδιά. Τα αγγλικά της βελτιώνονται συνεχώς και σε λίγους μήνες τα μιλάει καλύτερα απ’ την αφεντικίνα της, που είναι είκοσι χρόνια στο επάγγελμα.
Πολλές φορές η κούραση κάπου την καταβάλλει -είναι φανερό αυτό και δε θα μπορούσε, άλλωστε, να γίνει κι αλλιώς- ωστόσο το χαμόγελο δεν εγκαταλείπει ποτέ τα χείλη της. Κι αν τη ρωτήσεις γιατί επιμένει να δουλεύει τόσο πολύ θα σου πει: Η οικογένειά μου είναι πολύ φτωχή. Αλλά, αν σε συμπαθήσει κάπως, αν καταλάβει ότι είσαι κάποιος που ξέρει να ακούει δίχως να ζητά ανταλλάγματα, ίσως τότε σου εξομολογηθεί το πιο γλυκό της μυστικό. Ίσως σου πει ότι, να, τους τελευταίους μήνες άρχισε σιγά-σιγά να φυλάει κάποια λεφτά, και όταν θα είναι αρκετά θα μισοπαρατήσει τη δουλειά, ή θα βρει κάποια άλλη που δε θα απαιτεί τόσες πολλές ώρες και θα επιστρέψει στο σχολείο για να το τελειώσει. Κι ύστερα, αν όλα πάνε καλά, κι αν η μοίρα δεν της χτυπήσει την πόρτα με μία ακόμη αναποδιά, ποιος ξέρει, ίσως και να δημιουργήσει κάτι δικό της, μια μικρή επιχείρηση. Αυτό είναι το μικρό, το πολύ μεγάλο της όνειρο.
Τ’ όνομά της είναι Τσίντα και είναι μόλις δεκάξι χρόνων. Δουλεύει δεκαπέντε ώρες την ημέρα, τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες το χρόνο, σέρνεται απ’ την κούραση και χαμογελά, κι ατενίζει το μέλλον με μια γλυκόπικρη αισιοδοξία.
Δημοσίευση σχολίου