Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

Η μέρα που θα τολμούσε

Όπως σας είχα υποσχεθεί χθες σήμερα ανεβάζω μία ακόμη από τις Εγκληματικά Ασύστολες ιστορίες μου. Καλή σας... όρεξη!

Επιτέλους, έφθασε! Η μέρα που πάντα ονειρευόταν. Η μέρα η μαγική που από νέος πολύ κρυφά λαχταρούσε. Η μέρα που θα ξεπερνούσε όλα τα όρια, που θα παραβίαζε όλους τους κανόνες. Η μέρα που θα τολμούσε. Που θα γινόταν ένας μικρός, μα όχι αδύναμος θεός. Τώρα είναι έτοιμος. Απόλυτα. Το ξέρει. Το νιώθει βαθιά μέσα του. Αληθινά. Είναι έτοιμος ν’ αφήσει πίσω του όλα τα ψευδεπίγραφα όρια του πρέπει, να γευτεί με όλες του τις αισθήσεις τους γλυκούς απαγορευμένους καρπούς της πιο απόλυτης εξουσίας. Της εξουσίας που κόπιασε, που ίδρωσε πολύ για ν’ αποκτήσει. Αυτής που θα χειριστεί για πρώτη φορά ετούτη την αφόρητα κρύα και σκοτεινή νύχτα του χειμώνα.
Κάθεται μόνος, σιωπηλός και σκεφτικός, στο γραφείο και μελετά στο μυαλό του πολύ προσεκτικά, σχεδόν επιτακτικά, την κάθε μία απ’ τις πολλές όμοιες και διαφορετικές παραμέτρους του σχεδίου του. Σκέφτεται σε βάθος όλα τα αν και τις ανατροπές που πιθανόν να προκύψουν. Ζωγραφίζει με τα μέσα του μάτια την τελική πράξη κι η αδρεναλίνη του ανεβαίνει στα ύψη, καταναλώνει το είναι του όλο.
Ανυπομονεί πολύ. Όσο πλησιάζει η ορισμένη ώρα, η ώρα της δικής του αλήθειας, όλο και περισσότερο. Όχι, δεν υπάρχει περίπτωση να δειλιάσει. Καμία! Θα κάνει το όνειρο που κυνηγά, εκείνο που τον κατατρέχει, πραγματικότητα. Θα γίνει για μια στιγμή και για πάντα παντοδύναμος. Όλα θα πάνε ρολόι. Θα πάρει την εκδίκησή του. Δε θα είναι άμεση, αλλά θα είναι εκδίκηση. Θα εκδικηθεί μια γυναίκα που τον πλήγωσε πολύ, που τον χάραξε ανεξίτηλα, στο πρόσωπο κάποιας άλλης. Οφθαλμού αντί οφθαλμού, κι οδόντα αντί οδόντος. Αλλά, όχι έτσι ακριβώς. Θα σκοτώσει μια πόρνη για να διαγράψει από μέσα του, για να σβήσει, το σωματικό πόνο και την ψυχική οδύνη που του χάρισε κάποια συνάδελφός της, σ’ ένα αόριστο τώρα, μακρινό παρελθόν – ένα παρελθόν που δεν μπορεί καν να τοποθετήσει χρονολογικά μέσα στις αναμνήσεις του. Αυτό είναι το σχέδιό του. να της χαρακώσει αμείλικτα το σώμα, να της το στραγγίξει από αίμα, να την εξευτελίσει. Και ύστερα να τη σκοτώσει. Για να νιώσει κι αυτός, επιτέλους, σαν ένας μικρός μισερός θεός.
Στις δέκα ακριβώς ακούει κάποιον να χτυπάει το κουδούνι στο ρετιρέ της καταξιωμένης του, πλην μίζερης, ζωής. Ανοίγει την πόρτα σε μια ψηλή, καθ’ όλα εντυπωσιακή, γυναίκα που φοράει ξανθιά περούκα και φακούς επαφής, που δίνουν στα μάτια της το χρώμα μια πράσινης βαθιάς θάλασσας. Την κοιτά για μια στιγμή έκθαμβος, σιωπηλός, και μετά την προσκαλεί μέσα μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη.
Πλήρωσε προκαταβολικά για να την έχει μαζί του ολόκληρο το βράδυ και καθώς του περισσεύει ο χρόνος, καθόλου δε βιάζεται.
Της προσφέρει ένα ποτό. Το δέχεται. Μιλάνε για λίγο. Λέει εκκωφαντικά ψέματα ο ένας στον άλλο, αγγίζονται δήθεν τυχαία κι αθώα, γελούν και χαμογελούν, κι η ώρα γλυκά περνά. Το παιχνίδι συνεχίζεται. Το ένα ποτό απαιτεί ένα ακόμη, τα δύο γίνονται τρία, τα τρία στροβιλίζονται στην αγκαλιά του τέταρτου και πάει λέγοντας, κι αυτός κάποια στιγμή αρχίζει ν’ απορεί. Ν’ απορεί με τον εαυτό του. Ν’ απορεί που απολαμβάνει τόσο πολύ τη συντροφιά μιας πόρνης, κάποιας που σχεδιάζει να σκοτώσει. Ναι, εντάξει, αυτό το βλέπει πολύ καθαρά, παρά το θολωμένο του μυαλό, είναι όλη ένα ψέμα μεγάλο, ένα αίσχος, αλλά... για δες πόσο όμορφα χαμογελά! Για δες πόσο γλυκιά γίνεται με το δικό της παράξενο κι επαγγελματικά απόμακρο τρόπο!
Η οργή και η λαχτάρα, η τρυφερότητα και το μίσος, ο πόθος κι ο φόβος, αλλάζουν συνεχώς θέσεις στον ασυνάρτητο χάρτη του μέσα του. Θέλει να τη σκοτώσει. Θέλει να τη σκοτώσει εδώ και τώρα. Αλλά, δεν μπορεί. Όχι ακόμη. Του αρέσει ασυγχώρητα πολύ η παρέα της. Του αρέσει που τη νύχτα αυτή, της ζωής του την πιο σημαντική, είναι εκείνη η δούλα και η ερωμένη του, κάποια που ολοκληρωτικά του ανήκει. Θέλει να κάνει έρωτα μαζί της, όσο οτιδήποτε άλλο στον κόσμο – άγριο έρωτα. Θέλει να πραγματοποιήσει, τη στιγμή ετούτη που την έχει κοντά του ακόμη, ζωντανή, όλες του τις φαντασιώσεις. Θέλει να μάθει πόσο βρώμικο στ’ αλήθεια είναι το βρώμικο σεξ. Θέλει να γευτεί κάποιες σταγόνες μαζοχιστικής απόλαυσης. Της το λέει. Εκείνη συγκατανεύει μ’ ένα αδιάφορο βλέμμα. Είναι μαθημένο το βουνό στα χιόνια. Αλλά, τα μάτια της τρεμοπαίζουν. Μοιάζουν λες να διαπερνάνε το φράγμα των δικών του και να κοιτάνε την ψυχή του γυμνή. Φοβάται! Προσπαθεί απεγνωσμένα να το κρύψει, να μην τον αφήσει να το καταλάβει, αλλά φοβάται. Λες; Λες να μάντεψε τι την περιμένει; Μάλλον όχι, αλλά δεν μπορεί να το διακινδυνεύσει. Δεν μπορεί να το επιτρέψει αυτό. Αν καταλάβει τι ετοιμάζει για κείνη θα χάσει λίγη απ’ τη χαρά, απ’ την ικανοποίηση που τον περιμένει. Πρέπει να κερδίσει την εμπιστοσύνη της, να διασκεδάσει τους φόβους της. Πρέπει όλα να πάνε σύμφωνα με το σχέδιο. Τότε, και μόνο τότε, η εκδίκηση θα είναι γλυκιά.
Πηγαίνουν παραπατώντας κι οι δύο απ’ τη γλυκιά μέθη, που μοιάζει να τους έχει καταβάλει, στην κρεβατοκάμαρα. Βάζει στο στερεοφωνικό να παίζει ένα παλιό ξένο τραγούδι και της ζητά ν’ αρχίσει να γδύνεται αργά, ακολουθώντας τους νωχελικούς του ρυθμούς. Τον υπακούει και καθώς χορεύει, σιγά-σιγά παίρνει να ξεχνά ολότελα τους φόβους και τις αναστολές της, μοιάζει να γίνεται αυτή που εκείνος τη θέλει να γίνει. Όλα, τελικά, θα πάνε καλά, σκέφτεται μ’ ένα αυτάρεσκο χαμόγελο στα χείλη, καθώς είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι και την παρακολουθεί. Τη συμπαθεί τη μικρή. Τη συμπαθεί ασυνήθιστα πολύ. Αλλά, αυτό δεν αλλάζει τίποτα. Θα τη σκοτώσει. Για να τη σώσει. Για να τη σώσει απ’ την άθλια ζήση της. Για να τη βγάλει απ’ το βούρκο. Και για να σωθεί κι ο ίδιος απ’ τους εφιάλτες που τον τυραννάνε μια ολόκληρη ζωή.
Της επιτρέπει, δίχως φόβο, χωρίς ενδοιασμούς, να τον δέσει χειροπόδαρα στο κρεβάτι, ακριβώς όπως επιβάλλουν οι κανόνες του παιχνιδιού. Πρώτα έρχεται η απόλαυση και ύστερα η απόλυτη ευδαιμονία, σκέφτεται. Νιώθει λάβα καυτή την ανάσα της καθώς του φιλάει τ’ αυτί και του δαγκώνει το λαιμό, και προχωράει έμπειρα και έμπυρα και μεθοδικά προς τα κάτω. Κλείνει τα μάτια κι αφήνεται ολοκληρωτικά στην απόλυτη αίσθηση ευδαιμονίας, με την οποία τον φιλοδωρούν τα χάδια και τα φιλιά της. Νιώθει, τι παράξενο, ευτυχισμένος! Το κορμί του ολάκερο φωνάζει ότι είναι ευτυχισμένος... Το ταξίδι των χειλιών της στο παλλόμενο, παραλοϊσμένο, κορμί του συνεχίζεται. Ναι... σκέφτεται... Ναι... Ναι... Ωχ, όχι! Όχι, κραυγάζει φοβισμένος, αγριεμένος. Όχι...
Τον βρίσκει νεκρό στο κρεβάτι τους η γυναίκα του την επόμενη μέρα, επιστρέφοντας από ένα τριήμερο διακοπών. Τα γεννητικά του όργανα μοιάζουν να έχουν αποκοπεί με βία περισσή απ’ το κορμί, ενώ μια χαρακιά από μαχαίρι, ή ίσως κι από ξυράφι, διατρέχει από πάνω ως κάτω, λες σαν θεού αιμάτινη οργή, ολόκληρο το στήθος.


Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2009

Μικρά-μικρά

Και πάμε:

Απάντηση στα σχόλια για το χθεσινό κείμενο: Μη με τρελαίνετε! Όπως γράφω στο με μαύρα γράμματα υστερόγραφο η Μούσα Είναι Εδώ και το κείμενο αποτελούσε όντως προπέρσινα ξινά σταφύλια. Τις τελευταίες δυο βδομάδες έγραψα σχεδόν μισό βιβλίο (αν και τα περισσότερα κεφάλαια ήταν επανασυγγραφή).

Ο έρωτάς μου για τις γιαπωνέζες συγγραφείς άρχισε να μεταμορφώνεται σε εξάρτηση. Το πρόβλημα είναι ότι όσο και να ψάχνω δεν μπορώ να βρω άλλα βιβλία τους μεταφρασμένα στα αγγλικά. Θ’ αρχίσω τις αναφορές σύντομα στου «Κόσμου τα βιβλία»

Και οι τουρίστες δεν φάνηκαν ακόμη. Μ’ εξαίρεση την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς που έγινε ο χαμός, η Τσιανγκ Μάι μοιάζει να διανύει την πιο χαμηλή τουριστική περίοδο των τελευταίων χρόνων, αν και τώρα θα έπρεπε να είναι στο αποκορύφωμά της. Κάτι τα γεγονότα στην Μπανγκόκ, κάτι η οικονομική κρίση, κάτι η ισχυροποίηση του Μπα(τ), όλα έβαλαν το λιθαράκι τους ώστε τα πράγματα να είναι πιο ήσυχα από ποτέ. Το λέω ξανά, αν δεν ήταν οι ντόπιοι ξένοι η πόλη θ’ αντιμετώπιζε πολύ πιο σοβαρά προβλήματα σε ό,τι αφορά τον τουριστικό τομέα. Από την άλλη η κρίση είναι «ευεργετική» για την... αισθητική μου, καθώς όπως μαθαίνω, πολλά μαγαζιά άρχισαν να βάζουν λουκέτο στο έκτρωμα που ονομάζεται Πατάγια.

