Σάββατο, 17 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 3

«Με ρωτάς τι έπαθα και κόλλησα μαζί της. Τι να σου πω; Δεν ξέρω. Ένα μόνο ξέρω και αν σου το πω θα γελάσεις. Να ’σαι σίγουρος γι’ αυτό!»
«Για λέγε.»
«Ξέρεις ποιο ήταν το πρώτο δώρο που μου έκανε;»
«Ξέρω ’γω; Καμιά γραβάτα;»
«Ένα κουτί με προφυλακτικά: Για τις νύχτες ηδονής που σε περιμένουν, μου είπε.»
Πήραν κι οι δυο να γελάνε. Να γελάνε και να πνίγονται, απ’ τον καπνό των τσιγάρων τους και το πιοτό.
«Καλή!» επικρότησε ο Γιώργος.
«Πολύ καλή!» σιγόνταρε ο Αντρέας. «Κι αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. πώς αφήνεις, πώς παρατάς μια τέτοια γυναίκα;»
«Καλά μωρέ, υπάρχουν κι άλλες γυναίκες στον κόσμο. Όλο και κάποια θα βρεθεί και για σένα.»
«Δε θέλω άλλες, ρε φίλε, εκείνη θέλω. Αλλά, έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, πρέπει να χωρίσουμε, δεν υπάρχει άλλη επιλογή.»
«Ό,τι κι αν σου πω θα ’ναι λόγια του αέρα, το ξέρω. Κάνε ό,τι νομίζεις.»
«Αυτό ακριβώς θα κάνω. Αλλά αυτό είναι που με σκοτώνει κιόλας.»
«Τόσο πολύ την αγαπάς, λοιπόν;»
«Δεν είναι αγάπη, ρε Γιώργο, είναι χημεία, είναι κάτι άλλο, κάτι περισσότερο, κάτι πιο μεγάλο. Μόλις τη βλέπω το κορμί μου παίρνει φωτιά, θέλει να την αγκαλιάσει με ορμή, να μπει μέσα της για να καταλαγιάσει ο πόθος, να σβήσει η φωτιά. Ω, δεν ξέρω τι μου γίνεται. Τώρα στα γεράματα μ’ έπιασε να λέω ποιητηκούρες...»
«Πλάκα έχεις, φίλε μου, μα δε μας πήραν και τα χρόνια. Σε καταλαβαίνω, ωστόσο. Μου έτυχε κι εμένα μια φορά αυτό που λες, και τα ’χασα ολότελα, δεν ήξερα ποιος ήμουνα και που πήγαινα. Μα, δεν κράτησε. Ευτυχώς; Δυστυχώς; Δεν ξέρω.»
«Οι γυναίκες!» αναστέναξε ο Αντρέας.
«Στις γυναίκες!» σήκωσε το ποτήρι του σε πρόποση ο Γιώργος.
Μένουν για λίγο σιωπηλοί. Παρατηρούν τους άλλους θαμώνες στο καφενείο, που δε μοιάζει να τους σκιάζει σκοτούρα καμιά. Τους ζηλεύουν λίγο. η αλήθεια να λέγεται. Αρχίζουν και πάλι να μιλάνε.
«Πόσα χρόνια είσαστε μαζί;»
«Πέντε, θαρρώ.»
«Καυγάδες;»
«Ου, αμέτρητοι. Αλλά, γι’ αυτό μ’ αρέσει. Επειδή μ’ αυτή μπορώ να τσακώνομαι άγρια, να βγάζω τα απωθημένα μου. Αν δεν ήτανε αυτή που είναι, τόσο οργισμένη, τόσο αλανιάρα, δε θα ήθελα να την έχω. Δεν είναι δα κι η ομορφότερη γυναίκα στον κόσμο. Ωστόσο, ίσως να είναι η πιο ειλικρινής. Έτσι και πει κι ανοίξει το στόμα της, όλοι τρέχουνε για να κρυφτούν.»
«Ακόμη και τώρα;»
«Τώρα; Τώρα άλλαξε. Σα να μαλάκωσε κάπου, σα να ράγισε. Και φταίω εγώ γι’ αυτό. Αλλά, φταίει κι εκείνη. Της είπα ποιος είμαι απ’ την αρχή. Της είπα τι θέλω να κάνω στη ζωή μου. Τι αγαπώ πιότερο στον κόσμο. Της τα είπα όλα και τάχατες τα κατάλαβε, τάχατες δεν είχε κανένα πρόβλημα μ’ αυτό, όμως τώρα...»
«Έχει και τα δίκια της.»
«Τα έχει δε λέω, αλλά...»
«Μη μιλήσεις. Ξέρω, ρε συ. Άσε να δούμε τι θα φέρει ο χρόνος. Ίσως τα πράγματα γίνουν καλύτερα.»
«Ελπίζω αλλά φοβάμαι, Γιώργο. Θυμάσαι; Θυμάσαι τότε που ήμασταν στην εφηβεία. Όλο να κοιτάμε μπροστά. όλο αυτό μας έλεγαν. Μα τώρα, ούτε μπροστά, μήτε πίσω δεν τολμάω να κοιτάξω. Εδώ και πολλή καιρό δεν περιμένω πια τον ήλιο, αλλά μονάχα περισσότερη βροχή.»
«Ίσως να βρέξει και να ξεπλύνει τα κακώς έχοντα...»
«Μαλακίες. Ακούς εκεί, τα κακώς έχοντα! Αφού κι εκείνα εγώ, εμείς τα δημιουργήσαμε ρε. λες να νοιαστεί ξαφνικά για μας ο καλός θεούλης και να τρέξει να μας βοηθήσει;»
«Ποτέ δεν ξέρεις!»
«Δεν ξέρω, δεν προσεύχομαι, δεν ελπίζω. Σ’ αυτά τα βρώμικα νερά θα κολυμπήσουμε εγώ κι εκείνη, μοναχοί.»
«Άντε, γεια μας. Και καλή καρδιά...»
«Γεια μας!»
Δημοσίευση σχολίου