Σάββατο, 3 Μαΐου 2008

Το ροκ του μέλλοντός του

Αυτή είναι μια από τις πρώτες ιστορίες που έγραψα, δε θυμάμαι πόσα χρόνια πριν. Τη δούλεψα ξανά χθες και ιδού το (μετριότατο είν' η αλήθεια) αποτέλεσμα:

Κι αν είμαι ροκ, μη με φοβάσαι..., τραγουδούσε το φιλαράκι μου ο Στάθης, ο κολλητός μου, απ’ την εποχή που ήμασταν πιτσιρίκια.
Και γιατί να σε φοβηθώ, ρε φίλε; τον προκαλούσα εγώ.
Με τον Στάθη ζήσαμε πολλά, μια ζωή παρέα, όλες τις μεγάλες χαρές και τις τεράστιες λύπες, ήπιαμε τόνους πίκρα -να μην πω για μπύρα- κάναμε αμέτρητα λάθη και λίγα σωστά, τσακωθήκαμε άγρια για μίνι φούστες (για το περιεχόμενό τους μιλάω, ρε) και στρογγυλές θεές, και τα λοιπά συνήθη, πλην ευτράπελα, τραγικά.
Παρ’ όλα αυτά μια χαρούλα ήταν η ζωή μας, «ρόδα, μπύρα και κοπάνα», πάντα όμορφη, πάντα ενδιαφέρουσα, πάντα φευγάτη. Το ίδιο φευγάτη όπως και κάθε θηλυκό, που έκανε το τραγικό λάθος, το μοιραίο, να μας πλησιάσει.
Όλοι μας αγαπούσαν... Κοπρόσκυλο, ανεπρόκοπο, τούβλο και, άλλα οικοδομικά υλικά, με αποκαλούσε ο γέρος μου, που -σαν καθώς πρέπει βιοπαλαιστής- πούλησε το σπίτι της μακαρίτισσας της μάνας του, κι απ’ τα σαράντα του άάάραξε. Ο Στάθης ήταν ο ροκάς του κερατά κατά τον απόμαχο της πολυθρόνας. Ας είναι καλά η γριά μου, που πάντα με υποστήριζε. Άσε το παιδί να χαρεί τη ζωή του τώρα που είναι νέος, τον μάλωνε. Αθάνατη μάνα, όλα για το βλαστάρι σου! Μόνο τη νύφη που σου φέρνει στο σπίτι κουβαλητή, την απορρίπτεις.
Θα ’μασταν γύρω στα δεκαεφτά (χρόνια, όχι δρομάκια) όταν ο Στάθης το πήρε επιτέλους απόφαση: Ρε φιλάρα, λέω να φτιάξω ένα γκρουπάκι. Να βγάλω τ’ απωθημένα μου, ρε συ! Τη γρατζουνάω που τη γρατζουνάω την κιθάρα κι η φωνή μου δεν είναι και τόσο άσκημη...
Το ’πε και το ’κανε, ο παλιομπαγάσας! Μάζεψε μισή χούφτα παιδιά (δυόμισι δηλαδή, αφού ο ένας ήταν πάντα μισολιώμα), που κάτι ήξεραν από μουσική (πάντως κάτι περισσότερο από μένα), έβαλε μπρος τις μηχανές και μάρσαρε για το ονειρεμένο ροκ του μέλλοντός του, το οποίο θα περιελάμβανε συναυλίες ανά την υδρόγειο (η υδρόγειος ήταν ένα υπόγειο μπαράκι στα Πατήσια), ποτό, μαστούρα, σκάνδαλα και, φυσικά, το πιο απαραίτητο αξεσουάρ: θεογκόμενες!
Μια κι εγώ δεν ήξερα να παίζω κανένα Μουσικό όργανο, κι η φωνή μου, μετά από τεράστια προσπάθεια από τον ηχολήπτη, θύμιζε γάτα γριά, στειρωμένη και παράφωνη, όταν της τραβά κανείς την ουρά, ανέλαβα καθήκοντα μάνατζερ. Ήμουνα κι ο νονός του γκρουπ μάλιστα, αφού σε μια έκλαμψη διαύγειας εμπνεύστηκα το γαμάουα όνομα Υπέργεια Κατάβαση.
