Πέμπτη, 17 Απριλίου 2008

Η ατελής μνήμη της Μαρίας

Συνέχεια από το προηγούμενο:

Κάθεται, μοναχή και ήσυχη, σ’ ένα παγκάκι στο μικρό και λίγο βρώμικο πάρκο, και κοιτά ίσια μπροστά της. Κάτι φαίνεται να της έχει τραβήξει την προσοχή. Ένας άνθρωπος, ένα φυτό, ένα αντικείμενο, ή, ίσως μία ανάμνηση; Κανείς στα σίγουρα δεν μπορεί να πει.
Είναι είκοσι χρονών η Μαρία και μόλις πρόσφατα βγήκε από ένα δεσμό, που κάπως το μέσα της το ταλαιπώρησε πολύ και λίγο, ανώδυνα κι οδυνηρά, κι ας μην κράτησε και τόσο. Πώς μπόρεσε να πέσει τόσο έξω μ’ εκείνον τον άντρα; Πώς και δεν κατάλαβε με τι κουμάσι είχε να κάνει; Πώς και δε διέκρινε την κακία που κρύβονταν πίσω από τα δολερά, τα όμορφά του μάτια; Πώς και πίστεψε τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα του; Ποιος ξέρει; Αν δεν της χαμογελούσε μ’ ένα παράξενο τρόπο η τύχη, ίσως να τον παντρευόταν κιόλας τον μαλάκα. Αλλά, τέλος καλό, όλα καλά, όπως λένε.
Καθώς κάθεται εκεί, απολαμβάνοντας τη νεόκοπη ελευθερία της, το ζεστό ετούτο καλοκαιρινό δειλινό, σκέφτεται το σωτήρα της και θέλει να γελάσει, να γελάσει δυνατά, αλλά συγκρατιέται. Απλά, πλατιά χαμογελά. Ναι, κάποιος άλλος της άνοιξε τα μάτια. Κάποιος άλλος την έκανε να καταλάβει τι κάλπης και υποκριτής ήταν ο καλός της. Κάποιος άλλος έγινε για κείνη από μηχανής θεός, την πήρε απαλά απ’ το χέρι και την οδήγησε έξω απ’ τις ατραπούς της μεγάλης της πλάνης. Ω, πόσο λίγο τον ήξερε στ’ αλήθεια τον ακατονόμαστο, και πόσο εύκολα τον διάβασε, μόλις άφησε να ξεγλιστρήσει κάτω απ’ το φτιαχτό προσωπείο ο πραγματικός του εαυτός! Ένας εαυτός κακόβουλος, νευρικός, εκκεντρικός στα όρια της παραφροσύνης, με καμία αίσθηση του χιούμορ. Ένα απλό, αλλά και συνάμα πολύ-πολύ αστείο περιστατικό ήταν αυτό που τον ξεμπρόστιασε, εκείνο που γκρέμισε με πάταγο και θρυμμάτισε σε αμέτρητα κομμάτια την εικόνα, που ο ίδιος είχε δημιουργήσει για πάρτη του, σαν κάστρο στη βρεγμένη άμμο.
Τώρα, κοιτά μπροστά της και βλέπει μέσα της, και σκέφτεται πόσο τυχερή φάνηκε μες στην ατυχία της, αφού όλα τέλειωσαν έγκαιρα, νωρίς. Θα ξεκινήσει πάλι απ’ την αρχή, σκέφτεται, απλά, θα ξεκινήσει απ’ την αρχή. Απλά, επειδή αυτός ο χωρισμός δεν της κόστισε και πολύ, καθόλου δεν της κόστισε, μάλλον καλό της έκανε. Αλλά...
Αλλά, γιατί όταν βγαίνει πού και πού απ’ το μέσα της κόσμο, κοιτάει ξανά και ξανά προς το μέρος του κουρελή απέναντι; Τον έχει δει πολλές φορές να τριγυρνά στο πάρκο, μιλώντας μόνος του, σε μια γλώσσα ακατάληπτη, αλλά ποτέ μέχρι τώρα δεν του έδωσε κάποια ιδιαίτερη σημασία. Ωστόσο σήμερα, κάτι πάνω του, κάτι της θυμίζει. Τι, όμως; Παράξενα τα παιχνίδια του μυαλού.
Η ώρα περνά γοργά, χοροπηδώντας στο κενό, ο ορίζοντας αρχίζει να ροδίζει, η φύση να δροσίζει, στον αέρα πλανάται μια μυρωδιά από σούρουπο και προσμονή. Σε λίγο θα πάει να βρει το φιλαράκο της, το μοναδικό της φιλαράκο, εκείνον που την έσωσε.
Σιγά-σιγά ο κόσμος στο πάρκο αρχίζει ν’ αραιώνει, αφού σε λίγο θα κλείσει τις πύλες του. Σηκώνεται κι ο κουρελής, λίγο κουρασμένος – λίγο λυπημένος, απ’ το πόστο του και κινάει κι εκείνος να βρει τη νέα θέση του, ανάμεσα στις φυλές της νύχτας. Καθώς περνά από μπροστά της βλέπει τα πόδια του, καταλαβαίνει τι ήταν αυτό που της τράβηξε την προσοχή κι αρχίζει να γελάει με την ψυχή της. Ο άνθρωπος φοράει τα παπούτσια που έχεσε ο Μανόλης. Ενώ εκείνη χτυπιέται ακόμη απ’ τα γέλια, ο κουρελής της ρίχνει μια απορημένη ματιά, χαμογελά για το αστείο του θεάματος, κι αρχίζει να απομακρύνεται. Σε λίγο την ακούει να τρέχει ξοπίσω του...

Συνεχίζεται...
Δημοσίευση σχολίου