Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 21

Κάλλιο να την τρόμαζαν οι θόρυβοι όσο η σιωπή! Όχι πώς μιλά πολύ -λίγο μιλάει και μόνο αν υπάρχει λόγος- αλλά να, τη μέσα της σιωπή, αυτή είναι που δεν αντέχει. Και όταν είναι μόνη, όπως ετούτη τη στιγμή, τότε είναι που πιο πιότερο την τυραννά. Θέλει να μιλήσει με κάποιον και κάποιον ν’ ακούσει, μια ξένη ανάσα να αφουγκραστεί και μια δική της να χαρίσει, αμέσως τώρα. Η Μαίρη απόψε δεν μπορεί να ’ρθει κοντά της, να σταθεί δίπλα της και να τη συντροφέψει, και τον Αντρέα -που έτσι κι αλλιώς κάνει τη βάρδια του στο προσκεφάλι του παιδιού τους- σίγουρα δεν τον περιμένει. Ω, μακάρι να ήταν τα πράγματα αλλιώς. Μακάρι να ήταν κι ή ίδια αλλιώς. Μακάρι να ήταν όπως τόσοι άλλοι άνθρωποι. εξωστρεφής, κενή, κοινωνική. Αλλά, δεν είναι. Ένα απλό κορίτσι είναι που μόνο στα χρόνια μεγάλωσε, που στα της ζωής είναι ανώριμη και μοναδικά αδαής. Αν μόνο...
Ακούει κάποιον να χτυπάει το κουδούνι. Ποιος να ’ναι τέτοια ώρα, άραγε; Λες η Μαίρη να ανέβαλε εκείνο που είχε να κάνει και ν’ αποφάσισε να την επισκεφθεί; Αλλά, μάλλον όχι, δε σήκωνε αναβολή η δουλειά της τής είπε. Τότε, ποιος; Σηκώνεται σχεδόν βαριεστημένα απ’ το χαλί και κατευθύνεται προς την πόρτα. Κοιτάει απ’ το ματάκι. Ο Γιώργος! Μα τι γυρεύει αυτός εδώ; Ανοίγει την πόρτα δισταχτικά, με την απορία βαθιά ζωγραφισμένη στα μάτια και το πρόσωπό της.
«Καλώς σε βρήκαμε, κυρά Αναστασία!» της λέει εκείνος με που την αντικρίζει.
«Με βρήκατε;»
Παραμερίζει αμέσως ο Γιώργος και από πίσω του ξεπροβάλλει ένα κορίτσι-γυναίκα παράξενα ντυμένο και όμορφο πολύ.
«Η Ελένη μου!» Τη συστήνει. «Και η Αναστασία του,» προσθέτει πειραχτικά.
Τους κοιτάει αμίλητη, σχεδόν με απάθεια, εκείνη. Δεν ξέρει τι να πει και τι να σκεφτεί. Ακόμη κι ο χρόνος μοιάζει παγωμένος, ακινητοποιημένος.
«Έι, δε θα μας πεις να περάσουμε μέσα; Εδώ στην πόρτα θα στεκόμαστε όλη νύχτα και θα κοιτάμε ο ένας τον άλλο, Αναστασία;»
«Ω, συγγνώμη Γιώργο. Συγγνώμη. Καλωσορίσατε στο σπίτι μου. Ελάτε...»
Ένα αμήχανο χαμόγελο παίρνει μορφή στο πρόσωπό της, προδίδοντας ακόμη πιο πολύ τη σύγχυση που πλημμυρίζει το μέσα της. Ο Γιώργος ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που περίμενε να δει εκεί. Ήταν ο καλύτερος φίλος του Αντρέα και σαν τέτοιος δεν έκανε να επισκέπτεται το άντρο του εχθρού, κι όμως νάτον!
Τους οδηγεί στο σαλόνι, τους δείχνει τον καναπέ για να καθίσουν οι δυο τους δίπλα-δίπλα, και προτού θρονιαστεί στην πολυθρόνα απέναντί τους, θυμάται και τους ρωτά τι θα ήθελαν να πιουν.
«Κάτι δυνατό!» απαντά ο Γιώργος.
