Κυριακή, 8 Ιουνίου 2008

Το Δράμα της Μάρθας


Αφού λόγω της "ξηρασίας λέξεων" και της δόλιας της γρίπης δεν μπορώ να γράψω κάτι νέο, είπα ν' ανεβάσω μια παλιά ιστορία που είχα ξαναδουλέψει πρόσφατα. Διαβάστε, λοιπόν, για Το Δράμα της Μάρθας:


Έκλαιγε με λυγμούς, εδώ και μέρες, απαρηγόρητα, χωρίς σταματημό. Έκλαιγε μόνο. Δε μιλούσε, δε φώναζε, δεν μπορούσε να κάνει τίποτ’ άλλο. Έκλαιγε. Επειδή έχασε τον αγαπημένο της, τοn ένα και μοναδικό της αγαπημένο. Από την ημέρα που της πέθανε ο κόσμος της ολάκερος άρχισε σιγά-σιγά να γκρεμίζεται, η ζωή της, που άλλοτε ξεχείλιζε από χρώματα και μουσικές και χίλιες δυο ομορφιές, έχασε το νόημα, τη σημασία της. Στ’ αλήθεια δε χωρούσε στο φτωχό της το μυαλό, στην πονεμένη της ψυχή, η ιδέα αυτού που συνέβηκε. Γιατί πέθανε, ε; Γιατί; Πώς μπόρεσε και της το έκανε αυτό; Ω, ήταν άδικο, άδικο πολύ και κρίμα.
Προτού τον γνωρίσει ήταν αλύγιστα μόνη, αλλά συνήθιζε να λέει ξανά και ξανά σε φίλους, γνωστούς και συγγενείς, ότι χρειαζόταν κάποιον για να αγαπήσει. Ναι, χρειαζόταν κάποιον γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, και το επαναλάμβανε μονότονα, σαν εκείνο το παλιό αγαπημένο τραγούδι των Queen: I need somebody to love. I need somebody to love. Somebody, somebody, somebody to love…
Κι επιτέλους, κάλλιο αργά παρά ποτέ, τον βρήκε, κι από τότε η ζωή της απέκτησε παραδείσια ομορφιά, η ύπαρξή της ουσία. Εκείνος ήταν ό,τι ακριβώς ζητούσε: τρυφερός, παιχνιδιάρης, γλυκύτατος, συμπονετικός, πάντα πρόθυμος να την ακούσει και να της συμπαρασταθεί στο καθετί. Με μια λέξη ήταν τέλειος, ο Τζόνι της. Τέλειος! Από την ημέρα που βρέθηκε κοντά της, στο πλάι της, από τη στιγμή που ήρθε για να γεμίσει όλα τα μεγάλα κενά της ζωής της, ήταν πάντα με το χαμόγελο στα χείλη η Μάρθα. Η παρουσία του και μόνο την έκανε να νιώθει θεσπέσια, σα μια πριγκίπισσα σ’ ένα απερίγραπτο βασίλειο της φαντασίας, σαν κάποια που τα είχε στ’ αλήθεια όλα, μα το πιο σημαντικό: Somebody, somebody, somebody to love…
Έζησαν πολλά μαζί οι δυο τους, αμέτρητες στιγμές γαλήνης και ομορφιάς και άδολης αληθινής αγάπης. Η Μάρθα πίστευε βαθιά μέσα της ότι τίποτα και κανείς δε θα μπορούσε ποτέ να τους χωρίσει, πώς ήταν φτιαγμένος ο ένας για τον άλλο. Απ’ τη στιγμή που είχε τον καλό της, τον Τζόνι, στο πλευρό της ήταν απόλυτα σίγουρη ότι ο πόνος και το δάκρυ δε θα επισκέπτονταν ξανά τον κόσμο της.
