

Γράφω για την απουσία. Την απουσία της γραφής...
Παραφράζοντας το γνωστό τραγούδι θα έλεγα... Παράξενος χειμώνας βγαίνει, παράξενη εποχή. Και όντως ήταν παράξενος αυτός ο χειμώνας αφού σχεδόν καθόλου δεν τον έζησα. Νόμιζα κιόλας ότι δεν θα προλάβαινα καν να πάρω μία γεύση του. Αλλά, να που έπεσα έξω. Να, που επέστρεψα σε μια παράξενα χειμωνιάτικη Κύπρο, όπου ο καιρός κάνει ό,τι του κατέβει. Τι εννοώ; Να, σε μισή ώρα μπορεί να μας πάει από ήλιο σε βροχή, κι από βροχή σε δυνατούς βοριάδες. Αλλά, τουλάχιστον βρέχει. Και λίγο χιονίζει. Βγαίνοντας απ’ την πόρτα μου και κάνοντας λίγα βήματα αντικρίζω τα λευκοντυμένα βουνά του Τροόδους και ευφραίνεται η ψυχή μου. Δεν είναι όπως παλιά φυσικά, τότε που έριχνε δυο-τρία μέτρα χιόνι, αλλά από το τίποτα καλό είναι και το λίγο.
Επιτέλους, οι «εφιαλτικές» μέρες της πόλης τελείωσαν. Ναι, ξέρω, κάπου το παρατραβώ περιγράφοντας με τόσο μελανά χρώματα την παραμονή μου εκεί, αλλά η αλήθεια είναι ότι έφτασα πια να απεχθάνομαι στ’ αλήθεια τον τόπο που άλλοτε μου χάριζε ζωή. Είναι πολύ πιθανόν κάποτε να επιστρέψω στη Λευκωσία, αλλά προς το παρόν λέω να χαρώ όσο μπορώ περισσότερο αυτά τα λίγα, τα πολλά, που μου χαρίζει το χωριό. Να καλημερίζω καθημερινά το φιλαράκι πιο πάνω, να περιμένω τα μανταρίνια και τα λεμόνια να ωριμάσουν, να μελετώ τα σύννεφα και να μετρώ τα άστρα.Να ξυπνάς πρωί-πρωί
Ακούγοντας τα κελαδήματα των πουλιών στα δέντρα
Και τα βήματα των γάτων στα κεραμίδια.
Ν’ ανοίγεις τα μάτια στο φως
Και να σε καλημερίζει όλη φύση.
Να κάθεσαι στης ξώπορτας τα σκαλοπάτια
Και ν’ ακούς τον άνεμο του φθινοπώρου
Να παρασύρει τις αλλοτινές σου έγνοιες μακριά.
Να νιώθεις ξαφνικά τόσο γαλήνιος
Που να πλημμυρίζει το μέσα σου χρώματα.
Και να ξέρεις, βαθιά μέσα σου να νιώθεις,
Ότι όλ’ αυτά είναι μονάχα η αρχή...
Έτσι ακριβώς! Μιας μετακόμισης που δε λέει να τελειώσει, αφού γίνεται αποκλειστικά με Ι.Χ., και μ’ αυτό πόσα να κουβαλήσει κανείς. Ωστόσο, η σωτηρία δεν είναι μακριά. Ένα ακόμη ταξίδι δρόμος, φτάνει φυσικά να μην ξεχάσω πίσω κάποια πράγματα, όπως σήμερα. Όπως σήμερα που ήρθα έχοντας κατά νου να βάλω τις τελευταίες πινελιές στο σκηνικό της ανατέλλουσας ζωής, πράγμα που δεν κατάφερα.