Δευτέρα, 10 Μαΐου 2010

Μεταλλαγμένα μυαλά


Το πιο κάτω το είχα γράψει πριν από καμιά δεκαριά χρόνια. Είχα ξεχάσει σχεδόν την ύπαρξή του. Η τύχη ή η ατυχία το οδήγησε σήμερα, μέσα από τα στενά του ίντερνετ, στο δρόμο μου. Είναι λίγο κουφό, ή μάλλον πολύ, ωστόσο κατά κάποιο τρόπο παραμένει επίκαιρο.

Μεταλλαγμένα μυαλά

εκκωφαντικές σιωπές

το τηλέφωνο

οι ένοχοι στο οστεοφυλάκιο

χαμηλωμένα βλέμματα

κουρδισμένα απόβλητα

το χρονόμετρο το χρονόμετρο

δυο λεπτά για να ζήσουμε

αναισθησιογόνες κραυγές

παράλογα κυβικά

τρύπες του όζοντος

γύπες του όζοντος

γόπες ευτυχίας

φανατισμένοι ειρηνιστές

σάπιες αντιλήψεις

και η αγάπη του άνθρακα

τρέξε τρέξε σε κυνηγά

η ψυχή σου

κι ένα αστέρι πέφτει πέφτει

έπεσε

μα είναι μακρύς ο δρόμος

φυλές ξεφτίλας

απόψεις από σκορδόψωμο

ψιχάλες αντίληψης

απόκληροι του έρωτα

πτήση για την κόλαση

εκεί βαθιά στον ουρανό

καβουρδισμένες ταυτότητες

πλήθος από αυταπάτες

θάνατος της ζωής

προ του θανάτου

και το παιδί κλαίει για

το χαμένο του τόπι

ανάσα

μάτια ανοικτά που τίποτα

δε βλέπουν

μάτια κλειστά πολύ κλειστά

ακοή

φύλλα χλοής σε μαύρο χρώμα

το παράπονο του ανέμου

πικροθάλασσα δακρύων

αίσθηση

ερωτικό άγγιγμα

παράδεισος από ψέματα

πτώση

και η φωτιά καίει

στης μοναξιάς την εστία

προσοχή προσοχή

ο αγώνας αρχίζει

το μέλλον είναι εδώ

και το σκοτάδι

αδιαπέραστο

πίστη

γονάτισε ευλαβικά και

προσκύνα το κάτουρο

ανακούφιση

ημέρα της σωτηρίας

δικαιοσύνη

αδικία

και το δάκρυ αναβλύζει

από αστείρευτη πηγή

στείρων οφθαλμαπατών

φώναξε

το μαχαίρι το μαχαίρι

βαθιά στην πληγή

που δεν υπάρχει

άφθονο αίμα μολυσμένο

από κούφια πιστεύω

ένα δύο τρία…

βήματα καταστροφής

μιζέρια

μπλαβίς ήλιος

κιαρόσκουρη σελήνη

σκοτειναστεριά

άνοιξαν οι κρούνοι

του αθέλητου θέλω

σκύψε

η άλλη ζωή είναι εδώ

εσύ είσαι αλλού

ψευδαισθήσεις ελευθερίας

ανθρωπόμορφα τέρατα

κανίβαλοι

αστραπές σκοτίζουν το φως

βροντές ράβουν τη γη

κεραυνοί ζωντανεύουν τον πλανήτη

χιόνι από στάχτη

κοίτα

κάποτε ήταν η γη

πάει το τρένο

μην κλαις που πήρες λάθος

δώρο απλά δεν

ήξερες να παίξεις

μια φορά και ένα καιρό

και άλλα παραμύθια

που έγιναν εφιάλτες

το μεγάλο ΑΧ

μετά

εγένετω φως εκ φωτός

αλλά έσβησε ο πυρσός

πίσω

στο χρόνο πίσω

στο τότε που ήταν αλλιώς

αλλιώς

σκάσε

