Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2008

Όλα Καλά

Από που ν’ αρχίσω και πώς να προχωρήσω; Ιδού η απορία. Τα νέα μου; Μα, τίποτα το συνταρακτικό δε συμβαίνει στη ζωή μου. Κι αυτό ίσως επειδή δεν το επιδιώκω. Κι αυτό ίσως επειδή στ’ αλήθεια άλλαξα. Ναι, είναι παράξενο πολύ το συναίσθημα του να ξέρεις για πρώτη φορά στα σίγουρα τι θέλεις να κάνεις στη ζωή σου, να έχεις ένα στόχο και να τον κυνηγάς συνεχώς, ακούραστα, χωρίς σταματημό.
Όλα καλά! Ναι, είναι όλα καλά, από την ημέρα που επέστρεψα στην Κύπρο, κι ακόμη πιο πριν, προτού εγκαταλείψω την Τσιανγκ Μάι. «Όλα αλλάζουν!» έτσι σκεφτόμουνα, έτσι ένιωθα αφήνοντας την αγαπημένη πόλη. Έτσι νιώθω και τώρα. Μια παράξενη αίσθηση μοναχικής ευδαιμονίας έχει καταλάβει το είναι μου όλο και δε λέει να το εγκαταλείψει με τίποτα. Κι αυτό ξενίζει τους άλλους. «Ακόμη δεν ήρθες και κλείστηκες στο σπίτι!» με κακίζουν οι φίλοι. Τώρα, πώς να τους εξηγήσω το γιατί; Πώς να τους κάνω να καταλάβουν ότι το να είμαι «κλεισμένος» στο σπίτι αυτή την εποχή είναι το καλύτερο για μένα; ότι για να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου πρέπει να δουλέψω σκληρά και μόνος και όχι ν’ αμπελοφιλοσοφώ σε κάποιο μπαράκι;
Λες και βρίσκομαι σ’ ένα αγώνα δρόμου με το χρόνο κι αυτό πολύ μου αρέσει. «Τρέξε,» του λέω, «τρέξε, αλλά θα έρθεις δεύτερος.»
Ναι, παράξενα πολύ είναι αυτά που μου συμβαίνουν. Τόσο παράξενα που με κάνουν και χαμογελώ συνεχώς. Δεν έχω σκοτούρα καμιά, εδώ και έξι μέρες.
Όλα ξεκίνησαν φυσικά μ’ εκείνη την προδοτική έλλειψη ύπνου, πριν την αναχώρηση απ’ την Τσιανγκ Μάι. Ήθελα να κοιμηθώ οκτώ ώρες, κοιμήθηκα τρεισήμισι και ξύπνησα μες στην τρελή χαρά, χωρίς να ξέρω το γιατί. Η υπόλοιπη ημέρα πέρασε σα μέσα σ’ ένα χαμογελαστό νυσταγμένο όνειρο. Ένιωθα ότι όλα θα πήγαιναν καλά, κι απλά πήγαν. Η πρώτη πτήση είχε μια μικρή καθυστέρηση, μ’ αποτέλεσμα να τρέχω για να φτάσω τη δεύτερη. Επειδή όμως πήγα τελευταίος δε βρήκα ουρά στον έλεγχο και σε δυο λεπτά έγιν’ η δουλειά μου. Προχωρώντας βιαστικά προς την πύλη εξόδου είδα το βιβλιοπωλείο, μπήκα μέσα βιαστικά, διάλεξα στα γρήγορα οκτώ βιβλία και προχώρησα. Αμέσως άρχισε η επιβίβαση. Γλύκα.
Στο Μπαχρέιν είχα δυόμισι ώρες αναμονή που κύλησαν σα νερό με... κρασί, ανάγνωση και ίντερνετ. Το χαμόγελο πάντα εκεί ζωγραφισμένο στα χείλη μου. Κι έγινε πλατύτερο, σχεδόν γέλιο, όταν επιβιβαζόμενος στο αεροπλάνο των Κυπριακών Αερογραμμών, οι αεροσυνοδοί πήραν να μου μιλάνε στα αγγλικά. Με είδανε, βλέπετε, φορτωμένο με βιβλία και σκέφτηκαν ότι αποκλείεται να μην είμαι ξένος. Έπαιξα για λίγο το παιχνίδι τους, αλλά όταν ήρθε η ώρα μια απ’ αυτές να με ρωτήσει: «Would you like something to drink, sir?» με τη γνωστή κυπριακή προφορά, της απάντησα με την καλύτερη οξφορδιανή δικιά μου: «Ένα καφέ ρε κορού, σε παρακαλώ!». Όπως λέμε στα κυπριακά: «Έμεινε βουνάρι.»
Όπως και νάχει, είδα κι έπαθα να πείσω και τη δεύτερη αεροσυνοδό ότι είμαι όντως κύπριος.
Η πτήση προς την Κύπρο, μέσω Ντουμπάι, είχε μια κάποια μεγάλη καθυστέρηση, αλλά δε στάθηκε ικανή, παρόλη την αϋπνία και την κούραση, να μου χαλάσει τα κέφια, όπως και τίποτα άλλο μετά και μέχρι τώρα, άλλωστε.
Όλα καλά, λοιπόν. Όλα ήσυχα, όλα όμορφα, όλα όπως -αυτή τη στιγμή- τα θέλω. Εύχομαι τα ίδια και για σας.
Δημοσίευση σχολίου