Τι ανακαλύπτει κανείς τριγυρνώντας στα βιβλιοπωλεία της Τσιανγκ Μάι: Ο Βραχόκηπος του Καζαντζάκη, έκδοση του 1963, σε μέτρια κατάσταση, γύρω στα 3 ευρώ. Το Τρίτο Στεφάνι του Ταχτσή, έκδοση του 1969, περίπου ενάμισι ευρώ. Αγγλικές εκδόσεις, φυσικά. Για τον Καζαντζάκη πρέπει να πούμε ότι εδώ βρίσκεις σχεδόν όλα τα βιβλία του που βγήκαν στα αγγλικά. Απλά τα περισσότερα είναι σε εκδόσεις της δεκαετίας του ’80 κι έτσι δεν μ’ ενδιαφέρουν.

Αύριο λέω να ανεβάσω μία ακόμη Εγκληματικά Ασύστολη ιστορία.

Η φωτογραφία σήμερα δεν κλάπηκε από πουθενά

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2009

Η οδύνη ενός ανήσυχου μυαλού

Να κάθεσαι μπροστά απ’ την οθόνη του υπολογιστή για ώρες, για ώρες ατέλειωτες, και να κοιτάς μια λευκή ηλεκτρονική κολλά χαρτί. Να προσπαθείς να βάλεις τις σκέψεις σου σε μια τάξη για ν’ αρχίσεις να γράφεις, αλλά να μην μπορείς. Το μυαλό να κάνει τα παιχνίδια του, οι σκέψεις να χοροπηδούν και να το σκάνε, τα πλήκτρα να μένουν ακίνητα, το άσπρο να ξεφτάει απ’ τα μάτια σου και να κάνει την εμφάνισή του το screensaver, το screensaver που έφτιαξες εσύ με τις φωτογραφίες που έχεις βγάλει. Το βλέμμα να χαμογελά για λίγο, αλλά αμέσως μετά να πέφτει και πάλι σε περισυλλογή. Κι όλο ν’ αναρωτιέσαι: «Τι μου συμβαίνει; Γιατί δεν μπορώ να συγκεντρωθώ;...»
Μόλις χθες άρχισες να γράφεις ένα βιβλίο στο μυαλό σου... Στο μυαλό σου! «Πρέπει ν’ αρχίσω να γράφω... ν’ αρχίσω να γράφω... ν’ αρχίσω-να-γράφω...» σκέφτεσαι. Περπατάς πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, ξυπόλυτος, κάθεσαι, ξανασηκώνεσαι, βγαίνεις έξω. Παρατηρείς τα σύννεφα και τους ανθρώπους, ακούς τα πουλιά, εκνευρίζεσαι με τα έντομα, ξαναμπαίνεις μέσα, κατευθύνεσαι προς το ψυγείο. Ώρα για ποτό κι ας είναι ακόμη νωρίς το απόγευμα. Σάνγκσομ - κόκα κόλα. Όχι, όχι, δεν περιμένεις ότι με το πιοτό θα έρθει η έμπνευση, απλά πίνεις για να ξεχάσεις, και να ξεχαστείς. Αλλά, αντί αυτού, θυμάσαι. Θυμάσαι, ότι το τελευταίο μεγάλο σου βιβλίο το έγραψες τέσσερα χρόνια πριν, μέσα σε μια έκρηξη έμπνευσης. Χρειάστηκες μόλις μια βδομάδα γι’ αυτό. Αλλά από τότε στέρεψες. Από τότε ζεις γράφοντας κλεμμένες ιστορίες για κάποιων άλλων τις ζωές. Από τότε όλο και κάτι αρχίζεις και όλο και το παρατάς. Από τότε...
Ωστόσο, το χθες είναι χθες, κι ο χρόνος τρέχει χωρίς να νοιάζεται για τις μικρές σου έγνοιες...
Κάθεσαι και πάλι μπροστά απ’ τον υπολογιστή. «Πρέπει ν’ αρχίσω να γράφω... ν’ αρχίσω να γράφω... ν’ αρχίσω-να-γράφω...». Και το κάνεις, αρχίζεις να γράφεις για την αδυναμία σου να γράψεις, για την οδύνη ενός ανήσυχου μυαλού, ενώ έξω απ’ το καφασωτό παράθυρο η ζωή μοιάζει ειρωνικά πολύχρωμη...

Προπέρσινα ξινά σταφύλια, σε στυλ να μην ξεχνιόμαστε. Την Παρασκευή τέλειωσα με την επανασυγγραφή των κεφαλαίων του «Δυο φωνές και μια σιωπή» που παράτησα στη μέση πριν κάτι μήνες και σήμερα άρχισα να γράφω τα νέα. Οπότε, παράπονο ουδέν...
Η φωτογραφία κλεμμένη από εδώ

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009

Η Λεύκη

Πάντα φανταζόταν τον εαυτό της σα νεράιδα,
Σα μια φιγούρα εξωτική.
Και πάντοτε έτσι ντύνονταν,
Μορφή βγαλμένη λες από ένα μύθο παλιό,
Αλλά καθόλου ξεχασμένο,
Ένα μύθο που της έδινε υπόσταση,
Που την έκανε αυτό που ήταν.
Της άρεσε, της άρεσε πολύ ο εαυτός της τής Λεύκης,
Της άρεσε επειδή ήταν αλλιώτικος,
Δοσμένος μέσα σ’ ένα όνειρο που οι άλλοι αδυνατούσαν να δουν,
Που δεν είχαν την ψυχή για να το ζήσουν.
Τόξερε...
Τόξερε πώς κάποιοι άνθρωποι πίσω από την πλάτη της
Την κορόιδευαν,
Τόξερε πώς την αποκαλούσαν τρελή,
Τρελή κι αλλοπαρμένη,
Αλλά, αυτό καθόλου δεν την ένοιαζα.
Τι ξέραν αυτοί;
Τι ξέραν αυτοί για την ψυχή της;
Τίποτα, ουδέν, απολύτως τίποτα.
Κανείς τους δεν μπορούσε να δει το
Λευκό της Λεύκης.
Τους λυπόταν, πολύ.
Τους λυπόταν για το περιορισμένο της όρασης
Και της αντίληψής τους.
Τους λυπόταν για τις αιώνιες διαμάχες τους με τους άλλους,
Που δεν εξυπηρετούσαν κανένα σκοπό.
Τους λυπόταν που ποτέ δε έβρισκαν το χρόνο
Να κοιτάξουν βαθιά μέσα τους και ν’ ανακαλύψουν
Τις δικές τους αλήθειες.
Τι να τους πει, όμως;
Πώς να τους βοηθήσει να αλλάξουν;
Πώς να τους μιλήσει για τη μαγεία της ύπαρξης;
Δεν μπορεί! Όχι στ’ αλήθεια.
Το μόνο που της επιτρέπουν οι δυνάμεις της να κάνει είναι
Να εξακολουθήσει να πορεύεται μόνη στην πλάση ετούτη,
Χαρίζοντας ζωής φως και μια παρηγοριά,
Σε όσους αληθινά τη χρειάζονται,
Στους κατατρεγμένους του κόσμου όλου,
Στους στρατιώτες πιόνια στα πεδία μαχών του παραλόγου,
Στα παιδιά που γεννήθηκαν σ’ ένα άθλιο κόσμο
Και που δεν ελπίζουν σε καμία σωτηρία.
Να, έτσι θα συνεχίσει να πορεύεται η Λεύκη.
Μέχρι, που κάποια μέρα, η μαυρίλα των νέων καιρών
Θα την καταβάλει.
Κι η ομορφιά, κι αυτή πια θα ’χει πεθάνει...
Για μια ακόμη φορά "περσινά ξινά σταφύλια", όπως μου αρέσει να λέω. Η φωτογραφία κλεμμένη από δω...

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2009

Δυο φωνές και μια σιωπή - Απόσπασμα

Μακρύς, δύσκολος και ανηφορικός πολύ ήταν ο δρόμος που περπάτησε πεισματικά, βήμα το βήμα, λεπτό το λεπτό, λάθος το λάθος, μέχρι να φτάσει ως εδώ. ώσπου να φτάσει στο ευλογημένο κατώφλι της χαράς και να το προσπεράσει, για να κινήσει ολοταχώς και δίχως δισταγμό για το ξωπόρτι της απώλειας. Θα ζήσω για πάντα, φώναζε κάποτε, πολύ παλιά ο τρελός, μα, απ’ ό,τι φαίνεται ποτέ του δεν περίμενε πώς κάποια μέρα θα έβλεπε άλλους δίπλα του να πεθαίνουν.
Κάθεται στο πλευρό ενός παλιού σιδερένιου και σαρακοφαγωμένου κρεβατιού, σε κάποιον θάλαμο ενός παραμελημένου, και φαινομενικά ξεχασμένου απ’ το χρόνο, νοσοκομείου. Βλέπει σωλήνες και σωληνάκια να εισβάλλουν στο στόμα και τα χέρια ενός σώματος απ’ την πρώτη στιγμή αγαπημένου, κι ένα καρδιογράφο να καταγράφει τις κινήσεις του μέσα του και, ανατριχιάζει, ραγίζει. Θέλει ν’ αφήσει να ξεφύγει απ’ τα στήθια του μια σπαρακτική κραυγή, μια βλαστήμια, μια προσευχή -μισή παράκληση, μισή απειλή- για ν’ αδειάσει, να ξαλαφρώσει, μα δεν το κάνει. Βαστά γερά τα λουριά του εαυτού του. όσο είναι εκεί δεν τον αφήνει να ξεφύγει απ’ τον έλεγχο.
Σαν να κρατά συντροφιά στον γέρο άρχοντα, το θάνατο, έτσι νιώθει. Η σχεδόν απόλυτη σιγή του χώρου κάπου τον τρομάζει, αλλά τον καθησυχάζει κιόλας. τον αφυπνίζει και την αφηνιασμένη του ψυχή πολύ ταλαιπωρεί. Θέλει να το πιστέψει αυτό. Θέλει να πιστέψει ότι όλα θα πάνε καλά, ότι τη μάχη αυτή θα την κερδίσει η χαρά, η ζωή, αλλά δεν μπορεί. όσο κι αν προσπαθεί δεν μπορεί να δει τον κόσμο φωτεινό, το μέλλον μ’ αισιοδοξία.
Στον τοίχο αντικρύ του βλέπει μια εικόνα του Χριστού, παλιά πολύ, από χαρτί λεπτό και ξεβαμμένο. Λες; Λες να προσευχηθεί σ’ Εκείνον για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια. Αλλά, όχι. Όχι, θέλει να φωνάξει. Αν ήταν όλα στον κόσμο Του σωστά και καθώς πρέπει καμωμένα, ποτέ δεν θα συνέβαινε αυτό που του συμβαίνει, ποτέ δεν θα έπεφτε τόσο απότομα στο βάραθρο, ποτέ του δε θα γνώριζε τέτοιο πόνο. Εκτός κι αν πληρώνει τις αμαρτίες του, που λένε κι οι παπάδες. Αλλά, αν είν’ έτσι, εκείνοι γιατί δεν πληρώνουν τις δικές τους; Χα. Θέλει να γελάσει, αλλά δεν το κάνει. δεν του βγαίνει.
Σηκώνεται απ’ την καρέκλα που υπόκωφα τρίζει. Περπατά όσο πιο αθόρυβα μπορεί πάνω κάτω μέσα στον ασφυκτικά γεμάτο, αλλά φαινομενικά έρημο θάλαμο. Με προσοχή αφουγκράζεται τις ανάσες των άλλων ασθενών, που μετά βίας, λες, βγαίνουν απ’ τα στήθια τους. Κατευθύνεται προς το παράθυρο, αλλά τι θέα ν’ απολαύσει; Γκρίζες πολυκατοικίες, αυτοκίνητα παρκαρισμένα -σχεδόν κολλημένα το ένα πάνω στο άλλο- στα πεζοδρόμια, ένα χωράφι ξερό αφημένο στη μοίρα του, δυο-τρία δέντρα, που κατά τύχη μάλλον ξέφυγαν απ’ το τσεκούρι του πολιτισμού, και τα φώτα της νύχτας που βάφουν κίτρινη την πλάση. Με απεγνωσμένα μάτια ψάχνει τα βρει τον ουρανό, αλλά δεν τα καταφέρνει. Αλλά και να τον έβρισκε, τ’ αστέρια στα σίγουρα θ’ απουσίαζαν. θα ήταν αλλού, όπως και το φως που άλλοτε έλουζε τη ζωή του. Κάνει να πάει προς τα έξω για να βρει κάποια γωνιά ν’ ανάψει ένα τσιγάρο, αλλά αμέσως μετανιώνει. Δεν τον αφήνει η ψυχή του να υποπέσει σ’ αυτό το ατόπημα. Δεν μπορεί να εγκαταλείψει το πιο σημαντικό κομμάτι της ζωής του στο κρεβάτι του πόνου μοναχό, μόνο και μόνο επειδή θέλει να ρίξει στο πηγάδι του μέσα του λίγες ακόμη ανάσες θάνατο.
Ξεφυσάει άηχα, ενοχικά, και επιστρέφει στη θέση του. Κάθεται απαλά, όσο πιο αθόρυβα μπορεί, και παίρνει να χαϊδεύει νωχελικά, με στοργή ανείπωτη τα μαλλιά και το πρόσωπο, την αγγελική μορφή που έχει μπροστά του. Θα γίνεις καλά, ψιθυρίζει. Θα γίνεις καλά. Καλύτερα κι από πρώτα. Το μόνο που δεν ακούγεται τόσο σίγουρος, όχι και τόσο πειστικός. ούτε και στον εαυτό του ακόμη. Α, ρε Αντρέα, ποιος να στο ’λεγε! Τα βάζει με την απύθμενη άγνοιά του.
Αποτραβάει διστακτικά το χέρι και το αφήνει να πέσει στο πλάι της καρέκλας. Κλείνει τα μάτια. Αφήνει το κορμί του να χαλαρώσει για λίγο. Δε θα κοιμηθεί. αυτό αποκλείεται, το ξέρει. Αλλά να, και μια ψευδαίσθηση ύπνου του κάνει, είναι αρκετή. Για να μπορέσει για λίγο να ξεφύγει απ’ τους δαίμονές του, για να ξεχαστεί.