κάπνισε παρηγοριά

πιες λησμόνια

φάε τα σκατά

τα δικά σου σκατά

και δόξασε τον Κύριο

αμήν

αλλά όλα τώρα αρχίζουν

τώρα που είναι αργά

έκπληκτα βλέμματα

υπόνοια θλίψης

κατάλαβες

δεν κατάλαβες

πύρινη κόλαση δροσιάς

μιλάει στα χαμένα

ατιμία

ήχοι νεκρού τυμπάνου

πολεμιστές του σκότους

μαύρο αίμα

το πνεύμα της λίμνης

πέθανε νωρίς

έμεινε άνεργος ο χάρος

γεννιούνται όλοι νεκροί

ξωτικά

διασχίζουν τα άλλοτε δάση

για να συναντήσουν

τους άλλοτε ονειροδοσμένους

αλλοπαρμένους ανθρώπους

πεθαίνουν κι αυτά

θόρυβος

δε χάσαμε τίποτα

δεν είχαμε τίποτα

είμαστε ελεύθεροι

ελεύθεροι στο κλουβί μας

σιγή

άχρωμη καρδιά

στις όχθες της αχερουσίας

κυνηγάει μες στην ερημιά

νόημα ύπαρξης

απογοήτευση

οι ποιητές πήραν επίδομα ανεργίας

άσχετο

η συνέχεια

κάποτε ήταν ένα δάσος

κάποτε υπήρχανε ζώα

κάποτε κυλούσαν ποτάμια

κάποτε υπήρχανε ψάρια

κάποτε

νοσταλγώ

το χαμένο χαμόγελο

τα φλογισμένα μάτια

τις καυτές ανάσες

τα ανάλαφρα χάδια

τα παθιασμένα φιλιά

τα λάθη μου

μετά βγήκαν τα φίδια

πήραν ψυχές

έδωσαν χρήμα

κι ασφάλειες ζωής

στους νεκρούς

φχαριστώ δε θα πάρω

πήρα

πήρα και πήγα και

πέταξα τα δώρα τους

στο λάκο με τις υποσχέσεις

έλεος

τα τζιτζίκια δε λένε

πια το τραγούδι τους

τα πουλιά δε μας

χαρίζουν μελωδίες

κι ο πετεινός ξυπνάει

πια το βράδυ

ανατροπή

ό,τι δεν είναι γίνεται

και ό,τι ήταν όχι

αναπόφευκτη έλξη

προς τη φθορά

τάξη

νόμος

πειθαρχία

στ’ αλήθεια

αταξία

ανομία

απειθαρχία

κι ακόμη

διαφθορά

διαπλοκή

διακαής πόθος μου είναι

να ζήσω

κοτσάνα

ήταν κάποτε η μέρα

και άλλες αναμνήσεις

πόνος

ένα κοριτσάκι παίζει

με μια κούκλα δίχως χέρια

η φωτιά καίει τα

εναπομείναντα αποκαϊδια

ο λοχαγός εκτελεί το

φαντάρο που θέλησε να

λιποτακτήσει προς

τη συνείδησή του

οίκτο

κυρίες και κύριοι

ζούμε μια ιστορική στιγμή

το θάνατο της ιστορίας

ο καθένας είναι ό,τι λέει

ο καθένας λέει ό,τι θέλει

ο καθένας θέλει ό,τι δεν έχει

ο καθένας

ο κανένας

επιστροφή στη φύση

το νέο σύνθημα

πάμε θερμοκήπιο

αμάν

το καφέ αμάν

προσφέρει καφέδες σε χάπι

προσεχώς και σε προφυλακτικό

πλήξη

κατάργησαν τους πολέμους

οι νεκροί δεν πεθαίνουν

επανάληψη

για δες πως λάμπει ο ήλιος

σ’ αυτή την παλιά φωτογραφία

κλεμμένη στιγμή

θάμβος

ήταν ένα μικρό καράβι κι

άλλα ανθρωποφαγικά τραγούδια

