Κυριακή, 15 Ιουνίου 2008

Ο Ψαράς

Κάθε πρωί με την αυγή, παίρνει τη βαρκούλα του και βγαίνει, με γαλήνια τη μοναχική ψυχή, στα ανοικτά. Όχι, όχι για να ψαρέψει, αλλά και πάλι ίσως ναι, και γι’ αυτό. Ποτέ δεν ήταν στ’ αλήθεια ψαράς, ήταν ένας άνθρωπος της γης, αγρότης απ’ τα γεννοφάσκια του, αλλά από τότε που έχασε την κυρά του, εκείνη που τον συντρόφευε λες από πάντα, παράτησε μεμιάς και δίχως ενοχές τα κτήματα, κι άρχισε ν’ αγαπάει όλο και πιο πολύ το νερό. Μόνο μέσα εκεί, έλεγε, στη φρέσκια αλμύρα και την απεραντοσύνη της ανοικτής θάλασσας, μπορούσε να επικοινωνεί με την ψυχή της αγαπημένης.
Αρμένιζε, λοιπόν, κάθε πρωί, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, κάτω από καθάριους φωτεινούς ουρανούς και γκρίζους απειλητικούς, μέσα από γαληνεμένα κύματα ευλογίας και άλλα οχτρικά καταραμένα, ψάχνοντας της λειψής ζωής του την ουσία. Κάθονταν για ώρες αμέτρητες εκεί, μέσα στη θαλασσοδαρμένη βαρκούλα του, κι αναμετριόταν με τους αγγέλους και τους δαίμονές του, με τις ευτυχισμένες αναμνήσεις από το μακρινό χθες και τη σημερινή δυστυχία του.
Θυμόταν το παρελθόν -μ’ ένα πικρό χαμόγελο και μια γλυκιά πίκρα- τότε που η τύχη του χαμογέλασε πλατιά και γνώρισε την αγαπημένη, τότε που η χαρά ήταν ο κανόνας στην καθημερινότητά τους, τότε που και οι δυο θαρρούσαν, μέσα στην αβυσσαλέα νεανική τους άγνοια, ότι θα ζούσαν όλα τους τα χρόνια και θα πέθαιναν μαζί. Ω, πόσο απόλυτα ευτυχισμένοι ήταν μέσα στην πλούσια λιτή ζωή τους! Είχαν ο ένας τον άλλο και την πλούσια, τη ζωοδότρα αγάπη τους, και τίποτα άλλο στον κόσμο δε χρειάζονταν. Ένιωθαν ανίκητοι, άφθαρτοι, αθάνατοι, ενώ οι άκαρδοι θεοί γελούσαν εις βάρος τους.
Έτσι, θέλοντας και μη, τα χρόνια γρήγορα πέρασαν χαράζοντας βαθιά αυλάκια στις ζωές τους, και κάποτε η Παναγιώτα πέθανε, αφήνοντάς τον μόνο, με τις αναμνήσεις του. Βαρύ το φορτίο της μοναξιάς και μόνο η μάνα, η σκοτώστρα, η γιάτραινα, η θάλασσα, μπορούσε κάπως να το αλαφρύνει, να το κάνει λίγο πιο ανεκτό. Γι’ αυτό και της παραδόθηκε ολοκληρωτικά, με την ψυχή του όλη, γι’ αυτό και τη λάτρεψε, σα διάβολο και σα θεό.
Ώρες πολλές, αμέτρητες, λυτρωτικές, ξόδευε μέσα στη βάρκα, μιλώντας με το φάντασμα της αγαπημένης, που τρεμόπαιζε στον ορίζοντα της φαντασίας του, θυμίζοντάς του όλ’ αυτά που έζησαν μαζί και τα άλλα, τα πολλά, που δεν πρόλαβαν, και παραπονούμενος συνεχώς, ο δόλιος, για την εγκατάλειψή του εκ μέρους της. Έφυγες και μ’ άφηκες, Γιώταινα. Έφυγες και μ’ άφηκες, κυρά μου!, μονολογούσε. Αλλά, τι στ’ αλήθεια του ’φταιξε κι αυτή η κακομοίρα, και ούτε και στο θάνατο ακόμη δεν την άφηνε να ξαποστάσει; Αφού το ήξερε δα πολύ καλά, πώς ο φαφούτης ο χάρος, δεν σκέφτεται αγάπες και μοναξιές προτού σου κτυπήσει την πόρτα.
Πολλές φορές έπιασε τον εαυτό του να σιγοψιθυρίζει στο κύμα, να παρακαλεί τις γοργόνες να ’ρθουν να τον ακούσουν και να τον συμπαθήσουν, να τον λυπηθούν και παίρνοντάς τον αγκαλιά να τον οδηγήσουν κι αυτόν στον κάτω κόσμο. Μια ζωή σαν παραμύθι, αυτό χρειαζόταν, μια και στα παραμύθια όλα μπορούν να συμβούν. Ας ήταν τέτοια η ζωή του, εκλιπαρούσε κάποιους άγνωστους θεούς, ας ήταν τέτοια και θα πουλούσε δίχως κανένα δισταγμό την ψυχή του στο διάβολο, σ’ ένα οποιοδήποτε διάβολο, ώστε να μπορέσει να πάει να βρει την αγαπημένη, να την κρατήσει και πάλι στη γερασμένη του αγκαλιά. Αλλά, ξέρει! Βαθιά μέσα του το ξέρει ότι αυτό δε θα μπορούσε ποτέ να συμβεί. Έτσι, κάθε μέρα, χειμώνα καλοκαίρι, στη θάλασσα αρμενίζει και μιλά με μια αόρατη ψυχή. Τον ακούει, το νιώθει. Το νιώθει στον άνεμο, που γίνεται ζεστός και απαλός σα χάδι, το νιώθει στης καρδιάς του το σκίρτημα. Κάνε υπομονή ψυχή μου, ψιθυρίζει, και στα στοιχεία όλα της φύσης χαμογελά. Κάνε υπομονή και σύντομα θα έρθω να σε βρω...
Το σύντομα θ’ αργήσει πολύ ακόμη να ’ρθει, αλλά ο ίδιος δεν το ξέρει αυτό, έτσι ξανά και ξανά, κάθε πρωί με την αυγή, παίρνει τη βαρκούλα του και καλημερίζοντας τον ήλιο που ξεπροβάλλει αυτοκρατορικός απ’ τα θαλασσινά πέρατα του ορίζοντα, βγαίνει στ’ ανοικτά. Όχι, όχι για να ψαρέψει, αλλά και πάλι ίσως ναι, και γι’ αυτό.
Δημοσίευση σχολίου