Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2008

Ένα σημάδι στο δρόμο

Την έβλεπαν όλοι έτσι όπως ήταν, λυπημένη, σκυθρωπή, καταρρακωμένη, και τη συμπονούσαν με όλο της ψυχής τους το περίσσευμα. Την προηγούμενη μόλις ημέρα είχε χάσει τον άντρα της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, και τώρα στην κηδεία, στο στερνό του τον αποχαιρετισμό, έμοιαζε να τα ’χει τελείως χαμένα. Όχι, δεν έκλαιγε με λυγμούς, όπως συνήθως κάνουν οι χήρες, αλλά ούτε και κτυπιόταν φωνάζοντας το νεκρό να επιστρέψει πάλι πίσω κοντά της. Απλά, είχε υιοθετήσει μια στάση ψυχρής, θα έλεγε κανείς, αξιοπρέπειας. Κάθε τόσο κάποιο μικρό δάκρυ επιχειρούσε να βρει διέξοδο στους χλωμούς διαδρόμους του προσώπου της, αλλά στο τέλος πάντα κατάφερνε να το εμποδίσει, να το καταπιέσει. Ούτε καν ένα ξεφύσημα αναστεναγμού δεν άφησε να ξεφύγει απ’ τα πονεμένα της στήθια. Δημόσια, τουλάχιστον, θα αντιμετώπιζε τον πόνο της, το προσωπικό της δράμα, με περήφανη αξιοπρέπεια.
Η πιο καλή της φίλη, η κολλητή της από τότε που ήταν μικρές, κάποια με την οποία πέρασαν τα μύρια όσα μαζί, η Δήμητρα, την κοιτούσε και σιωπηλά μαράζωνε. Αχ, καλή μου, μονολογούσε από μέσα της, σε χτύπησε σκληρά πολύ, η μοίρα. Ναι, την ήξερε πολύ καλά τη Βάσω, διάβαζε την ψυχή της σαν ένα φανερό χαρτί στην τράπουλα της ζωής, μάντευε την κάθε της σκέψη, κι ας εκείνη υποστήριζε το αντίθετο: Δεν είμαι αυτή που νομίζεις, φιλενάδα, της έλεγε κάθε φορά που συναντιόνταν, αλλά αυτή αρνιόταν πεισματικά να την ακούσει. Και τώρα σκεφτόταν: Το καλό είναι ότι με το φευγιό του Αντρέα, ο θεός ας αναπάψει την ψυχή του, θα έρθουμε και πάλι κοντά, όπως παλιά, όπως τότε που δεν υπήρχαν άντρες μέσα στη μέση για να μας χωρίζουν.
Δεν ήξερε, δε ρώταγε; Η Βάσω είχε άλλα, δικά της σχέδια, για το μέλλον, και όσο κι αν της κόστισε ο χαμός του άντρα της, εκείνη ήταν αποφασισμένη να ξεκινήσει τη ζωή της από την αρχή, να φύγει για άλλους τόπους, να γνωρίσει άλλους ανθρώπους, να μάθει νέα, πιο συναρπαστικά κόλπα. Αυτές οι σκέψεις τριβέλιζαν το σκοτισμένο της μυαλό στη διάρκεια της κηδείας, και το πρόσωπό της, αν και την περισσότερη ώρα σκυθρωπό, για κάποιες φευγαλέες στιγμές έμοιαζε παράξενα να λάμπει.
Σαν τέλειωσε το τελετουργικό, όταν απέθεσαν το νεκρό κορμί στη γη και το κάλυψαν με τη μυρωδιά του φρεσκοσκαμμένου χώματος, φίλοι και γνωστοί, συγγενείς και άγνωστοι, την ακολούθησαν στο σπίτι για τον καφέ, τα ούζα και τα μεζεδάκια της παρηγοριάς. Τι να έκανε κι αυτή η καημένη; Θα υπέμενε κι ετούτο το μαρτύριο. Ως συνήθως όλοι, με τη σειρά, πήραν να την παρηγορούν. Της έλεγαν να έχει πίστη και κουράγιο, να βάλει τα δυνατά της και όλα θα πάνε καλά. Εκείνη τους άκουγε υπομονετικά, με σκυμμένο το κεφάλι, με χαμηλωμένο το βλέμμα, και τους ευχαριστούσε ψιθυριστά, σχεδόν άηχα, ραγισμένα.
Ύστερα από δυο-τρεις ώρες το σαλόνι του σπιτιού της πήρε να αδειάζει. Τελευταίοι έμειναν κάποιοι αργόσχολοι, από κείνους που περιμένουν να γίνει κάνας γάμος, καμιά κηδεία ή βάφτιση για να κλέψουν λίγες ανάσες ζωής, και η Δήμητρα, που δεν το έκανε το μεγαλείο της ψυχής της να φύγει και να εγκαταλείψει τη φιλενάδα της, στην πιο δύσκολή της ώρα. Αφού είδε κι απόειδε και λυτρωμό απ’ αυτούς δε βρήκε, η νια χήρα επικαλέστηκε ένα φοβερό πονοκέφαλο, μήπως μπορέσει και τους ξεφορτωθεί. Επιτέλους, έφεξε, έπιασαν το εμφανές υπονοούμενο και με αεροφιλήματα και λίγες τελευταίες κουβέντες παρηγοριάς, σηκώθηκαν και φύγαν. Μόνο η Δήμητρα παρέμεινε, η οποία πίστευε ακράδαντα ότι δεν είχε ακόμη φέρει σε πέρας το ιερό της καθήκον.
Όχου, μάνα μου, που μπλέξαμε! Ετούτη δω δε θα μου αδειάσει με τίποτα τη γωνιά, σκέφτονταν με σιωπηλή οργή, η Βάσω.
Πριν περάσει πολλή ώρα η φιλενάδα άρχισε να την πυροβολεί με ερωτήσεις σχετικά με τις τελευταίες στιγμές του μακαρίτη, ο οποίος χτυπήθηκε από ένα αυτοκίνητο σε κάποια διασταύρωση, για να εγκαταλειφθεί αιμόφυρτος στο δρόμο και να ξεψυχήσει καθ’ οδόν προς το νοσοκομείο.
Τον είδες, καλή μου, τον άντρα σου προτού ξεψυχήσει; Τον είδες; Πώς όταν;
Ήταν... Ήταν... Ήταν σαν ένα σημάδι στο δρόμο, απάντησε εκείνη, και μη μπορώντας άλλο πια να καταπιέζει μέσα της όλα εκείνα τα συναισθήματα, που για ώρες ατέλειωτες αμείλικτα την τυραννούσαν, έτρεξε στο υπνοδωμάτιό της, κλειδαμπάρωσε την πόρτα, ρίχτηκε μπρούμυτα, ακριβώς έτσι όπως ήταν ντυμένη, στο κρεβάτι κι άρχισε να γελά με την ψυχή της. Γελούσε τόσο πολύ, τόσο τρανταχτά, τόσο από καρδιάς, που ώρες-ώρες ένιωθε να της κόβεται η ανάσα.Η Δήμητρα, που με κάποια μικρή καθυστέρηση την ακολούθησε και βρήκε την πόρτα κλειστή, έστησε για λίγο αυτί απ’ έξω και την άκουσε, έλεγε μετά στους κοινούς τους γνωστούς, να κλαίει με λυγμούς, σπαρακτικά πολύ, τόσο πολύ που έμοιαζε να πνιγόταν!

υ.γ. παλιό και ξαναδουλεμένο
Δημοσίευση σχολίου