το χρέος το χρέος

προς τη μαμά πατρίδα

και τον μπαμπαχρήμα

οδηγώ οδηγώ μες στο δάσος

όταν ο μπάτσος δεν είν’ εδώ

μπάτσε μπάτσε είσ’ εδώ

η κοκκινοσκουφιτσά έγινε

κοκκινοφωτίτσα

κόκκινη κλωστή δεμένη σε

διαφήμιση τυλιγμένη

έκτακτη επικαιρότητα

μείνετε μαζί μας για

να δείτε

πόσοι πέθαναν

πόσοι ακρωτηριάστηκαν

πόσα δάση κάηκαν

πόσες λίμνες ξεράθηκαν

πόσα ποτάμια στέρεψαν

πόσα πουλία και ζώα εξαφανίστηκαν

καλά να περνάτε

κίνδυνος

θα χαθεί το έθνος

γραφείο απολεσθέντων η μύγα

για δες καιρό που διάλεξε

ο χάρος να με πάρει

τώρα που τρώνε τα κλαριά

και πίνουν το χορτάρι

ανωρθώγραφως

τωτίς
ποτίς

χασής

γκρίζαραν τα όνειρα

τα πρόσωπα ντύθηκαν τη θλίψη

η μουσική έγινε άηχη

βάλτος

βγαίνουμε για βόλτα

στους υπονόμους με

τους λογιστές

υπολογιστές

ανθυπολογιστές

ληστές του κάρμα

τι κι αν όλα είναι ένα ψέμα

φτάνει που είμαστε ευτυχισμένοι

ευθυ-χεσμένοι

λέξεις

κλεμμένες από άλλες εποχές

ριγμένες τυχαία στο

όχι του χρόνου

άδεια σελίδα

έρημος από χιόνι

σε σεληνιακό τοπίο

τα άγρια μωρά άγρια καίγονται

μαμάάάάάάάά

η ηδονή έγινε οδύνη

η οδύνη πρέπει

το πρέπει θηλιά

η θηλιά στο λαιμό

που μας πνίγει και

μας παίρνει την

κάθε δανεικιά ανάσα

βαθιά αναπνοή

κιχ κιχ νέφος

αφουγκράσου

ένας ψίθυρος

κάποτ’ εδώ ήταν η ζωή

τώρα το πείραμά της

κλωνοποιηθείτε

ανοιγώ τις φτερούγες μου

πηδάω απ’ το παράθυρο

και πετάω

από το μηδέν προς το μηδέν

σύγκρουση

σύγκριση

με δυο λόγια άλλα λόγια

αλκοόλ

αφήνομαι στην αγκαλιά σου

γλυκιά αποχή απ’ το όχι μου

δήμιος του δεσμοφύλακα

της ελεύθερης σκέψης μου

το κλειδί

για να ανοίξουμε τις θύρες

της αντίληψης

για να μακελέψουμε

την ασφάλειά τους

για να κλέψουμε

τα χρώματα του ουρανού

που ’ναι από χρόνια στο μπαούλο τους

για να ανοίξουμε τις

σκουριασμένες καρδιές

… τέσσερα πέντε έξι

στη σειρά

όλα με το ίδιο πρόσωπο

τα ίδια ρούχα

τα ίδια εξαθλιωμένα βλέμματα

γίνε κι εσύ κάποιος άλλος

μπεεεεεεεεεεεε

ντόλι ντόλι τον καημό μου

τρέχω

πέφτω

σηκώνομαι

αντέχω

αδράχνω

τη μέρα

μα φεύγει

σα σφαίρα

κυρτό κάτοπτρο

κυρτές φάτσες

κυρτές ράτσες

κυράτσες

άσχετο δύο

σπασμένο γυαλί

η λογική μας

μας πάει στης

αβύσσου το αύριο

ζήτω ζητώ

για να ζήσω

αλλά

η στιγμή χάθηκε μαζί

με τη γυμνή γυναίκα

που έφαγε ένα μήλο

επειδή τα αχλάδια

