Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 18

Νιώθει ακόμη τη μυρωδιά του, την αύρα του, να περιπλανιέται στο χώρο. Να της γεμίζει τα στήθια αμυχές, το μυαλό αναμνήσεις. Της λείπει. Της λείπει ο άτιμος, πολύ. Θέλει να τον δει, θέλει να του μιλήσει και να τον ακούσει. Ποτέ δε μιλούσαν ιδιαίτερα οι δυο τους, όχι μεταξύ τους δηλαδή, κι ίσως αυτό να ήταν που οδήγησε στην αποξένωση και στην απομάκρυνση, στη θανατερή μοναξιά, στα τετελεσμένα. Δε σκότωσα τη σχέση μας. Την άφησα ν’ αυτοκτονήσει στα χέρια του, σκέφτεται.
Τον αγαπάει τον Αντρέα. τον αγαπάει ακόμη. Αλλά να, δεν ξέρει -μετά απ’ όλα αυτά που συνέβησαν- αν θα μπορούσε να ζήσει μαζί του και πάλι. Πρέπει να βρούνε ένα νέο κοινό σημείο επαφής – ένα λόγο, ένα άτομο, που θα μπορέσει να τους φέρει και πάλι κοντά. Δεν είναι όλα χαμένα, όχι ακόμη. Όχι όσο αναπνέει το παιδί της, όχι όσο έχει δίπλα της εκείνη τη γυναίκα-φως που ήρθε για να τη βγάλει απ’ τη σκοτοδίνη των ενοχών, την αδελφή της.
Ναι, είναι μαζί της σήμερα η Μαίρη, εκεί, στο νοσοκομείο. Κάθεται σιωπηλή σε μια γωνιά δίπλα απ’ το παράθυρο και διαβάζει ένα βιβλίο. Τόσο γαλήνια! Ναι, τη ζηλεύει, κι ας υποστηρίζει πώς είναι κι εκείνη μόνη. Εκείνη είναι μόνη επειδή είναι μία και μοναδική, η ίδια για τον ακριβώς αντίθετο λόγο.
«Όπως σου είπα: Όλα θα πάνε καλά. Τώρα που είμαι εδώ, νιώθω περισσότερο σίγουρη από ποτέ!»
Σηκώνει το κεφάλι απ’ τη θέα του γιου της, την κοιτά με αγάπη, της γνέφει σχεδόν με πίστη, καταφατικά. Όλα θα πάνε καλά!
Κάποιος μπαίνει στο θάλαμο. Γυρνά το βλέμμα της προς τα κει. Αναστατώνεται. Παγώνει. Εκείνος! Ο Αντρέας. Τι γυρεύει τέτοια ώρα εδώ; Τον κοιτάει σιωπηλά, άφοβα, άφωνα. Πόσο έχει αλλάξει! Μοιάζει να έχει καταρρεύσει. Έγινε κουρέλι, ολόκληρος ένας πόνος, που περιφέρεται σα φάντασμα στους διαδρόμους της ζωής. Πάει να πει κάτι, να του μιλήσει, μα δεν μπορεί. Δε βγαίνουνε τα λόγια. Δεν ξέρει και πώς ν’ αντιδράσει.
«Γεια σου, Αντρέα!»
Σπάει η Μαίρη τη σιωπή. Εκείνος λίγος ταράζεται. Δεν την είδε. Τώρα νιώθει περισσότερο άβολα. Νιώθει χαμένος. Σα να στέκεται μπροστά από κατήγορο και δικαστή και προσπαθεί κάπως να δικαιολογήσει τις πράξεις του, μα δεν του βγαίνουν τα λόγια. εφιάλτη του θυμίζει η σκηνή. Έναν εφιάλτη απ’ τον οποίο θέλει να ξεφύγει, μα δεν μπορεί. Ένα εφιάλτη βαρύ, που όσο κι αν φωνάζει κανείς βοήθεια η φωνή του δεν μπορεί να ακουστεί.
«Έλα, κάθισε. Θα σας αφήσω μόνους.»
Μεταφέρει την καρέκλα της δίπλα στο κρεβάτι του παιδιού η Μαίρη, φιλά στο μάγουλο την αδελφή της και καθώς κατευθύνεται προς τα έξω αγγίζει τον Αντρέα φιλικά, σχεδόν με στοργή στον ώμο, δίχως ωστόσο να πει λέξη. Τους εγκαταλείπει στην αμηχανία και τις σιωπές τους.