Κάποιες φορές τα βράδια, ενώ εκείνος κοιμόταν, η Μάρθα παρέμενε ξύπνια για ώρα πολλή και τον παρατηρούσε, μ’ εκείνα τα μεγάλα, τα γεμάτα θαυμασμό μάτια της. Έμοιαζε τόσο μικρός, τόσο ευάλωτος, τόσο όμορφος, σαν ένα παιδί, το παιδί της. Αλλά, δεν ήταν παιδί, ήταν ο αγαπημένος της, η προίκα κι η περιουσία της, ένα πλάσμα του ονείρου, με σάρκα όμως, και οστά. Γι’ αυτό και ένιωσε τον κόσμο να φεύγει κάτω από τα πόδια της όταν, έτσι στα ξαφνικά, της πέθανε. Ναι, αρρώστησε και της πέθανε από τη μια στιγμή στην άλλη, προτού καλά-καλά προλάβει να ζήσει.
Στην κηδεία του πήγαν λίγοι, μέλη της οικογένειας και λιγοστοί φίλοι, λες και για κανέναν άλλο δεν είχε σημασία η ζωή κι ο θάνατός του. Η Μάρθα σε ολόκληρη τη διάρκεια της σύντομης τελετής έκλαιγε ασταμάτητα, με αναφιλητά, χωρίς να νοιάζεται τι θα πουν οι άλλοι για κείνη. Έχασε τον αγαπημένο. Ασήκωτο ήταν το φορτίο του πόνου της. Πώς να το αντέξει;
I need somebody to love. I need somebody to love. Somebody, somebody, somebody to love… Άρχισε και πάλι το γνωστό τροπάρι, αλλά που θα έβρισκε ξανά κάποιον σαν κι εκείνον, κάποιον που θα την αγαπούσε ακριβώς γι’ αυτό που ήταν; Δύσκολο πολύ, αν όχι ακατόρθωτο, να συμβεί κάτι τέτοιο δεύτερη φορά.
Σιγά-σιγά πήρε να τρελαίνει τους γύρω της με το μονότονό της θρήνο, με τον πόνο, το δάκρυ και την απόγνωση, που ήταν μόνιμα ζωγραφισμένα στα απαλά χαρακτηριστικά του προσώπου της. Ως πότε; Ως πότε θα συνεχίσει να μένει δεμένη στο άρμα του χθες; Και πότε θα μπορέσει να καταλάβει, επιτέλους, ότι η ζωή δεν αρχίζει και δεν τελειώνει σ’ ένα άτομο; Και πότε θα επιστρέψει το χαμόγελο στο πρόσωπό της; Αυτά αναρωτιόνταν, συζητώντας αργά κάθε βράδυ ψιθυριστά οι γονείς της, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή σύντομα ο χρόνος, θα επούλωνε και τις δικές της τις πληγές. Αλλά οι ελπίδες, κάθε ώρα και στιγμή που περνούσε, φαίνονταν να λιγοστεύουν, καθώς η καημένη η Μάρθα, το αγαπημένο τους παιδί, έμοιαζε να καταρρέει. Μία μονάχα λύση υπήρχε, κατέληξαν, να βρει κάποιον άλλο ν’ αγαπήσει. Έτσι, αφού το πήραν επιτέλους απόφαση, ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος να διαβούν, η απελπισμένη και στα όρια νευρικού κλονισμού μάνα, έσπευσε στο δωμάτιό της για να της πει τα καλά νέα. Ωστόσο, όταν την είδε να κλαίει σπαρακτικά και να μην μπορεί ν’ ακούσει αυτά που πήγε να της πει, δεν άντεξε, έβαλε τις φωνές, ξέσπασε: Μάρθα, άκουσέ με. Άκουσέ με, Μάρθα. Μάρθαααααααα, βγάλε επιτέλους τον σκασμό. Θα σου πάρουμε άλλο χάμστερ. Στο άκουσμα της ευχάριστης είδησης η μικρούλα σήκωσε το κλαμένο της το προσωπάκι από τα μαξιλάρια, σκούπισε στα μανίκια της τα δάκρυα και χάρισε στη μανούλα της το πιο γλυκό χαμόγελο. Ω, ναι, επιτέλους, θα είχε ξανά κάποιον για να αγαπά! Άρχισε να τραγουδά με την κελαρυστή φωνούλα της: I’ll have somebody to love. I’ll have somebody to love. Somebody, somebody, somebody to love…

Δημοσίευση σχολίου