Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2009

Αυτή που θέλει

Τη θέλει! Και πρέπει να την αποκτήσει. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Γεννήθηκε μόνο και μόνο για να είναι μαζί της, για να τη φροντίσει, για να τον προσέχει. Το ξέρει στα σίγουρα αυτό, το νιώθει πολύ βαθιά μέσα του. Το μόνο… Το μόνο που δεν βρίσκει τρόπο να την πλησιάσει. Πάντα υπάρχουν κάποιοι άλλοι άνθρωποι γύρω της. Πάντα κάποιοι άλλοι τρέχουν να πραγματοποιήσουν κάθε της επιθυμία, να την κάνουν να νιώσει βασίλισσα. Κι αυτός; Κι αυτός πώς να τα βγάλει πέρα μαζί τους; Πώς να τους ανταγωνιστεί; Ένα φτωχαδάκι είναι. Κι εκείνη είναι, προφανώς, προορισμένη για τα πλούσια και τα μεγάλα. Αλήθεια, ποιο να είναι το όνομά της; Ναι, ούτε κι αυτό το ξέρει. Απλά την κοιτά με δίψα και λαχτάρα μεγάλη και τη βαφτίζει με ονόματα φανταστικά, μ’ αυτά που πιότερο πιστεύει ότι της ταιριάζουν. Τη μια τη λέει Λούσι, την άλλη Μάγια, την παράλλη Νανά. Τη λέει, αλλά δεν της το λέει.
Είναι αργά το απόγευμα και την παρακολουθεί και πάλι. Τον τελευταίο καιρό έχει γίνει η σκιά της – κάτι σαν εραστής του ονείρου, αλλά όχι ακριβώς. Την παρακολουθεί βήμα το βήμα, δρόμο το δρόμο, με οδηγό την ελπίδα. «Πού θα μου πάει;» σκέφτεται, «πού θα μου πάει; Κάποτε θα την πετύχω μόνη και τότε…» Και τότε; Δεν συμπληρώνει την σκέψη του. Την αφήνει να αιωρείται στο κενό του αποπνιχτικού της πόλης αέρα, να χάνεται σε λαβύρινθους πόνου και απόγνωσης, στην αφορμή – στην αφορμή που τον έφερε μέχρι εδώ.
Ένας θάνατος, ο θάνατος, ήταν που τον έφερε σ’ αυτή τη θέση. Ο θάνατος της αγαπημένης του. Αν δεν πέθαινε εκείνη, δεν θα κυνηγούσε τώρα τόσο επίμονα αυτή. Αν δεν της θύμιζε εκείνη, δεν θα τον τραβούσε αυτή. Μοιάζουν, πολύ, σαν δίδυμες είναι. Όταν βλέπει τη ζωντανή, νιώθει μέσα του τη νεκρή. Άδικη ζωή. Άδικη. Όχι επειδή πέθανε η αγαπημένη -αυτά δα κάποτε θα συνέβαινε- αλλά επειδή του την σκότωσαν. Κάτι άνθρωποι κακοί, υστερόβουλοι, του έκλεψαν με το έτσι θέλω ό,τι πιο πολύτιμο είχε στη ζωή. Και σαν να μην έφτανε το κακό που του έκαναν, κοκορεύονταν κιόλας, του έφτυναν κατά πρόσωπο την περιφρόνησή τους. «Δεν θα περάσει έτσι αυτό,» ορκίστηκε σιωπηλά πάνω από τον τάφο της, και το λόγο του τον κράτησε. Κυνήγησε τον ένα μετά τον άλλο τους δολοφόνους της και τους σκότωσε όλους. Και την έβγαλε καθαρή, αφού αυτός είναι ξύπνιος πολύ. Χρειάστηκε νύχτες αγρύπνιας, μήνες αγωνίας μέχρι να το κάνει αυτό, αλλά στο τέλος δικαιώθηκε. Και τώρα, απλά προσπαθεί να φέρει ξανά στη ζωή το όμορφο χθες του.
Εδώ και λίγη ώρα κάθεται σ’ ένα ξεβαμμένο απ’ το χρόνο και τη χρήση παγκάκι, σ’ ένα σχεδόν ολότελα εγκαταλειμμένο πάρκο και κρύβοντας τα μάτια του πίσω από μια εφημερίδα, όσο πιο διακριτικά μπορεί την παρακολουθεί. Κάτι του λέει ότι σήμερα θα γίνει αυτό που εδώ και τόσο καιρό ονειρευόταν, θα την κάνει δική του. Όλα μοιάζουν να συνηγορούν υπέρ του. Το ότι σήμερα μένει όλο και πιο πολύ μόνη. Το ότι οι άλλοι μοιάζουν απόλυτα απασχολημένοι με τον εαυτό τους. Κι η νύχτα που σε λίγο θ’ αρχίσει να πέφτει τονώνοντας την αυτοπεποίθησή του.
Σηκώνεται κι αρχίζει σιγά-σιγά να την πλησιάζει. Κινείται προσεκτικά, αφού δεν θέλει να κινήσει τις υποψίες. Εκείνη τον βλέπει που έρχεται όλο πιο κοντά, μα δεν αντιδρά. Αντίθετα παίρνει να τον πλησιάζει, αφού αν και της είναι ολότελα ξένος, η μορφή του της είναι γνωστή, συνήθισε πια την παρουσία του και το ένστικτό της της λέει ότι μπορεί να τον εμπιστευτεί.
«Έλα μαζί μου. Ακολούθησέ με,» της ψιθυρίζει, κι εκείνη απλά υπακούει. Με βήματα αργόσυρτα, αλλά σίγουρα και σταθερά κατευθύνονται προς την έξοδο του πάρκου. Το όνειρο πλησιάζει όλο και πιο πολύ στην πραγματοποίησή του.
Η νύχτα τους βρίσκει να κάθονται παρέα στον καναπέ. Τη χαϊδεύει με πάθος και αγάπη πολλή, την κλείνει στην αγκαλιά του, της λέει ξανά και ξανά ότι είναι το μωρό του, το ένα και μοναδικό, ότι δεν πρόκειται ν’ αγαπήσει ποτέ άλλη σκυλίτσα σαν κι αυτή. Κι εκείνη κουνάει την ουρά της χαρούμενη, τρώει τα μπισκότα που της δίνει γενναιόδωρα μέσα από το χέρι του, κι ευλογεί την τύχη της.
«Σ’ έκλεψα, αγάπη μου, σ’ έκλεψα!» τον ακούει να της ψιθυρίζει πού και πού και σχεδόν νιώθει την ευτυχία που πλημμυρίζει το είναι του σαν αύρα μαγική να την λούζει. Τη μια τη φωνάζει Λούσι, την άλλη Μάγια, την παράλλη Νανά. Γι’ αυτόν το όνομά της δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Φτάνει που ετούτη τη στιγμή είναι εδώ, μαζί του. Φτάνει που ήρθε και του σκότωσε τη μοναξιά, που ξέγραψε με ένα γαύγισμά της του χθες του τα πολλά φαντάσματα.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου