Σάββατο, 21 Ιουνίου 2008

Ζωντανός

Πόσο παράξενη είναι η ζωή! Και πόσο παράξενοι είμαστε στ’ αλήθεια όλοι εμείς, οι άνθρωποι, που νομίζουμε ότι τα ξέρουμε όλα, ενώ στην ουσία ελάχιστα είναι εκείνα που δε μας διαφεύγουν – τακτικοί μαθητές της άγνοιας.

Πίστευε ότι είχε βάλει πια μια τάξη στη μέχρι τότε ασυνάρτητη και δίχως πυξίδα ζωή του, πώς είχε χαράξει πορεία. Όλα από τώρα και στο εξής θα πήγαιναν σύμφωνα με το πρόγραμμα, θ’ ακολουθούσαν το νοητικό του σχεδιάγραμμα, τίποτα και κανείς δε θα μπορούσε να ανατρέψει το ρου της προσωπικής του ιστορίας. Ή, τουλάχιστον, αυτό πίστευε. Και μετά ξύπνησε.

Τη γνώριζε από καιρό πολλή, αλλά δεν την ήξερε, δεν ενδιαφερόταν να μάθει ποια ήταν. Την έβλεπε μόνο επιφανειακά, δε νοιαζόταν για το χαρακτήρα της, πίστευε πώς ήταν μία ακόμη γυναίκα που δεν είχε απολύτως τίποτα να πει. Ίσως να έφταιγε η διαφορά ηλικίας, ίσως οι νευρικές και ώρες-ώρες ακατανόητές της κινήσεις, ίσως και το ότι δεν κάθισε ποτέ να μιλήσει μαζί της στα σοβαρά. Όχι! Όχι, ψέματα λέω, η αιτία ήταν μία και μοναδική: η ξεροκεφαλιά του. Ή μάλλον δύο, αν προσθέσουμε και την τάση του να κρίνει με την πρώτη ματιά τους ανθρώπους, να τους βάζει σ’ ένα καλούπι, να τους κατηγοριοποιεί, δίχως να μπαίνει στον κόπο να κοιτάξει τι πιθανόν κρύβεται πίσω από το καλά σχεδιασμένο τους περιτύλιγμα.
Όπως και νάχει, ο χρόνος κι η μοίρα έφεραν τα πράγματα έτσι, ώστε να τη δει για πρώτη φορά όπως πραγματικά ήταν, ακριβώς σ’ ένα από τα πιο σημαντικά σταυροδρόμια της ζωής του, με αποτέλεσμα να έρθουν όλα τούμπα. οι βεβαιότητες να καταρρεύσουν, τα πιστεύω του όλα να ανατραπούν.
Τι ήταν εκείνο, το τόσο συνταρακτικό γεγονός, που την έκανε έτσι ξαφνικά να φαντάζει ελκυστική κι ενδιαφέρουσα στο ελιτιστικό του βλέμμα; Απλά, τον εμπιστεύτηκε. Δεν ήξερε πώς, δεν ήξερε γιατί, αλλά τον εμπιστεύτηκε. Μια μεθυσμένη και υγρή βραδιά του Αυγούστου, κάθισε και του είπε όλα της τα μυστικά, ξεγύμνωσε την ψυχή της μπρος στα μάτια του. Όχι, δε μιλούσε το ποτό, δεν είχε τη δύναμη, εκείνη μιλούσε, από καρδιάς, κι ελευθέρωνε ένα χείμαρρο πόνου, ανασφάλειας και αγωνίας, που κρατούσε μέσα της -όπως έδειχνε- από πολλή καιρό, να ξεχυθεί με προορισμό τα δικά του αυτιά, τη δική του ψυχή που μέχρι εκείνη, τη μοναδική στιγμή, την περιφρονούσε. Τον άφησε σιωπηλό, αποσβολωμένο, χαμένο στον ψεύτικο κόσμο των βεβαιοτήτων του, να την κοιτά και να απορεί, ανίκανο να πιστέψει ότι άδειασε τα σώψυχά της σε κείνον, το μικρό, τον υποκριτή, τον ανάξιο.