«Κι εγώ το ίδιο!» ακούγεται σαν ηχώ η Ελένη.
Κάτι δυνατό. Αν δεν την απατά η μνήμη της στον Γιώργο αρέσει το ούζο ή το τσίπουρο. Δεν είναι σίγουρη. Αλλά, από την άλλη δε μοιάζει από εκείνους τους τύπους που θα αρνιούνταν είτε το ένα είτε το άλλο. Ούζο, λοιπόν. Τους γέμισε δυο ποτήρια μέχρι πάνω, μαζί με πάγο, και ύστερα άνοιξε το ψυγείο για να δει τι θα μπορούσε να τους φιλέψει για να ξεπλύνουν το ποτό. Όχι και πολλά πράγματα, αλλά και τα λίγα καλά είναι. Όταν επιτέλους τελειώνει με τα καθήκοντά της, της καλής νοικοκυράς, κάθισε κι αυτή στο σαλόνι μαζί τους χωρίς να μιλά. Ασυνήθιστο πολύ της φαντάζει το σκηνικό. Σαν ένα έργο θεατρικό, άσχημα σκηνοθετημένο. Λες και κάποιος τους έδεσε χεροπόδαρα εκεί και τους απαγόρευσε να μιλάνε ο ένας στον άλλο.
Ωστόσο, μιλούσαν. Μιλούσαν με τα μάτια. Ρωτούσε η Αναστασία σιωπηλά, απαντούσε ο Γιώργος δίχως ήχο, συγκατάνευε η Ελένη μ’ ένα βλέμμα. Στο τέλος ξέσπασαν στα γέλια, που δεν κράτησαν όμως και πολύ. Πρώτος μίλησε ο Γιώργος.
«Όχι, δεν το ξέρει ο Αντρέας ότι είμαστε εδώ. Αν το ήξερε θ’ άρχιζε τη μουρμούρα και τις αντιρρήσεις του και θα του τάιζα καμιά φάπα. Δική μου ήταν η απόφαση να ’ρθω εδώ, και συμφώνησε κι ετούτη η μορφονιά,» είπε κοιτώντας στοργικά την Ελένη.
«Κι ήρθες για να κάνεις τι;» ρώτησε κάπως απότομα και δεικτικά η Αναστασία.
«Να δω τι κάνεις. Πώς τα βγάζεις πέρα. Πόσο καλά κρατάς. Να σε ρωτήσω, με τρόπο φυσικά (της έκλεισε το μάτι), αν χρειάζεσαι κάποια βοήθεια και τα λοιπά τραγικά.»
«Κι ο Αντρέας δεν έχει καμιά ιδέα γι’ αυτό;»
«Καμιά απολύτως.»
«Ε, τότε γιατί;»
«Τι γιατί, ρε Αναστασία; Τόσα χρόνια σε ξέρω. Τόσα χρόνια είναι φίλος μου ο Αντρέας. Σας νοιάζομαι. Τι άλλο χρειάζεται να πω, δηλαδή;»
«Είσαι φίλος δικός του, Γιώργο, όχι δικός μου. Έτσι μη με παρεξηγείς για τη στάση μου. Είσαι το τελευταίο πλάσμα στη γη που περίμενα να δω να περνά την πόρτα του σπιτιού μου, όσο η κατάσταση έχει όπως έχει.»
«Δε σε παρεξηγώ. Σε καταλαβαίνω. Ίσως κι εγώ αν ήμουνα στη θέση σου με τον ίδιο ακριβώς τρόπο να σκεφτόμουν. Έτσι κι αλλιώς, δε με ξέρεις καλά. Με γνώρισες λίγο προτού γίνει το κακό κι ύστερα για εφτά χρόνια ήμουνα χαμένος. Καταλαβαίνω τους δισταγμούς σου. Καταλαβαίνω τις απορίες σου. Κι αν θες να φύγω, απλά πες το μου και θα σηκωθώ τώρα αμέσως και θα φύγω...»