Για λίγη ώρα απλά στέκεται εκεί και κοιτάει ο Αντρέας. εκείνη και το παιδί τους. Νιώθει ότι ήταν λάθος του που πήγε εκεί τέτοια ώρα. Αλλά, λάθος ή σωστό, το έκανε ήδη. Δεν μπορεί να δειλιάσει. Δεν μπορεί να υποχωρήσει. Όχι τώρα. Πλησιάζει αργά, δισταχτικά, προς το κρεβάτι. Κάθεται δίπλα στην Αναστασία. Δε μιλά. Φοβάται. Φοβάται μήπως και μυρίσει το πιοτό στο χνώτο του. Έκανες το πρώτο βήμα. Κάνε και το δεύτερο, μοιάζει να προστάζει τον εαυτό του, όμως εκείνος δε δείχνει πρόθυμος να υπακούσει.
Όσο για την Αναστασία κι αυτή χαμένα τα ’χει. Δεν τολμά να τον κοιτάξει. Δεν τολμά να του μιλήσει. Δεν ξέρει τι άλλο να κάνει, έτσι ντύνεται πατόκορφα με τα ρούχα της απάθειας για να επιβιώσει. για να επιβιώσει απ’ αυτό το αναπάντεχο συναπάντημα. Όλα λάθος τα κάνεις, Αντρέα, όλα τη λάθος ώρα, θέλει να του πει. Αν ερχόταν λίγο πιο νωρίς ή λίγο πιο αργά, ίσως τα πράγματα να ήταν κάπως καλύτερα. Ωστόσο, αναρωτιέται τι ήταν εκείνο που τον έκανε να έρθει εδώ. Τι; Ποιος; Αφού εκείνος ο ίδιος της είχε απαγορεύσει να επιδιώξει να τον συναντήσει. Τώρα γιατί ήρθε;
Δε θα πάρει καμία απάντηση στο ερώτημά της -όχι ετούτη τη φορά- αφού έτσι ξαφνικά όπως ήρθε, αποφάσισε να φύγει ο Αντρέας. Σηκώθηκε απότομα απ’ την καρέκλα, χάιδεψε αμίλητα το πρόσωπο το παιδιού, της έπιασε για μια στιγμή φευγαλέα το χέρι κι απομακρύνθηκε.
Μια στιγμή αργότερα μπήκε στο δωμάτιο η Μαίρη.
«Λοιπόν;» Μπήκε αμέσως στο θέμα.
«Λοιπόν τι;»
«Τι έγινε;»
«Απολύτως τίποτα! Κάθισε, σιώπησε, έφυγε...»
«Έχει τα χάλια του.»
«Είναι ακριβώς όπως θα έπρεπε να είναι.»
«Τον λυπάσαι;»
«Δεν ξέρω. Μάλλον όχι. Ή ίσως ναι. Τον λυπάμαι, αλλά όχι πολύ. Τον αγαπώ, αλλά όχι και τόσο. Ω, δεν ξέρω τι λέω!»
«Σε καταλαβαίνω. Μια ζωή περάσατε μαζί, κι αυτό ποτέ μην το ξεχνάς. Πάντως δε μου φάνηκε οργισμένος, όπως τον περίμενα, αλλά μάλλον καταπονημένος, ηττημένος. Το πήρε πολύ βαρύτερα από σένα αυτό που συνέβηκε.»
«Είναι που εγώ άδειασα κι αδειάζω καθημερινά τον κουβά του πόνου, ενώ εκείνος μάλλον τα κρατάει όλα μέσα του.»
«Δεν έχει φίλους;»
«Ένα και μοναδικό. Κι εκείνος είναι φονιάς. Ο καλύτερος άνθρωπος που γνώρισε ποτέ στη ζωή μου, αλλά φονιάς. Δεν ξέρω τι θα μπορούσε να τον συμβουλεύσει. Και δεν ξέρω κι αν ο δικός μου θα ήθελε να τον ακούσει. Πάντα ξεροκέφαλος ήταν ο Αντρέας, πάντα το δικό του έκανε. ποτέ δεν άκουγε κανένα.»