Απ’ τις πρώτες κιόλας ημέρες, απ’ τις πρόβες, αντιλήφθηκα ότι το συγκρότημά μας ήταν προορισμένο για μεγάλα πράγματα. Τα παιδιά έδεσαν μεταξύ τους πολύ εύκολα, σαν χρόνιοι κρατούμενοι στις χειροπέδες, και κάτω από το άγρυπνο και λίγο αόμματο βλέμμα μου, άρχισαν να χτυπούν τα ρέστα τους. Οι γείτονες του Στάθη -αφού στο σπίτι του κάναμε τις πρόβες- ήταν κι αυτοί ενθουσιασμένοι με το γκρουπ. Έφτασαν, μάλιστα, στο σημείο να προσεύχονται νύχτα μέρα για την επιτυχία του, αφού όλο για Παναγίες και Χριστούς ακούγαμε να φωνάζουν απ’ όλες τις κατευθύνσεις.
Οι πρόβες, οι δοκιμές, τα μεθύσια, τα... όπως και να τα λένε, κράτησαν για αρκετούς μήνες, που κύλησαν γοργά, σαν το χαρτζιλίκι μας, που ποτέ δε μας έφτανε για τίποτα. Τα παιδιά, μ’ αυτά κι αυτά, κατέληξαν σ’ ένα εξ’ ολοκλήρου κλεμμένο ρεπερτόριο από ελληνικά και ξένα ροκ κομμάτια, ξεσήκωσαν και δυο-τρία παλιά λαϊκά στα οποία έκαναν βραχώδεις διασκευές, και τελικά αποφάσισαν ότι έφτασε επιτέλους η ιστορική εκείνη μέρα, που θα δοκίμαζαν τις δυνάμεις τους σε μια ζωντανή εμφάνιση.
Ωστόσο, και παρά το ότι ήμουν -σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις που είχα- ένας άψογος μάνατζερ, δεν κατόρθωσα να βρω κάποιο χώρο για να κάνουν το ντεμπούτο τους στην Αθήνα. Στην αρχή απογοητεύτηκαν πολύ, τους είδα να σκύβουν λυπημένα τα κεφάλια, αλλά εγώ -μάνα σε τέτοια- τους ανύψωσα με μπύρες το ηθικό, τους έδωσα κουράγιο. Ανέτρεξα ακόμη και στην ιστορία για να τους πω: Ακόμη και οι Μπιτλς στην αρχή, δεν έβρισκαν που να τραγουδήσουν. Και τα χαμόγελα άνθισαν και πάλι. Έπρεπε, όμως, να βρω κάτι σύντομα, προτού τους πιάσει ξανά η κατάθλιψη (είχα ξεμείνει κι από μετρητά, έτσι ξεχάστε τις μπύρες), γιατί έτσι κι έπαιρναν φόρα, φορά κατηφόρα, κι ο Θεός ο ίδιος δε θα τους σταματούσε, αφού πολύ πιθανόν να είχε σοβαρότερα πράγματα ν’ ασχοληθεί.
Προτού περάσει καιρός πολύς, το αστέρι μου έλαμψε εκτυφλωτικά, διαλύοντας τα δόλια τα σκοτάδια ετούτου του παλιόκοσμου και της παλιοκενωνίας. Ένα ηλεκτρονικό μου φιλαράκι με (ναι ρε, Με) είπε ότι σ’ ένα μπαράκι στο νησί του εμφανίζονταν -από το πουθενά;- νέα γκρουπάκια, κι αν ήθελα θα μπορούσε να μεσολαβήσει στον ιδιοκτήτη για να δεχτεί τα φώτα μας. Όπως και έγινε!
Φθάσαμε θριαμβευτικά στο νησί λίγο πριν τα μεσάνυχτα κάποιου ζεστού και υγρού Ιουλίου, με όλες μας τις αποσκευές: δυο κιθάρες, ένα μπάσο, ένα μεγάλο κιβώτιο με ντραμς, τη φωνάρα του Στάθη και τους υπνόσακούς μας. Την αράξαμε αμέσως στο σαλόνι του καλωδιομένου φίλου μου, και κοιμηθήκαμε σαν τα αρνιά στο παχνί. Η μέρα που θα ξημέρωνε σε λίγες ώρες θα ήταν ιστορική, αφού θα σήμαινε... the end of the world as we know it! Wow! Το πρόσωπο της ροκ επρόκειτο να αλλάξει οριστικά και αμετάκλητα.