«Όχι! Δε θέλω να φύγεις, Γιώργο. Θέλω να μείνεις. Τώρα είσαι, μόλις έγινες, ο μόνος σύνδεσμος μεταξύ του χθες και του σήμερά μου. μεταξύ εμένα κι εκείνου. Δε θέλω να φύγεις. Συγγνώμη. Συγγνώμη για τη στάση μου. Τα έχω λίγο χαμένα...»
«Μην απολογείσαι, Αναστασία. Περνάς δύσκολες ώρες. Πολλοί άλλοι στη θέση σου θα τα παρατούσαν, θα λύγιζαν, θα έσπαγαν, αλλά εσύ όχι. σε ξέρω, σε διαβάζω, βλέπω το μέσα σου. Είσαι φτιαγμένη από γερό κράμα, πονεμένη αλλά αποφασισμένη. Είμαι σίγουρη ότι εσύ, με το πείσμα σου και μόνο, μπορείς να σώσεις την κατάσταση, να...»
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την κουβέντα της η Ελένη και ξαφνικά είδε τη γυναίκα απέναντί της να βουρκώνει. Σηκώθηκε. Την πλησίασε. Γονάτισε και την πήρε στην αγκαλιά της.
«Κλάψε!» της ψιθύρισε. «Κλάψε. Και να κλαις όσο πιο πολύ μπορείς. Για ν’ αφήνεις μέσα σου χώρο για την αγάπη, για ν’ ανανεώνεις τις πηγές της δύναμής σου»
Τι της έλεγε τώρα ετούτη η μουρλή; Ωραία, όμως, που της τα έλεγε! Σαν τη Μαίρη, σαν την αδελφή της, ακουγόταν. Πώς στο διάολο, όμως, κατάφερε και διαπέρασε τις ασπίδες των ματιών της τόσο γρήγορα; Πώς στην ευχή κατάλαβε ποια ήταν με τόση ευκολία; Τόσο ανοικτό βιβλίο είναι πια για τους άλλους;
Έμειναν για ώρα πολλή εκεί, ζεστά σφικταγκαλιασμένες. Οι μόνοι θόρυβοι που έκλεβαν στιγμές απ’ τη σιωπή ήταν οι ανάσες τους και ο ήχος του ούζου, που ανέβαινε σταγόνα τη σταγόνα στα χείλη του Γιώργου, που κατέβαινε γουλιά τη γουλιά μέσα του. Η Ελένη, με τη διορατικότητα, τα λόγια και τις πράξεις της, έμοιαζε να έχει καταφέρει, από τη μια στιγμή στην άλλη, να δαμάσει μια καταιγίδα, προτού καλά-καλά αρχίσει, να επιβάλει τη νηνεμία εκεί που προμηνυόταν χαλασμός. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο του άρεσε τόσο πολύ αυτή η γυναίκα, γι’ αυτό την αγαπούσε. επειδή μπορούσε μέσα από το τίποτα να δημιουργήσει μαγεία!
Σιγά-σιγά οι βαριές ανάσες της Αναστασίας έγιναν ανάλαφρες, τα μάτια σύντομα στράγγιξαν και έλαμψαν. Ξεγλίστρησε απαλά απ’ την αγκαλιά της άλλης γυναίκας και πήγε να της πει ευχαριστώ, αλλά δεν πρόλαβε. Με τα δάχτυλα του δεξιού της χεριού της έφραξε εκείνη απαλά τα χείλη και ύστερα πήρε να της φτιάχνει με επιδέξιες κινήσεις τα μαλλιά. Να τα σπρώχνει προς τα πίσω, ν’ αναδεικνύει την αναλλοίωτη ομορφιά του προσώπου και των ματιών της. Σαν τέλειωσε την κοίταξε μ’ ένα βλέμμα εκτυφλωτικό, λες για πρώτη φορά, και της είπε:
«Θέλω να σε ζωγραφίσω. Έχεις τα πιο θαλασσιά μάτια που είδα ποτέ!» και χαμογέλασε.
Ο κόσμος της Αναστασίας για μια στιγμή φωτίστηκε από μια, για καιρό πολλή ξεχασμένη στα βάθη του χρόνου, λάμψη.
Δημοσίευση σχολίου