«Οι άνθρωποι αλλάζουν, Αναστασία μου, ειδικά όταν τους το επιβάλλουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο οι περιστάσεις. Τώρα, όσο κι αν τον πληγώνει, όσο κι αν τον καταθλίβει αυτό, πρέπει να ξεχάσει τον εγωισμό του. Πρέπει ν’ αρχίσει να σκέφτεται τους άλλους, εσάς, εσένα και τον Αλέξη, περισσότερο απ’ τον εαυτό του.»
«Δεν είναι κακός άνθρωπος, χαμένος είναι.»
«Δεν είπα ότι είναι κακός. Είπα ότι πρέπει να διορθώσει τα λάθη του. Κανένας δεν είναι αλάνθαστος, αυτό το είπαμε χιλιάδες φορές, αλλά πού και πού πρέπει να τολμάμε ν’ αλλάζουμε τα πάντα, να γυρίζουμε τον κόσμο ανάποδα, για να κάνουμε τα λάθη μας σωστά. Το να βλέπεις την αλήθεια δεν είναι αρκετό, πρέπει να την καταλαβαίνεις κιόλας, κι αυτό, προς το παρόν, ο Αντρέας δε φαίνεται να το κάνει. Δεν είναι η κακία που κυβερνά τον κόσμο, αδελφούλα μου, είναι η αδιαφορία. Η δική του αδιαφορία για σένα και το παιδί σας ήταν που έφερε την καταστροφή...»
Άφησε τα λόγια της να πλανιόνται για λίγο στον αποπνικτικό αγέρα του θαλάμου η Μαίρη, να γεμίζουν τις σιωπές, σηκώνοντας σκόνη, ψάχνοντας στόχο. Είδε τα ματιά της αδελφής της να φωτίζονται και να σκοτεινιάζουν, ν’ αναπολούν και ν’ απορούν, προτού μιλήσει και πάλι, πριν βάλει μία ακόμη πινελιά στο σουρεαλιστικό σκηνικό της μέρας.
«Θυμάσαι, Αναστασία; Θυμάσαι πώς ήσουνα κάποτε; Θυμάσαι πόσο όμορφα σχέδια, πόσο πολύχρωμα όνειρα έκανες; Πάρε, λοιπόν, εκείνον τον κόσμο τον ιδανικό, το χαρούμενο που άλλοτε έκτιζες μέσα σου και οδήγησέ τον προς τα έξω. κάνε τον μ’ ένα χτύπημα των δαχτύλων να εμφανιστεί, να γίνει ζωή.»
«Τα όνειρα, Μαίρη... Τα όνειρα! Εκείνος με δίδαξε να ονειρεύομαι, ξέρεις και με δίδαξε καλά. Για να μ’ αφήσει, όμως, σαν πέρασε ο χρόνος μετεξεταστέα!»
«Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι ν’ αλλάξεις πορεία...»
«Μα ποιος ξέρει στ’ αλήθεια ποιος είναι ο σωστός δρόμος; Ποιος μπορεί στα σίγουρα να πει που οδηγεί;»
«Αν δεν αρχίσεις να περπατάς, δε θα το μάθεις ποτέ!»
«Αν δεν αρχίσω να περπατώ θα μείνω εδώ, που είναι η θέση μου...»
«Η θέση σου είναι εκεί έξω. Εκεί έξω που θα βγεις σύντομα πολύ, κρατώντας σφικτά το χέρι του Αλέξη.»
Άφησε ένα δάκρυ να κυλήσει βιαστικά απ’ τα μάτια της η Αναστασία. Άπλωσε τα χέρια κι αγκάλιασε την αδελφή της. Την αγκάλιασε για τις σκληρές κι ανώδυνες αλήθειες της, για τη σιγουριά της, επειδή ήταν εκεί, επειδή της θύμιζε ποια ήταν η ίδια και ποια θα μπορούσε να γίνει. Δεν της είπε ευχαριστώ, τίποτα δεν της είπε. Μόνο την κράτησε έτσι για ώρα πολλή, μεταδίδοντας σώμα με σώμα την ευγνωμοσύνη της. Όσο υπάρχουν τέτοιες ψυχές, μπορώ κι εγώ η δόλια να ονειρεύομαι μια καλύτερη μέρα, σκέφτηκε, μα δε μίλησε, για να μη μολύνει με λέξεις τη μαγεία της στιγμής.
Δημοσίευση σχολίου