ήταν άγουρα

ο παράδεισος χάθηκε

για ένα φρούτο εποχής

καθώς

ο άνθρωπος τολμούσε

να είναι ελεύθερος

στη μάσα

τώρα εξασκημένες μασέλες

τρώνε τα πάντα

όνειρα

συνειδήσεις

χαμό-γελά

τρούφες

και άλλα γλυκά

οι πανφάγοι γύρισαν

κι όλοι

τους γλύφουν τους κώλους

μπας και γιατρευτούν

οι αιμορρόιδες

και κείνοι τους χαρίζουν

γενναιόδωρα πορδές

σε βρόμικο κόσμο

βρόμικα ζούμε

σταθείτε

συνεχίστε

παιχνίδια της σκέψης

παιχνίδια αγγέλων

παιχνίδια πολέμου

σήψη

στο βατερλώ του κορμιού μου

αποσύνθεση

ο καλύτερος κόσμος

φαγητό για όλους

στέγη για όλους

μόρφωση για όλους

ευτυχία για όλους

είν’ εδώ

ξύπνησα

τι εφιάλτης κι αυτός

καίω

τα χαρτιά της μοίρας

ένα ένα

αφήνω το αύριο στους ειδικούς

διπλωματοθείτε

ποτέ μη λέτε τι σκέφτεστε

ποτέ μην κάνετε αυτά που θέλετε

ποτέ μη θέλετε ό,τι δεν πρέπει

ποτέ μην είστε εσείς

η πεμπτουσία της ευδαιμονίας

άγνοια

ο γέρος που κάθεται

στη γωνιά του δρόμου

ζητιανεύοντας αγάπη

αθλιότης

μας χαλά την εικόνα

σκοτώστε το ζωγράφο

φονιάδες των λαών

καλλιτέχνες

πανέμορφες θάλασσες

καθαροί ουρανοί

κρυστάλλινα ποτάμια

θεσπέσιες λίμνες

και άλλα ανέκδοτα

ο δρόμος περνά απ’ το μυαλό

ένα καλώδιο χάσκει ασύνδετο

στον τεχνικό στον τεχνικό

καλωδιωθείτε

η απώλεια μνήμης και ενέργειας

τιμωρείται

με διαγραφή από

το σωματείο

η καλή αγέλη

άρχοντά μου και θεέ

συγχώρεσέ με

πάρε κατσαβίδι

ουφ γλίτωσα

ακούω τα κοτσύφια

να τραγουδούν έξω

απ’ το παράθυρό μου

σε ζωντανή ηχογράφηση

απ’ τον περασμένο αιώνα

ειρωνία

κάνουμε ό,τι μισούμε

φρίκη

κάηκε το ψάρι που

φιλούσα σαν ανάμνηση

στο ψυγείο της

κρυογενετικής

τικ τακ τικ τακ

παρακαλώ ελάτε αργότερα

είμαι στο φορτιστή

πήρα τηλέφωνο στο φυτώριο

και παράγγειλα παιδί

δεν έχουν πολλές ποικιλίες

η μαμά έβαλε πέντε

διαφορετικά πιάτα με

χάπια στο τραπέζι για

το μεσημεριανό φαγητό

η γάτα είναι ακόμη στην πρίζα

μετά από το χθεσινό ατύχημα

τράκαρε με μια ιδέα

στον υπολογιστή

την καημενούλα

αρκετά

όχι δεν είναι αρκετά

τα πρόβατα να ακολουθήσουν

τον οδηγό με τη σημαιούλα

μπλέξαμε τα μπούτια μας

αλλαγή πορείας

τρέχουμε μέ’ σ’ ένα λαβύρινθο

όπου όλα μοιάζουν να είναι τα ίδια

καιόλαενώνονταισεένακαιάντεναβγεις

βλέπουμε ένα φωτάκι

το ακολουθάμε

μας οδηγά σ’ ένα άλλο φωτάκι

το οποίο ακολουθά

