Τρίτη, 3 Ιουνίου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 19

«Καλά έκανες και πήγες, Αντρέα. Καλά έκανες. Το πρώτο βήμα. Κάλλιο αργά, παρά αργότερα...»
«Δεν είμαι και τόσο σίγουρος, Γιώργο. Δεν μπόρεσα να την κοιτάξω στα μάτια, λέξη δεν της είπα. Δείλιασα. Με έπνιξαν οι ενοχές με το που κάθισα δίπλα της.»
«Δεν είναι παράξενο αυτό που συνέβηκε. Παράξενο θα ήταν αν δε συνέβαινε, αφού εσύ ήσουνα ο ηλίθιος που τής έβαλε όρους και καθόρισε και τις βάρδιες...»
«Στ’ αλήθεια, ηλίθιος. Αλλά και τώρα έτσι νιώθω. Ηλίθιος επειδή πήγα. Ηλίθιος επειδή δεν το έκανα τόσο καιρό. Ηλίθιος για όσα έκανα. Ηλίθιος...»
«Θαρρώ πώς τώρα πια δε με χρειάζεσαι εμένα ρε Αντρέα, μια χαρά βρίζεις κι εσύ τον εαυτό σου!» είπε ο Γιώργος κι άρχισε να γελάει.
Ο Αντρέας προσπάθησε να τον μιμηθεί αλλά δεν τα πολυκατάφερε. Το μυαλό του ήταν αλλού. στο νοσοκομείο, στο παιδί του, σ’ εκείνη. Δυνατή πολύ τού φάνηκε, κι αποφασισμένη. Δε βούλιαξε σε κανένα βούρκο εκείνη, αλλά έγινε βράχος και στάθηκε ακλόνητη δίπλα απ’ τον Αλέξη. Μακάρι να μπορούσε να πει το ίδιο και για ετούτο τον άθλιο, τον κακομοίρη τον εαυτό του.
«Τα δύσκολα πέρασαν,» τον έβγαλε απ’ το συλλογισμό του ο Γιώργος, «από δω και πέρα όλα θα βρουν το δρόμο τους. Μην τα πολυσκαλίζεις τα πράγματα. Άσ’ τα μόνα τους και θα πάνε εκεί που πρέπει να πάνε.»
«Δεν είναι εύκολο.»
«Λες να μην το ξέρω. Αλλά μην το παίζεις πια και τόσο τραγικός βρε αδελφέ. Κι άλλοι πολλοί βρέθηκαν στη θέση σου ή πέρασαν και χειρότερα, μα δεν το έβαλαν κάτω, και τα κατάφεραν, επιβίωσαν. Πάψε να παριστάνεις ότι από στιγμή σε στιγμή θα ’ρθει το τέλος του κόσμου, γιατί αυτό θαρρώ πώς για την ώρα τουλάχιστον δε θα συμβεί.»
«Όποιος είναι έξω απ’ το χορό...»
«Άσε τους χορούς και τις μαλακίες ρε φίλε. Σταμάτα να τα ψειρίζεις όλα. Και μη μου λες εμένα ότι είμαι στην απέξω. Ξέρεις την ιστορία μου.»
«Ναι, την ξέρω. Αλλά εγώ δεν είμαι σαν και σένα, Γιώργο. Εγώ δεν μπορώ να ελέγξω τις ορμές μου, να τους βάλω φρένο, γι’ αυτό και...»
«Σάμπως και μπορώ εγώ! Μην ξεχνάς ότι σε μια στιγμή τρέλας σκότωσα ...»
«Ναι, ρε συ, σκότωσες. Είσαι φονιάς, αλλά είσαι άνθρωπος καλός, σωστός. Εγώ δε σκότωσα κανένα, όχι με τα χέρια μου, αλλά είμαι κάλπης, ψεύτικος από πάνω ως κάτω. Σκότωσα τον Αλέξη και την Αναστασία. Και τους δυο τους σκότωσα, κι ας ζούνε...»