Απόσπασμα από το βιβλίο που πήρα να ξαναδουλεύω τις τελευταίες μέρες. Εκτός απ' αυτό, όμως, είπα ότι έφτασε ο καιρός να δημιουργήσω ένα χώρο όπου θα αναρτώ τις βιβλιοπαρουσιάσεις μου. Μέχρι τώρα ανέβαζα κείμενα αρχείου γι' αυτό και δεν ανέφερα τίποτα γι' αυτόν αν και έβαλα δίπλα ένα σύνδεσμο. Το επόμενο διήμερο μάλλον θα ξεφορτωθώ τα παλιά κείμενα κι από βδομάδας θ' αρχίσω να αναρτώ καινούρια. Πάντως οι αναρτήσεις έχουν ξεπεράσει ήδη τις 180. Όταν επιστρέψω στην Κύπρο θα ψάξω να βρω και τα κείμενα που έχω σε παλιούς υπολογιστές ώστε να δημιουργηθεί ένα αξιοπρεπές αρχείο. Όσοι από εσάς θα θέλατε να ρίξετε μια ματιά πατήστε εδώ...

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2009

Παλιό αλλά επίκαιρο

Νέος χρόνος λοιπόν
κι όλοι θέλουν να κάνουν μια νέα αρχή
καταλήγοντας όμως ως συνήθως
να κάνουν μια από τα ίδια.
Τον άνθρωπο τον τρομάζει η αλλαγή
μα πιότερο τον τρομάζει το άγνωστο.
Ζει την πλήξη με εγκαρτέρηση
και όλο κι εύχεται
για ένα καλύτερο αύριο
αντί να αγωνιστεί γι’ αυτό.
Ίσως μερικές φορές να είναι καλύτερα
να σιωπούμε παρά να μιλάμε
επειδή τα λόγια πληγώνουν
η σιωπή όχι. Επειδή η σιωπή συνήθως
λέει περισσότερα από τις λέξεις.
Ας ανακηρύξουμε λοιπόν το νέο χρόνο
έτος σιωπής κι ας κοιτάξουμε βαθιά
μέσα μας για να ανακαλύψουμε και
πάλι εμάς, αφήνοντας κατά μέρος τα
ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
που’ χουμε πει.
Γραμμένο πριν πολλά χρόνια. Η φωτογραφία από χθες βράδυ, εδώ στην Τσιανγκ Μάι

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2008

Έχεις δύο επιλογές

Μου το έστειλαν στο facebook. Δεν ξέρω ποιος είναι ο συγγραφέας αυτής της αληθινής ιστορίας, αλλά είναι μια από τις πιο συγκινητικές που διάβασα ποτέ. Διαβάστε την με ανοικτή καρδιά. Μας λέει το αυτονόητο: ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είμαστε άνθρωποι.

Τι θα έκανες εσύ; Θα διάλεγες, σίγουρα..Μην κοιτάξεις για κάτι αστείο σ' αυτό το κείμενο, δεν υπάρχει, μα διάβασέ το.Η ερώτηση είναι: Θα έκανες την ίδια επιλογή ;Σε ένα δείπνο, για φιλανθρωπικό σκοπό, ενός σχολείου για παιδιά με ειδικές ανάγκες, ο πατέρας ενός αυτιστικού παιδιού διηγήθηκε την παρακάτω ιστορία, που δεν θα την ξεχάσει κανείς από όσους την άκουσαν εκείνη τη μέρα.Μετά την τελετή, έκανε μια ερώτηση."Όταν η φύση δεν παρεμποδίζεται από εξωτερικές επιρροές, όλα γίνονται τέλεια.Ακόμα ο γιος μου, ο Shay, δεν μπορεί να μάθει τα πράγματα όπως τα άλλα παιδιά. Δεν μπορεί να καταλάβει τα πράγματα όπως τα άλλα παιδιά. Πού είναι η φυσική τάξη των πραγμάτων στο γιο μου;"Όλοι στην αίθουσα αναρωτιόνταν σιωπηλά και γεμάτοι απορία.Ο πατέρας συνέχισε."Όταν ένα παιδί σαν τον Shay που είναι πνευματικά ανάπηρο, έρχεται στη ζωή, η ευκαιρία να καταλάβεις την αληθινή ανθρώπινη φύση είναι, το πώς οι υπόλοιποι άνθρωποι θα συμπεριφερθούν σ' αυτό το παιδί."Και αφηγήθηκε την παρακάτω ιστορία, που θα σας παρακαλέσω θερμά να διαβάσετε μέχρι το τέλος της..Ο Shay κι εγώ, περάσαμε έξω από ένα πάρκο, όπου κάποια αγόρια που γνώριζαν τον Shay, έπαιζαν μπέιζμπολ.Ο Shay με ρώτησε, "μπαμπά, νομίζεις ότι θα μ' αφήσουν να παίξω μαζί τους;"Εγώ ήξερα ότι τα περισσότερα αγόρια, δεν θα ήθελαν κάποιον σαν τον Shay στην ομάδα τους.Μα ήξερα, και καταλάβαινα σαν πατέρας, ότι αν του δινόταν η ευκαιρία να παίξει, θα του έδινε πολύ μεγάλη χαρά και επίσης ένα αναγκαίο αίσθημα ένταξης, μαζί με κάποια εμπιστοσύνη που θα γινόταν αποδεκτός από τα άλλα παιδιά, παρά την αναπηρία του.Πλησίασα λοιπόν ένα από τα παιδιά, και το ρώτησα χωρίς βέβαια να περιμένω και πολλά, αν ο Shay θα μπορούσε να παίξει μαζί τους.Το αγόρι κοίταξε γύρω του σαν να ζητούσε κάποια υποστήριξη, μα στο τέλος απάντησε, "χάνουμε έξι γύρους, και το παιχνίδι είναι στον όγδοο γύρο. Γιατί όχι, μπορεί να παίξει στην δική μας ομάδα, και θα προσπαθήσουμε να τον βάλουμε να παίξει στον επόμενο γύρο, να αποκρούσει τις βολές αν το θέλει.Ο Shay πήγε με δυσκολία μέχρι τον πάγκο της ομάδας, για να φορέσει την μπλούζα της ομάδος. Τον παρακολουθούσα με μάτια δακρυσμένα και μια θέρμη στην καρδιά μου.Τα αγόρια της ομάδας, είδαν την χαρά μου, που τον αποδέχτηκαν στην ομάδα τους.Στο τέλος του όγδοου γύρου, η ομάδα του Shay νικούσε μερικούς πόντους, αλά ήταν ακόμη πίσω τρείς πόντους για να κερδίσουν τον γύρο.Στην αρχή του ένατου γύρου, ο Shay έβαλε το γάντι και έπαιξε δεξιά στο γήπεδο.Αν και οι μπαλιές δεν ήρθαν προς την κατεύθυνσή του, έδειχνε ενθουσιασμένος, δείχνοντας την χαρά του, και μόνο που βρισκόταν εκεί, χτυπώντας όλο χαρά τα χεράκια του.Το χαμόγελό του ήταν από το ένα αυτί στο άλλο, όταν με κοίταζε που τον χαιρετούσα από την εξέδρα.Προς το τέλος του ένατου γύρου, η ομάδα του Shay πήρε κι άλλους πόντους.Με δύο παίκτες έξω, και τρείς έξω από την βάση, οι πιθανότητες να κερδίσει γύρους, ήταν κοντά στην βάση, και ο Shay καθορίστηκε σαν ο επόμενος για να αποκρούσει τις βολές.Σ' αυτό το κρίσιμο σημείο, αναρωτήθηκα αν θα αφήσουν τον Shay να δοκιμάσει να αποκρούσει, και να χάσουν τις πιθανότητες να κερδίσουν το παιχνίδι.Για μεγάλη μου έκπληξη, ..τον άφησαν!Όλοι γνωρίζανε ότι ήταν αδύνατον να χτυπήσει ο Shay την μπάλα, τη στιγμή που δεν ξέρει καν, πώς να κρατήσει κατάλληλα το ρόπαλο, πόσο μάλλον να στοχεύσει την μπάλα.Εντούτοις, ο Shay πήρε θέση.Ο αντίπαλος παίχτης, που πετάει την μπάλα, αναγνώρισε ότι η ομάδα του Shay έβαλε την νίκη του παιχνιδιού σε δεύτερη μοίρα, για να δώσουν την ευκαιρία στο παιδί αυτό, να χαρεί αυτήν τη στιγμή, γι αυτό και ήρθε πιο κοντά, προσπαθώντας να τον βοηθήσει να τα καταφέρει ρίχνοντας την μπάλα απαλά στον Shay.Στην πρώτη προσπάθεια, ο Shay κούνησε αδέξια το ρόπαλο και αστόχησε.Ο αντίπαλος παίκτης, ήρθε ακόμη πιο κοντά του λίγα βήματα, για να του πετάξει ακόμη πιο απαλά την μπάλα. Ο Shay κούνησε πάλι αδέξια το ρόπαλο, μα αυτή τη φορά βρήκε τυχαία την μπάλα, στέλνοντάς την πολύ κοντά, και μάλιστα σε έναν αντίπαλο.Το παιχνίδι τώρα, κανονικά θα είχε τελειώσει.Ο αντίπαλος όμως, σήκωσε την μπάλα, και, ενώ θα μπορούσε να την πετάξει στην πρώτη βάση, βγάζοντας τον Shay έξω από το παιχνίδι, πέταξε επίτηδες την μπάλα πολύ ψηλά, πάνω από το κεφάλι του συμπαίκτη του, και μακρυά κι από τους άλλους συμπαίκτες του.Όλοι στις εξέδρες, και από τις δύο ομάδες, άρχισαν να φωνάζουν, "Shay τρέξε στην πρώτη βάση, τρέξε, τρέξε..."Ποτέ στη ζωή του ο Shay δεν έτρεξε τόσο μακρυά, μα έφτασε στην πρώτη βάση γεμάτος ενθουσιασμό και με ορθάνοιχτα από χαρά μάτια, κοιτώντας γύρω του απορημένα και σαστισμένα, να καταλάβει τι άλλο πρέπει τώρα να κάνει...Η εξέδρα συνέχισε τότε, "Shay, τρέξε στη δεύτερη βάση, Shay τρέξε..τρέξε.."Με την ανάσα κομμένη και άτσαλα, έτρεξε προς τη δεύτερη βάση. Μέχρι όμως να φτάσει ο Shay στη δεύτερη βάση, ο δεξιός αντίπαλος είχε ήδη πιάσει την μπάλα.Ήταν ο μικρότερος της αντίπαλης ομάδας, και είχε πλέον όλη την ευκαιρία, να γίνει ο ήρωας της ομάδας του.Θα μπορούσε να πετάξει την μπάλα στον συμπαίκτη της δεύτερης βάσης, όπου θα έβγαζε έξω τον Shay, μα κατάλαβε τις προθέσεις του συμπαίκτη του που έριχνε τις βολές, και την έριξε ψηλά, προς τον συμπαίκτη της τρίτης βάσης.Ο Shay έτρεξε προς την τρίτη βάση σαν ξετρελαμένος, καθώς οι παίκτες της ομάδας τουέτρεξαν κι εκείνοι προς τη βάση.Όλοι φωνάζαμε, "Shay, Shay, Shay!!!"Ο Shay έφτασε στην τρίτη βάση, αλά με την κρυφή βοήθεια του αντίπαλου παίχτη της τρίτης βάσης, ο οποίος σταμάτησε να τρέχει να προλάβει την μπάλα, για να δείξει στον Shay την σωστή κατεύθυνση, το πού ήταν η τρίτη βάση, λέγοντάς του "από δώ, από δώ Shay.."Καθώς ο Shay πέρασε από την τρίτη, τα αγόρια και των δύο ομάδων και οι θεατές στις εξέδρες, ξεσηκώθηκαν φωνάζοντας "Shay, τρέξε στη βάση ένα τώρα, τρέξε στη βάση ένα.."Ο Shay έφτασε στη βάση, πάτησε στον βατήρα, κερδίζοντας το παιχνίδι, και όλοι τον ζητωκραύγασαν σαν τον ήρωα, που βοήθησε να νικήσει η ομάδα.Εκείνη την ημέρα, συνέχισε με δάκρυα ο πατέρας, τα αγόρια και από τις δύο ομάδες, και ο κόσμος στις εξέδρες, βοήθησαν να φέρουν ένα κομμάτι αληθινής αγάπης και ανθρωπιάς σ' αυτόν τον κόσμο, να δώσουν χαρά σε μια ψυχούλα, που τόσο την λαχταρούσε και που τόσο την είχε ανάγκη.Ο Shay δεν τα κατάφερε μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, πέθανε εκείνο τον χειμώνα, χωρίς όμως να ξεχάσει ποτέ, πώς ήταν ο "ήρωας" που με έκανε τόσο χαρούμενο εκείνη την ημέρα, και την χαρά που έδωσε στην μητέρα του, και που με δάκρυα αγκάλιασε τον μικρό της ήρωα σαν πήγαμε σπίτι.Και τώρα, ..κυρίες, ...κύριοι, ...ο επίλογος..Υπάρχουν χιλιάδες ανέκδοτα που στέλνονται δια μέσου internet, χωρίς δεύτερη σκέψη.Μα όταν πρόκειται για ιστορίες που έχουν να κάνουν με επιλογές ζωής, οι άνθρωποι διστάζουν.Το ακατέργαστο, το χυδαίο, και συχνά άσεμνο, περνάει ελεύθερα μέσω του κυβερνοχώρου, αλλά η δημόσια συζήτηση για την ευπρέπεια, πάρα πολύ συχνά καταστέλλεται, ακόμη και στα σχολεία η και τους εργασιακούς χώρους μας.Εάν σκέφτεσαι να προωθήσεις αυτό το κείμενο, πιθανότατα θα κάνεις ίσως επιλογή, στα άτομα στα οποία θα το στείλεις.Θεωρώ προσωπικά πως ανήκω στα άτομα, που πιστεύουν πως μπορούν να κάνουν τη διαφορά.Όλοι έχουμε χιλιάδες ευκαιρίες στην καθημερινή μας ζωή, να καταλάβουμε την φυσική τάξη των πραγμάτων.Τόσες πολλές, φαινομενικά τετριμμένες αλληλεπιδράσεις μεταξύ δύο ανθρώπων, μας δίνουν μια επιλογή: Περνάμε κατά μήκος ενός μικρού σπινθήρα αγάπης και ανθρωπιάς;ή παραβλέπουμε κάθε ευκαιρία, αφήνοντας αυτόν τον κόσμο ακόμη πιό κρύο; Ένας σοφός είπε κάποτε, "κάθε κοινωνία κρίνεται, από το πώς μεταχειρίζεται τους πιό αδύναμους ανάμεσά της"Τώρα έχεις δύο επιλογές για το κείμενο που διάβασες..Διαγραφή, δηλαδή δεν του δίνεις σημασία, ή..Προώθηση, δηλαδή, αναδημοσίευσέ το...Να έχεις μια χαρούμενη ημέρα, να έχεις μια "Shay day!"Κάνε το σωστό, προώθησέ το, δώσε μια ακόμη μικρή ελπίδα στο να καλυτερέψει ο κόσμος μας, να γίνει πιο ανθρώπινος, πιο συμπονετικός, πιο αγνός.....και, χαμογέλα!!! ...μας παρακολουθούν παιδιά.

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2008

Υστερόγραφο του μέλλοντος


Ατάκες από το βιβλίο που θα γράψω... κάποτε. Βασικά είναι σημειώσεις που έπαιρνα για κάποιο μυθιστόρημα, το οποίο δεν άρχισα να γράφω, μια και η μούσα που επέστρεψε μου επέβαλε ν’ ασχοληθώ μ’ εκείνο που άφησα στη μέση τον Ιούνιο. Όπως και να ’χει, πάμε:

Γιατί να μας ορίζουν τα ξένα βλέμματα;

Αν ανταλλάζαμε το κάθε ερωτηματικό μας μ’ ένα θαυμαστικό η ζωή θα γινόταν υπέροχη.

Δεν είναι πεζή η ζωή. Πεζοί είμαστε εμείς, και μονόχνοτοι πολύ, που δεν την εκτιμούμε.

Ενώσαμε τις σιωπές μας κι από μέσα τους ξεπήδησε ένα ουρλιαχτό ζωής.

Από μέσα σου πηγάζω. Στη θάλασσά σου εκβάλλω.

Ποιο είναι το χρώμα της εκπλήρωσης;

Οι διαθέσεις σου είναι οι εποχές μου.

Την πρώτη φορά που μου χαμογέλασες το φεγγάρι κρύφτηκε ντροπιασμένο πίσω από ένα σύννεφο.

Την πρώτη φορά που κάναμε έρωτα ήθελα να πεθάνω από ευτυχία. Τη δεύτερη δεν ήθελα να πάψω να ζω.

Μην κάνεις σούμα τα λάθη σου και τα σωστά γιατί θα χαθείς. Όλα σωστά ήταν για να καταλήξεις εδώ, μαζί μου. Μ’ εμένα και τη μετριοφροσύνη μου.

Κι ακόμη δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί όταν σε γνώρισα ήσουν μόνη.

Σε αποστειρωμένα δωμάτια, από ευνουχισμένα μυαλά, γράφεται του μέλλοντος η ιστορία.

Άλλαξες την οπτική μου γωνία, αλλά ποτέ δε μου επέτρεψες να δω τον κόσμο μέσα από τα μάτια σου.

Κάποτε γνώρισα ένα κορίτσι που έκανε όνειρα. Όταν μεγάλωσε άρχισε να κάνει επενδύσεις.

