Πέμπτη, 15 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 1

Επιτέλους, κάτι καινούριο!
Δεν ξέρω που ακριβώς θα με βγάλει αυτή η ιστορία, τους δρόμους που θα ακολουθήσει, αλλά εύχομαι τουλάχιστον να είναι ενδιαφέρουσα, τόσο για σας όσο και για μένα.
Ιδού, λοιπόν, το πρώτο κεφάλαιο από ένα -άγραφο ακόμη- μυθιστόρημα με τίτλο:
"Δυο φωνές και μια σιωπή"

Κάθεται σε μια κουνιστή πολυθρόνα και κοιτά έξω τη βροχή να πέφτει απαλά, σα σε χορογραφία, και νιώθει το μέσα της να καταβρέχεται, να πλημμυρίζει. «Πώς φτάσαμε ως εδώ;» αναρωτιέται. «Πώς;» βροντοφωνάζει. Αλλά, η μοναξιά της, οι τοίχοι κι η βροχή, δεν της δίνουν καμία απάντηση. Δεν την περιμένει, άλλωστε. Την ξέρει. Την ξέρει πολύ καλά. Κι η απάντηση αυτή είναι που την σκοτώνει, που τη φέρνει κάθε μέρα, κάθε ώρα, όλο και πιο πολύ στο χείλος του γκρεμού, που την οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην αυτοκαταστροφή. Ξεφυσάει! Τον καημό της ξεφυσάει και τον κάτασπρο διάφανο καπνό από ένα τσιγάρο που έχει φτάσει στο τέλος του, που σε λίγο θ’ αναπαυθεί δίπλα-πάνω σε άλλα πολλά, στο τασάκι.
«Πρέπει να κάνω κάτι,» σκέφτεται, «αλλά τι;» Τι να κάνει; Αφού ο έλεγχος ξέφυγε απ’ τα χέρια της – απ’ τα χέρια τους. Όχι πώς τον είχαν ποτέ, όχι απόλυτα. Τη ζωή κανείς δεν την ελέγχει, πάντα τα δικά της κάνει, χαρίζοντας την ίδια ώρα στους δόλιους τους ανθρώπους ψευδαισθήσεις σιγουριάς και ασφάλειας. Να, σαν κι αυτές που είχε η Βασιλική. Όλα νόμιζε ότι θα πήγαιναν καλά, ότι αυτοί ποτέ δε θα την πάθαιναν όπως οι άλλοι, ότι ήταν γραμμένη στ’ αστέρια η ευτυχία τους. Κάποια φορά, μάλιστα, πλήρωσε αδρά κάποια περιπλανώμενη χειρομάντισσα για να της επιβεβαιώσει τις άκυρές της ψευδαισθήσεις. Κι εκείνη το έκανε. Της υποσχέθηκε μια υπέροχη ζωή, μα τα όνειρά της έμειναν ανεκπλήρωτα.
Και τώρα; Στέκεται σ’ ένα σταυροδρόμι και δεν ξέρει προς τα που να κινηθεί, που θα τη βγάλει ο δρόμος της. Κλείνεται ερμητικά στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού και του μέσα της, κι αναπολεί ένα παρελθόν λειψό, ένα μέλλον που δε θα ανατείλει ποτέ.
Η βροχή πού και πού τη βγάζει απ’ τις σκέψεις της, αλλά όχι για πολύ. Ανοίγει τα μάτια και κοιτά προς τα έξω, προς τον κόσμο που εξακολουθεί πεισματικά να υπάρχει. Ακούει τις σταγόνες καθώς πέφτουν με δύναμη αναπηδώντας στο πλακόστρωτο, βλέπει τα πρώτα φώτα της νύχτας να τους ζωγραφίζουν πορτοκαλοκίτρινες σκιές. Ένα κορίτσι με όμορφο κόκκινο φουστάνι, βρεγμένο ως το κόκαλο, με τα μαλλιά πιασμένα ψηλά σε κότσο και μ’ ένα μικρό σακίδιο στον ώμο, στέκεται κάτω από μια τέντα και σα να τουρτουρίζει. Την έπιασε εξ’ απροόπτου αυτή η φθινοπωρινή μπόρα. Για μια στιγμή σκέφτεται να την προσκαλέσει μέσα, στο σπίτι της, να στεγνώσει, να ζεσταθεί, αλλά δεν το κάνει. Τα προβλήματα των άλλων δεν την αφορούν. όχι πια! Εξάλλου είναι πολύ μικρά, πολύ ασήμαντα, μπροστά στα δικά της τα αιματοβαμμένα.
Η βροχή αγριεύει, το μέσα της θεριεύει. Που να ’ναι τώρα εκείνος; Που να ’ναι ο Αντρέας; Δε ρωτάει στ’ αλήθεια. Ξέρει. Ξέρει που είναι, αλλά να, τον χρειάζεται. Το κορμί της τον χρειάζεται. Η ψυχή της τον χρειάζεται. Μόνο εκείνος μπορεί και την ηρεμεί, μονάχα εκείνος την κάνει κι εκρήγνεται. Έχει τον τρόπο του.
Προτού τον γνωρίσει δεν πίστευε πώς θα μπορούσε ποτέ της να ερωτευτεί. Όλοι ίδιοι τής φαίνονταν οι άντρες, παιδιά της μαμάς, απλώς παιδιά, ανούσιοι. Αλλά όχι ο Αντρέας. Όχι εκείνος. Απ’ την πρώτη φορά που τον είδε, κατάλαβε. Ήταν διαφορετικός αυτός. Ήταν δυνατός. Αν τον κατακτούσε, αν τον έκανε δικό της, αυτός ποτέ δε θα της κλαιγόταν. Θα ήταν πάντα εκεί, πάντα δίπλα της, να τη στηρίζει.
Αλλά, τώρα δεν είναι. Τα ’φερε έτσι η ζωή η πλανεύτρα και τον έχασε. Τον έχασε δίχως να τον χάσει. Δεν την απογοήτευσε ποτέ. Δεν την εγκατέλειψε. Ήταν ο άντρας. ο άντρας της! Ποιος ξέρει; Ίσως όταν περάσει η φουρτούνα -κάνε θεέ μου να περάσει γρήγορα, μέσα της κρυφά παρακαλεί- γυρίσει πίσω κοντά της. Όχι ίσως, θα το κάνει αυτό, θα γυρίσει σίγουρα σ’ εκείνη. Φτάνει τα πράγματα να παν καλά. Φτάνει να μην πληρώσουν στον κόσμο ετούτο, σ’ αυτή τη ζωή, για τις αμαρτίες τους, φτάνει να ζήσει...


Δημοσίευση σχολίου