«Κι η δουλειά σου τώρα είναι να τους αναστήσεις!»
«Λόγια... Λόγια... Στ’ αλήθεια τώρα, Γιώργο. τι σου συνέβηκε μέσα στη φυλακή κι άλλαξες τόσο. Σε τίποτα δε θυμίζεις πια τον άνθρωπο που κάποτε ήξερα. Παλιά ήσουνα φωνακλάς, καβγατζής, χωρατατζής... Τώρα, θαρρώ, μόνο το τελευταίο σου ’χει απομείνει. Μπήκες μέσα με οργή, βγήκες έξω με... γαλήνη. Θέλω να μάθω: Πώς έγινε αυτό;»
«Μεγάλη ιστορία, φίλε μου. Και τώρα βαριέμαι να τη διηγηθώ. Θα σου πω μόνο ότι γνώρισα ένα ανθρωπάκι καλό, ένα δασκαλάκο, που μου άλλαξε τη ζωή. Ανεβαίνει αύριο-μεθαύριο απ’ το νησί. Όταν τον γνωρίσεις, όταν σου πει την ιστορία του, τότε θα καταλάβεις τι εννοώ όταν μιλώ για τα χειρότερα.»
«Λες και... Αλλά, εντάξει, άσε, θα σταματήσω να το αναλύω. Για πες μου, θυμάσαι πού και πού τα παλιά ρε Γιώργο; Θυμάσαι πώς ήμασταν κάποτε; Θυμάσαι τις τσάρκες μας, τις πλάκες μας και τα μεθύσια μας; Θυμάσαι τα κορίτσια; Θυμάσαι πόσο ωραία και καλά περνούσαμε τότε;»
«Όλα τα θυμάμαι. Πώς να τα ξεχάσω; Όσο για τα κορίτσια, εκείνα που εννοείς, ακόμη έχω επαφή μαζί τους. Μαθαίνω νέα τους. Άλλα προκόψανε, κι άλλα δεν τα κατάφεραν, και παρέμειναν να γεράσουν στα Σπίτια.»
«Αλήθεια, τι απέγινε εκείνη η μικρή, η Ιωάννα; Τα κατάφερε; Βγήκε απ’ το βούρκο;»
«Αυτή, ποτέ δεν ήτανε στ’ αλήθεια μέσα στο βούρκο, Αντρέα. Απλά πέρασε για λίγο από κει βιαστικά, λερώθηκε στις λάσπες του, κι ύστερα ξεπλύθηκε. Η μικρή μεγάλωσε και πρόκοψε πολύ, όπως όλοι μας μαντεύαμε. Παντρεύτηκε σ’ ένα νησί, αρρώστησε βαριά, μα το ξεπέρασε, έγραψε κι ένα βιβλίο, είναι ευτυχισμένη. Το ίδιο και η κόρη της. Δεν ήταν πόρνη η Ιωάννα, αγία σε αναμονή ήταν!»
«Ξέρεις τι σκέφτομαι όλο και πιο συχνά τις τελευταίες ετούτες μέρες, Γιώργο; Ότι δεν έπρεπε να παντρευτώ, ούτε και να κάνω παιδί. πώς καλύτερα θα ήταν αν συνέχιζα να συχνάζω στα πορνεία. Ν’ αδειάζω εκεί τ’ απωθημένα μου, στις πόρνες, της μετρητοίς ή και στις άλλες τις κοκότες -της αψηλής, τάχα μου, κοινωνίας- τις καλές, επί πιστώσει... Ίσως έτσι να ήταν όλα πιο καλά. Ίσως να μη συνέβαινε το κακό!»
«Τα ίσως και τα αν είναι πολυτέλειες τώρα, Αντρέα. Το σήμερα μοναχά μετρά και λίγο το αύριο. Φρόντισε γι’ αυτά κι ό,τι προκύψει.»
«Κι ό,τι προκύψει...»
Δημοσίευση σχολίου