τους τελευταίους από μας

γύρω γύρω όλοι και

στη μέση η πανώλη

μοιάζει μάταιη τούτη η

περιπλάνηση στις ψευδαισθήσεις

αφού

όλοι ξέρουμε ότι

είμαστε κάπου αλλού

το λέω

πέφτει η σιωπή

σπάει το κεφάλι της

στην οροφή

σκουλήκια

αρχίζουν να ξεπροβάλλουν

απ’ τα κεφάλια μας

δεν τρομάζουμε

τα κουβαλάμε αιώνες τώρα

σκουλήκια της μη γνώσης

πρέπει να βγούμε

κινάω μπροστά

δεκάδες φωτοκόπια όντα

από πίσω μου

μα ο λαβύρινθος είναι

απέραντος

ο λαβύρινθος είναι

στο μυαλό μας

ο λαβύρινθος είναι

το μυαλό μας

η μόνη διέξοδος να

το αφήσουμε ελεύθερο

μιλάω και πάλι

με ακούνε

με σκυμένο το κεφάλι

κάτι λάμπει

για μια μονάχα στιγμή

στα μάτια τους

μα σβήνει αμέσως

σημάδια ζωής

κάθομαι

στη στάση του λωτού

που απ’ ό,τι διάβασα

παλιά ήταν λουλούδι

κλείνω τα μάτια

διώχνω τους ήχους

προσπαθώ να ξεχάσω

τις σκέψεις του σήμερα

να δω τον κόσμο

με την εσωτερική όραση

ένα φως αρχίζει να

αχνοφέγγει στο σκοτάδι

της μνήμης

ξαφνικά

φωνές ποδοβολητά

μας βρήκαν

κατάλαβαν τι προσπαθούμε

να κάνουμε

είναι αργά για να συνεχίσουμε

σηκωνόμαστε πάνω

καθώς φθάνουν οι

μπάτσοι του νου

είμαστε υπάκοοι

είμαστε υπήκοοι

μπεεεεεεεεε

και η ζωή συνεχίζεται

αφύπνιση

δεν μπόρεσα να δω

επειδή δεν ήξερα

τι ήθελα να δω

τρόμος

ξύπνησα και με είδα

να κοιμάμαι

αυτόφωτοι τοίχοι

με κλείνουν μέσα τους

σπασμοί

θέλω ν’ αφήσω στεντόρεια

βαρβαρική κραυγή

θέλω να ζήσω

ματαιότης ματαιοτήτων

τα πάντα ματαιότης

ένα κερί ένα κερί

μια ελπίδα

που σβήνει με ένα φύσημα

δώστε μου

μια ιδέα

κάτι για να πιστεύω

όχι

δώστε μου μαχαίρι

να με βγάλω

απ’ τη μιζέρια μου

ή καλύτερα βγάλτε με

απ’ την πρίζα

… εφτά, οκτώ, εννιά

ώρες μέρες χρόνια

περιμένω να βρω

σωτηρία

υπάρχω για τους αριθμούς

υπάρχω στους αριθμούς

υπάρχω άραγε

νόβα νόβα σούπερ νόβα

μανιτάρια από θειάφι

φύτρωσαν παντού

δε φοβάμαι τίποτα

είμαι ο φόβος

κοίτα

το παιδί με τα δύο κεφάλια

τα μαύρα βουνά

την κόκκινη θάλασσα

το πύρινο ποτάμι

το μόνιμα γκρίζο ουρανό

τι άλλο να με τρομάξει

αφού

όλα είναι τρόμος

όλα είναι θάνατος

κι εγώ

ένα απλό πιόνι

στη μεγάλη σκακιέρα

του σύμπαντος

όπου οι άλλοι κάνουν παιχνίδι

…δέκα δευτερόλεπτα πριν το τέλος

σας χαιρε-


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ...


Δημοσίευση σχολίου