Με μουσικές και γέλια, με σιωπές και δάκρυα, με χάδια κι απουσίες πορευόμαστε.

Ναι, άλλαξαν οι άνθρωποι, έγιναν πιο ανοιχτόμυαλοι. Εκσυγχρόνισαν τα δεσμά, τα φίμωτρα και τις παρωπίδες τους.

υ.γ. Επειδή επέστρεψε η κυρά Μούσα, που λέγαμε, δε θα έχω πια στη διάθεσή μου αρκετό χρόνο για να επισκέπτομαι τα μπλογκς σας συχνά. Θα το κάνω, ωστόσο, όποτε μπορώ. Η φωτογραφία κλεμμένη από εδώ...

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2008

Φύλλα





Εκείνο το παλιόπαιδο που λέγαμε, η μούσα, επέστρεψε φαίνεται για τα καλά. Έτσι άρχισα να ξαναγράφω ένα μυθιστόρημα που άφησα στη μέση. Ο τίτλος του είναι "Δυο φωνές και μια σιωπή" και κάποια από τα κεφάλαιά του μπορείτε να αναζητήσετε στα αρχεία Μαϊου και Ιουνίου. Προς το παρόν απολαύστε... φύλλα:)

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008

Ψυχή

Κι ήρθε κι αυτή, η απουσία σου, για να μας φέρει πιο κοντά. Είσαι μακριά μου, αλλά η εικόνα σου δε φεύγει ποτέ από τα μέσα μου μάτια, δε χάνεται στιγμή απ’ την ψυχή μου. Κάθε ανάσα μου ταξιδεύει σε σένα. Ακόμη κι αυτός ο εκκωφαντικός άνεμος που πνέει ανελέητα απ’ το πρωί φαίνεται να θέλει να σου μεταφέρει το μήνυμά μου: εγώ είμαι για σένα, κι εσύ για μένα, και οι αποστάσεις δε θα σταθούν ποτέ ικανές να μας χωρίσουν. Τουλάχιστον όχι όσο είσαι η πρώτη σκέψη μου όταν ξυπνώ κι η τελευταία όταν κοιμάμαι, όχι όσο κατοικείς στα όνειρά μου, όχι όσο μου δίνεις χαρά και αγαλλίαση μόνο και μόνο γιατί υπάρχεις. Λένε πολλά για την αγάπη, είπα κι εγώ πολλά, αλλά αν με ρωτούσαν τώρα τι είναι δε θα ήξερα τι να τους απαντήσω. Ίσως να τους έλεγα απλά: είναι αυτό που νιώθω. Αυτό που νιώθω για σένα, η θλίψη του να είμαι μακριά σου, η χαρά του να σε έχω μέσα μου, η γιορτή της ζωής που είναι η ένωσή μας. Λόγια, ε; Στα λόγια πάντα τα κατάφερνα, κάπου στα έργα υστερούσα. Το λοιπόν, θα προσπαθήσω να κάνω αλμάτα και στα έργα, να γίνω καλύτερος άνθρωπος, για σένα, για μας. Πόσο μου αρέσει αυτό το “μας”, αυτός ο πληθυντικός που θέλει να σκοτώσει το δόλιο το εγώ! Τώρα, καθώς κάθομαι και γράφω αυτά τα λόγια, καθώς ακούω αυτή το υπέροχο κλασικό “Καλοκαίρι” του Βιβάλντι, καθώς νιώθω την ψυχούλα σου κοντά μου, δίπλα μου, μέσα μου, σκέφτομαι πόσο τυχερός στάθηκα στη ζωή: αγάπησα κι αγαπήθηκα! Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Ετούτες οι γραμμές γράφονται για την κάθε ψυχή που ένιωσε τον πόνο και τη χαρά μας, που δεν ξέχασε πως είναι να αγαπάς και να μοιράζεσαι, να δακρύζεις και να χαμογελάς, να πονάς και να υπομένεις. Είναι αφιερωμένες και στην κάθε ψυχή που τόλμησε να κάνει τα μεγάλα, που δεν υποχώρησε ποτέ μπροστά στα δύσκολα, που με νύχια και με δόντια αγωνίστηκε και πραγματοποίησε τα όνειρά της. Τέτοια ψυχή, πιστεύω είναι κι η δικιά σου, γλυκιά μου αγαπημένη, και θέλω να ξέρεις ότι πάντοτε θα έχεις κάποιο δίπλα σου για να σε στηρίξει, για να σε σπρώξει να ανέβεις πιο ψηλά, στους δικούς σου ουρανούς. Όπως κάνεις κι εσύ για μένα, χωρίς ίσως να το αντιλαμβάνεσαι. Πιστεύω σε σένα και στα όνειρά σου, πιστεύω ότι μπορείς να ζωγραφίσεις ένα πιο όμορφο κόσμο και να ζήσεις μέσα του, πιστεύω ότι εκεί που υπάρχει η θλίψη μπορεί να ανθίσει το χαμόγελο, και ότι τη θέση του πόνου μπορεί να πάρει η χαρά. Φτάνει, ό,τι κι αν γίνει, να μην αλλάξεις ψυχή, να μείνεις εσύ! Κάθε σταγόνα ευτυχίας δικής σου είναι ένας ωκεανός ευτυχίας για μένα. Θέλω να σε βλέπω πάντα χαρούμενη, αισιόδοξη και να χαμογελάς. Κι αν κάποτε σε επισκεφθεί το δάκρυ, να το καλοδεχτείς σα φίλο κι αδελφό, αλλά μετά να το αφήσεις να συνεχίσει το δρόμο του. Ψυχή που δε δάκρυσε, δεν πόνεσε και δεν ξαναναστήθηκε είναι ψυχή χαμένη! Θέλω τόσα να σου πω, αλλά και πάλι δε μου βγαίνουν οι λέξεις. Θα σ’ τα πω με τη σιωπή, κάποια βραδιά, κάτω από ’να ολόφεγγο αστρολουσμένο ουρανό, κρύβοντάς σε μες στην αγκαλιά μου, γεμίζοντάς σε με φιλιά. Σε μια απ’ τις πολλές στιγμές μαγείας που ίσως να μας είναι γραφτό να ζήσουμε…

υ.γ. σήμερα θα ανέβαζα φωτογραφίες αλλά ο κύριος μπλόγκερ αρνείται, έτσι είπα να ανεβάσω (προ-προ-προ-) πέρσινα ξινά σταφύλια. Ένα κείμενο γραμμένο εν βρασμώ ψυχής πριν οκτώ χρόνια. Chok Tee