Από εκείνη τη στιγμή άρχισε να τη νιώθει όλο και πιο κοντά του, δίπλα του, μέσα του, να διαφεντεύει τους ήχους και τις σιωπές του. Έπιανε πολλές φορές τον εαυτό του να τη σκέφτεται και να χαμογελά μ’ ελπίδα, τα μοναχικά πρωινά και τις ανέραστες νύχτες του. Που θα με βγάλει αυτό, άραγε; ρωτούσε απεγνωσμένα τον εαυτό του. Η αλήθεια είναι ότι βαθιά μέσα του δεν ήθελε να τον βγάλει πουθενά. Ήθελε να συνεχίσει να ζει για λίγο ακόμη καιρό την ίδια μίζερη κι ανέραστη ζωή, τη δίχως χαρές, αρώματα και όνειρα, και μετά να προχωρήσει με τα σχέδιά του. Όσο για κείνη, μόνο εμπόδιο θα μπορούσε να του σταθεί, ήταν σίγουρος γι’ αυτό.
Αλλά, τη σκεφτόταν, τη σκεφτόταν όλο και πιο πολύ, κι έτσι, ασυναίσθητα, πήρε να πέφτει σιγά-σιγά στην παγίδα του έρωτα, ν’ αφήνει τις άμυνές του να υποχωρούν, τα τείχη της περιχαρακωμένης του ύπαρξης να γκρεμίζονται, την καθημερινότητά του ν’ αλλάζει, ν’ αποκτάει χρώματα. Το γκρίζο άρχισε να υποχωρεί, η μοναξιά πήρε να μένει ασυγχώρητα μόνη, μέρα με τη μέρα χαμογελούσε όλο και πιο πολύ, κι ένιωθε να τον πλημμυρίζει ένα νέο συναίσθημα ζωής.
Εκείνη, άργησε πολύ ν’ αντιληφθεί ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της. Έβλεπε τις αλλαγές πάνω του, χαιρόταν γι’ αυτόν, αλλά δεν της πέρασε ούτε στιγμή απ’ το μυαλό η ιδέα ότι οφείλονταν στην ίδια. Της άρεσε πάντως πολύ ο καινούριος του εαυτός, αυτός ο ξένος που πήρε να γίνεται γνωστός κι αγαπητός -ο πρόσχαρος, ο τρυφερός, ο ευγενικός- και κάποτε, όχι πολύ νωρίς, ούτε πολύ αργά, άρχισε κι εκείνη να τον ερωτεύεται.
Για αρκετό καιρό, ωστόσο, δε συνέβηκε τίποτα μεταξύ τους. Απλά άρχισαν να βγαίνουν πιο συχνά οι δυο τους, μόνοι ή και με παρέα, να μιλούν όλο και πιο πολύ -για ώρες ατέλειωτες- στο τηλέφωνο, να κτίζουν μια όμορφη ζεστή σχέση -βασισμένη στις κοινές αλήθειες και τις σιωπές τους- που άφηνε υποσχέσεις για το μέλλον. Όσο για τα μεγάλα του σχέδια, αυτά είχαν μπει πια για τα καλά στην κατάψυξη.
Ήταν μια δροσερή βραδιά προς τα τέλη του Σεπτέμβρη, στην αυλή μιας μπυραρίας, όταν κατάφερε επιτέλους να της εκφράσει τον παραζαλισμένο του έρωτα. Εκείνη ένιωσε ευχάριστα έκπληκτη, κρυφά πολύ ευτυχισμένη, το μέσα και το έξω της ολόκληρα χαμογελούσαν, αλλά πάντοτε -λόγω μιας μίζερης συνήθειας- καχύποπτη, ήθελε να τον ρωτήσει για πράματα και θάματα, να τον ανακρίνει κανονικά μέχρι να σιγουρευτεί ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Προτού, όμως, προλάβει καν ν’ ανοίξει το στόμα της για να κάνει την ερώτηση, μία ερώτηση ζωτική –θέλοντας να μάθει το μεγάλο Γιατί- έσπευσε, μαντεύοντας την σκέψη της, να της απαντήσει προκαταβολικά.
Με κάνεις και νιώθω ζωντανός! της είπε.
Χαμογέλασαν. Η νύχτα προμηνυόταν μικρή, τέλεια και ατελείωτη.
Δημοσίευση σχολίου