Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2008

Παραμύθι με άσχημο τέλος

Ήταν μια φορά και ένα, όχι και τόσο παλιό, καιρό, τρία μικρά αδέλφια, όλα αγόρια, που ζούσανε σε μια μικρή και πολύ-πολύ φτωχική καλύβα, φτιαγμένη από πλίνθο και κέραμο, κάπου στο μακρινό, και εξωτικό στα μάτια μας, Ινδικό Κασμίρ.
Φτωχούλια καθώς ήταν από την ημέρα που πάτησαν το πόδι τους στη μάνα γη, δεν είχαν πολλά-πολλά για να περνούν καλά στον κόσμο ετούτο. Έπαιζαν, λοιπόν, με τις λάσπες, τις πέτρες και τα ξύλα, και όταν έφτιαχνε για τα καλά ο καιρός και δεν κρύωναν καθόλου πια, κολυμπούσαν στα βρώμικα νερά ενός καφετί ποταμού. Πού και πού μέσα από τα μάτια της πλούσιας φαντασίας τους γίνονταν κιόλας γενναίοι πολεμιστές και μεγάλοι άρχοντες, κι έτρεχαν από λαγούμι σε λαγούμι, κι από λίμνη σε λίμνη, προσπαθώντας να κατατροπώσουν τον κακό αόρατο εχθρό, και να σώσουν τη ζωή της καλής κι επίσης αόρατης πριγκίπισσας.
Αυτές ήταν μονάχα οι χαρές τους, ή, μάλλον, σχεδόν μονάχα αυτές. Βλέπετε, μέσα στη γιομάτη από ελλείψεις ζωή τους, υπήρχε και άλλη μία εναλλακτική λύση διασκέδασης: η τηλεόραση. Έτσι, κάθε μέρα, με το που νύχτωνε, πήγαιναν στον καφενέ της λασπωμένης πολιτείας τους, και κοιτούσαν στο κουτί εικόνες ασπρόμαυρες, παράξενες, από κόσμους μακρινούς κι απίστευτους, που μόνο στα όνειρά τους θα μπορούσαν να πλησιάσουν.
Τι να έκαναν, λοιπόν, κι αυτά τα κακόμοιρα; Ονειρεύονταν! Ονειρεύονταν ότι κάποια μέρα θα ξέφευγαν από τη φτώχεια, που τόσο συνήθισαν μα τόσο τα τυραγνούσε, ότι θα ζούσαν κάποτε κι αυτά στα παλάτια που έβλεπαν στο μαγικό κουτί, ότι θα μάθαιναν γράμματα πολλά και καλά, και θα ταξίδευαν σε άλλα μέρη, όμορφα, καθαρά, υπέροχα. Να, σαν κι εκείνα που έδειχναν οι ταινίες, όπου όλοι χόρευαν και τραγουδούσαν.
Αυτά ονειρεύονταν και ήταν σίγουρα ότι κάποια μέρα -δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς- όλα όσα ποθούσαν θα συνέβαιναν, όλοι όσοι αγαπούσαν θα γίνονταν ευτυχισμένοι. Τα ίδια τους έταζαν, άλλωστε, κι οι θεοί, μέσω των εκπροσώπων τους στη γη. Και ποιος ξέρει καλύτερα απ’ τους θεούς ποιο είναι το πεπρωμένο των ανθρώπων; Ναι, όλα θα γίνονταν ακριβώς όπως περίμεναν, όπως τους υποσχέθηκαν.
Ωστόσο, νωρίς κάποιο βυθισμένο στην ομίχλη των υψιπέδων πρωί, οι κάτοικοι όλου του χωριού ξύπνησαν μεμιάς από μια εκκωφαντική βοή, που έβγαινε με περισσή οργή από τα έγκατα της γης, ταρακουνώντας την. Τα τρία αγόρια τινάχτηκαν τρομαγμένα απ’ τα αχυρένια στρώματά τους που ήταν ριγμένα καταγής, κι έτρεξαν όπως-όπως προς την πόρτα, για να βγουν έξω στο φως, στη σωτηρία.
Αλλά, δεν πρόλαβαν. Σε μία μόλις στιγμή η εύθραυστη στέγη του σπιτιού κατέρρευσε, σαν κακοφτιαγμένος χάρτινος πύργος, καταπλακώνοντάς τα. Μέσα στη μεγάλη ατυχία τους στάθηκαν λίγο τυχερά. Μέσα στη λίγη τύχη τους στάθηκαν πολύ άτυχα. Τα δύο απ’ αυτά τραυματίστηκαν σοβαρά, το τρίτο ελαφρύτερα. Οι γονείς τους πέθαναν, αυτά -με χίλια ζόρια- θα ζούσαν. Όμως, ποιος θα μπορούσε τώρα πια να τους επουλώσει τις μεγάλες, τις μέσα τους πληγές; Ποιος θα είχε την καρδιά να τους μιλήσει ξανά για τους θεούς και τη δικαιοσύνη τους; Ποιος θα μπορούσε να κάνει ν’ ανθίσει και πάλι στα χλωμά και διψασμένα παιδικά τους χείλη, το χαμόγελο;
Εκείνη την αυγή είδαν τα όνειρά τους όλα να γκρεμίζονται, σα μια κάλπικη κατασκευή, τη λειψή τους ζήση να μεταμορφώνεται σε εφιάλτη. Θα αποκτούσαν, άραγε, κάποτε ξανά τη δύναμη να ονειρεύονται ή θα ξόδευαν της δόλιας ζωής τους το περίσσεμα στις κάμαρες της θλίψης;
Δημοσίευση σχολίου