Σάββατο, 14 Ιουνίου 2008

12 Ιουνίου 2008. Πρωί...

Αγαπητέ Κανένα,
Το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής έχει αρχίσει. Σου γράφω από το αεροδρόμιο της Τσιανγκ Μάι σ’ ένα από τα μαγαζιά του οποίου – σε μια καφετέρια για να ’μαι πιο συγκεκριμένος – υπάρχει ένας καταρράκτης. Αν είναι δυνατόν! Αλλά, δεν είναι αυτό το πιο απίστευτο. Το απίστευτο είναι ότι οι τιμές είναι οι ίδιες με την πόλη, δηλαδή πολύ χαμηλές.
Τώρα, αφήνοντας πίσω το παρόν θέλω να επιστρέψω στο άμεσο παρελθόν. Σήμερα έβαλα τα ξυπνητήρια για τις εννιά το πρωί και ξύπνησα στις πέντε. Κι εγώ, ο αισιόδοξος, που χαιρόμουνα πώς θα ταξίδευα για μια φορά ξεκούραστος, έμεινα χάσκοντας. Όχι ακριβώς χάσκοντας δηλαδή, αλλά κάτι σα χάσκοντας. Αδύναμος και λίγος άκεφος καθώς ήμουνα δεν είχα όρεξη για να κάνω κάτι ουσιαστικό έτσι τόριξα στα μπλογκς και στο Facebook. Διάβασα και έπαιξα όσο μπορούσα κι η ώρα γρήγορα πέρασε.
Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σε νυσταγμένη αναμονή. Και θα βρεθώ σ’ αυτή τη θέση τρεις ακόμη φορές αφού μόλις χθες το βράδυ αντιλήφθηκα ότι θα περάσω κι απ’ το αεροδρόμιο του Ντουμπάι, οπότε καταντά πλέον σιδηρόδρομος αυτή η διαδρομή: Τσιανγκ Μάι – Μπανγκόκ – Μπαχρέιν – Ντουμπάι – Λάρνακα – Λευκωσία. Είκοσι τρεις ώρες συνολικά υπολογίζω να διαρκέσει το ταξίδι, εκτός κι αν χάσω την τρίτη πτήση και ξεμείνω στο Μπαχρέιν (σημείωση: δυστυχώς δεν την έχασα).
Κατά τα άλλα, υγιαίνομε και ανυπομονούμε να βρεθούμε και πάλι στην μπαμπά πατρίδα, με τους 35 βαθμούς θερμοκρασία (χαμηλή για την εποχή είν’ η αλήθεια) και το 80% υγρασία – να στάζει ιδρώτα ο γονιός και του παιδιού να μην του δίνει.
Αυτά! Λέμεν τα...

Υ.γ. Η συνέχεια ύπνου θέλοντος και χρόνου επιτρέποντος, αύριο...
Δημοσίευση σχολίου