Ξυπνήσαμε πρωί πρωί, κατά το δειλινό, και τα παιδιά βάλθηκαν -από μένα- να κάνουν πρόβες, ενώ εγώ σαν καθώς πρέπει μάνατζερ ετοίμαζα τις φραπεδιές, κι η μάνα του οικοδεσπότη, συμμετέχοντας στον αναβρασμό που επικρατούσε, καταριόταν την ώρα που τον γέννησε.
Στο μπαράκι πήγαμε κατά τις οκτώ το βράδυ για μια τελευταία πρόβα -όχι πώς υπήρχε περίπτωση να πάει κάτι στραβά- έλεγχο ήχου και ό,τι ήθελε προκύψει. Στην αρχή μας προέκυψαν μπύρες, μετά βότκες, μετά, ανέβηκαν στη σκηνή όσο έπαιρνε φτιαγμένοι.
Το πρόγραμμα άρχισε στις έντεκα και κάτι ακριβώς και, σύμφωνα με τον τυπά που είχε το μαγαζί, έπρεπε να κρατήσει τουλάχιστον μέχρι τις δύο. Έβλεπα τ’ αγόρια μου εκεί πάνω και τα καμάρωνα, καθώς ήταν όλα ντυμένα στα μαύρα, βγαλμένα λες από ροκ περιοδικό της δεκαετίας του εβδομήντα.
Take it easy baby, take it as it comes, τραγούδησε με το που πήρε το μικρόφωνο στα χέρια του ο Σταθάρας, και τα αίματα άναψαν μεμιάς. Συνέχισε με μια σειρά από κλασικά ροκ ακούσματα, το ένα καλύτερο απ’ το άλλο, καθηλώνοντας το έτσι κι αλλιώς φευγάτο κοινό: Stairway to heaven, Smoke on the water, Paranoid, Born to be wild, Another brick in the wall, Catch the rainbow. Όλοι και όλες στο χώρο κρέμονταν απ’ τα χείλη του (γι’ αυτό, άραγε, πήραν να μπλαβίζουν;). Ο Στάθης είχε εκείνο το κάτι, εκείνο το μυστικό κάτι, που κάποια μέρα θα μπορούσε στ’ αλήθεια να τον κάνει αστέρι: μαγνήτιζε το κοινό, του επιβαλλόταν. Το θλιμμένο του βλέμμα, οι νωχελικές του κινήσεις, η βραχνή του φωνή φαίνονταν να μαγεύουν τον κόσμο. Τα κορίτσια ειδικά, ήταν under his spell (πώς το μιλάω ρε, ο μπαγάσας, το αγγλικό!), κινούνταν το ρυθμό που υπέβαλλε η φωνή του. Στα γρήγορα δυνατά τραγούδια χόρευαν και χτυπιούνταν, σα σε διονυσιακή τελετή, ενώ στις μπαλάντες κινούνταν αργά, λες νυσταλέα, σα μέσα σ’ ένα όνειρο γλυκό από το οποίο δεν ήθελαν ποτέ να ξυπνήσουν. Κι η ώρα περνούσε, κι η μουσική συνεχιζόταν, κι η μαγεία κρατούσε. Ελληνικά και ξένα τραγούδια έγιναν ένα, και έλληνες κι αλλοδαποί τα απολάμβαναν το ίδιο. Ο Στάθης απ’ το I’m your man περνούσε στο A man’s world, κι από εκεί στο Imagine, και πήγαινε ακόμη πάρα πέρα σμίγοντας το τρυφερό Να με προσέχεις με το Nights in white satin, το Πριν το τέλος με το The End, το δικό του Ζήσε τα όλα με το I want it all, το Να μ’ αγαπάς με το Love. Η μουσική ήταν το όχημα, οι στίχοι ο δρόμος, η φωνή του ο οδηγός, και το τέρμα μια νύχτα στον προσωπικό παράδεισο ή κόλαση του καθενός καθώς, τις μοναδικές εκείνες ώρες είδα μάτια πικρά να δακρύζουν, γυναίκες και άντρες να χορεύουν σα μέσα σ’ έκσταση, σώματα αφημένα απ’ την εξάντληση στο πάτωμα, και κάτι που μου φάνηκε σαν το μαύρο πουλί του θανάτου να τριγυρίζει στο χώρο. Και το ροκ εξακολουθούσε να κυλά, και το ποτό εξακολουθούσε να ρέει, όπως και ο ιδρώτας, και τα βλέμματα γίνονταν όλο και πιο φλογισμένα, κι ο Στάθης χάνονταν, βυθίζονταν όλο και πιο βαθιά στα τραγούδια του... at the house of the rising sun.
Το πότε πέρασαν οι ώρες κι ήρθε σιγοπατώντας το πρωί, κανείς από μας δεν το κατάλαβε. Εκείνη η νυχτιά θαρρώ ήταν της σύντομης ζωής μας η πιο σημαντική, καθώς είδαμε ένα όνειρο να γίνεται ξαφνικά πραγματικότητα.
Ο ιδιοκτήτης του μπαρ μας είπε, αν γουστάραμε, να μείνουμε και να δουλέψουμε εκεί, επί πληρωμή, για το υπόλοιπο του καλοκαιριού. Άλλο που δε θέλαμε! Τα παιδιά έπαιζαν τις μουσικές τους κάθε βράδυ, κι εγώ κάθε μέρα, όλη μέρα, έκανα δημόσιες σχέσεις.
Το σκηνικό της πρώτης βραδιάς επαναλήφθηκε πολλές φορές όσο ήμασταν εκεί, και όλη η νεολαία του νησιού μας είχε στο στόμα της. Τόσο οι ντόπιοι, όσο κι οι ξένοι. Όπου κι αν πήγαινες, όπου κι αν καθόσουν ή στεκόσουν ή ξάπλωνες, όλο για την Υπέργεια Κατάβαση θα άκουγες. Ήμασταν η ευχάριστη έκπληξη του καλοκαιριού, η αποκάλυψη της σεζόν: τέσσερις πιτσιρικάδες που έπαιζαν ροκ με την ψυχή τους και ο καθ’ όλα άψογος (δε μου αρέσει να κοκορεύομαι) μάνατζέρ τους!
Κάποια από τις πολλές βραδιές, που ήμασταν τύφλα στο μεθύσι, καθώς φεύγαμε από το μπαράκι μας πλησίασε μια νέα γυναίκα και όμορφη πολύ -παράξενα ντυμένη, σα ζωγραφιά, σα ξωτικό- και μας πρότεινε να πάμε σπίτι της για καφέ. Δεχτήκαμε. Ήταν ξένη, δε θυμάμαι από που, αλλά στο πρόσωπό της υπήρχε μία λάμψη που στα μάτια μου φάνταζε οικία, μια ηρεμία παράταιρη, κανένα ίχνος οργής ή ανησυχίας.
Καθίσαμε στην απλόχωρη βεράντα του σπιτιού της, που έβλεπε προς το λιμάνι, και πιάσαμε την κουβέντα. Συζητούσαμε τσάτρα πάτρα στα αγγλικά, μια κι εκείνη δεν ήξερε ελληνικά. Τι είπαμε; Δε θυμάμαι! Θυμάμαι μοναχά ότι μιλήσαμε πολύ, κι ότι σε κάποια φάση προσφέρθηκε να διαβάσει το μέλλον του καθενός από εμάς στην παλάμη του. Το τι απεκάλυψε σε μένα και στα άλλα παιδιά, και πάλι δε θυμάμαι. Το μόνο που θυμάμαι, είναι εκείνο που μας είπε την επομένη ο Στάθης πως του είχε πει: Θα ζήσεις με το ροκ και θα πεθάνεις με το ροκ. Το περίεργο είναι ότι καθώς μου το έλεγε, είδα ένα δάκρυ να κυλά στο μάγουλό της, πρόσθεσε. Θα ζήσω με το ροκ και θα πεθάνω με το ροκ. Του άρεσε πολύ αυτή η φράση, μιλούσε λέει στην ψυχή του, γι’ αυτό και τη σημείωσε σ’ ένα τετράδιο -στο ίδιο που έγραφε και τους στίχους του- ακριβώς όπως του την είπε, στα αγγλικά.
Το τελευταίο βράδυ στο νησί -καθώς το θερινό μας όνειρο έφτανε στο τέλος του- λίγο προτού αρχίσει το πρόγραμμα είδα την παράξενη εκείνη κοπελιά να με πλησιάζει αργά, αδιόρατα, σαν οπτασία. Μου είπε αινιγματικά: Πρέπει να βγάλετε δίσκο νωρίς, γιατί μετά θα είν’ αργά, και έφυγε. Τότε, ασυναίσθητα σχεδόν, εντελώς μηχανικά, συνέδεσα ένα κασετόφωνο στην κονσόλα του ήχου, αποφασισμένος να ηχογραφήσω τη στερνή μας εκείνη συναυλία.
Ο Στάθης, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, ειδικά εκείνη τη βραδιά, είπε πολλά απ’ τα δικά του τραγούδια, δίνοντας μια από τις πιο συγκλονιστικές ερμηνείες της σύντομης καριέρας του. Λες και ήθελε να αποτίνει ένα φόρο τιμής στο χώρο όπου ξαφνικά και απροσδόκητα είδε το όνειρό του να γίνεται πραγματικότητα. Καθώς ο ήλιος ανέβαινε για ένα ακόμη χάραμα πυρακτωμένος στον ουρανό, όλοι συμφωνούσαν ότι εκείνη η τελευταία εμφάνιση ήταν η πιο μαγική, η πλέον συναρπαστική.
Φύγαμε απ’ το νησί -αποκαμωμένοι, χαρούμενοι, λίγο σκεφτικοί και λυπημένοι- το μεσημέρι της ίδιας μέρας και λίγο πριν να πέσει η νύχτα φτάσαμε στην Αθήνα. Σε λίγες ημέρες θα άνοιγαν τα καταραμένα τα σχολεία, αλλά αυτό φυσικά δε σήμαινε ότι θα εγκαταλείπαμε τη μεγάλη μας αγάπη κι ερωμένη, τη μουσική. Τα παιδιά συνέχισαν να κάνουν πρόβες καθημερινά και να εισπράττουν τις μούντζες και τις βρισιές των πιστών στον Χριστό και στην Παναγία γειτόνων, ενώ εγώ προσπαθούσα να καταστρώσω στο μυαλό μου νέα, μεγάλα και μεγαλοπρεπή σχέδια για το μέλλον της μπάντας. Έτσι, κάποια Παρασκευή πρωί, που κάναμε απ’ το σχολείο αποχή για... δε θυμάμαι τι, πήρα τις κασέτες απ’ την τελευταία εκείνη συναυλία στο νησί και τις πήγα σε μια νέα και δήθεν ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία, νιώθοντας βαθιά μέσα μου μια ακλόνητη σιγουριά ότι η τύχη θα μας χαμογελούσε. Αλλά...
Την ίδια μέρα ο Στάθης, που ήταν πάντα χαρακτήρας ανήσυχος πολύ και δεν ήθελε ν’ αφήνει ούτε στιγμή να πηγαίνει χαμένη, αποφάσισε να δοκιμάσει τις ικανότητές του στην ορειβασία. Έτσι, παρέα με κάποια άλλα παιδιά πήραν με λεωφορείο το δρόμο για τον Όλυμπο. Οι άλλες ορειβάτες είχαν κάποια ή και πολλή εμπειρία και έλεγαν στον Στάθη να μη δοκιμάσει τίποτα παρακινδυνευμένο, επειδή σε τέτοιες περιπτώσεις η ζωή σου κρέμεται από μία κλωστή. Δυστυχώς, το ξεροκέφαλο παιδί, δεν τους άκουσε.
Τον βρήκαν νεκρό στο βάθος ενός γκρεμού, καταπλακωμένο από ένα τεράστιο βράχο, τον οποίο φαίνονταν ν’ αγκαλιάζει. Στα χείλη του σα να διαγραφόταν ένα αχνό χαμόγελο, μου είπαν μετά. Ήταν μια Υπέργεια Κατάβαση!
Λίγες μέρες αργότερα, φυλλομετρώντας το τετράδιο όπου έγραφε τους στίχους του, διάβασα για πρώτη φορά τα λόγια που του είχε πει, η παράξενη εκείνη γυναίκα: You will live with rock, and die with a rock.
Στις 20 Δεκεμβρίου του 1996 κυκλοφόρησε ένας δίσκος από το συγκρότημα Υπέργεια Κατάβαση με τίτλο Ζήσε τα όλα, εις μνήμην του Στάθη Ν...

Δημοσίευση σχολίου