Παρασκευή, 25 Απριλίου 2008

Τα δικά της γιατί

Γιατί; Γιατί να την κατατρέχει η μοίρα; Γιατί να μην μπορεί να δει κι αυτή μια άσπρη -έτσι δε λένε;- μέρα; Γιατί όλα να της πηγαίνουν στραβά; Όχι όλα δηλαδή, αλλά να, τα περισσότερα. Εκείνα που μετράνε. Τα πιο σημαντικά. Λες και είναι καταραμένη. Λες... Α, σίγουρα την έχουν καταραστεί! Πώς αλλιώς... Δεν εξηγούνται διαφορετικά αυτά που της συμβαίνουν. Αλλά, ποιος την καταράστηκε; Γιατί; Αφού δεν έκανε ποτέ κακό σε κανένα. Ή έκανε; Την τρώνε οι σκέψεις, την ψυχή της καταναλώνουν τα ερωτήματα. Κι αυτή η παλιόζεστη! Χαμογελά μόνη, δακρύζει μόνη, και μοναχή αναρωτιέται: Ως πότε θα τα κάνω όλα σκατά στη ζωή μου; Όλα. Σκατά. Ως πότε;
Βρίσκεται στην αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου, που κάποιος φωτισμένος ηλίθιος βάφτισε καφετέρια, και πίνει ένα άθλιο κόκκινο κρασί, το οποίο ανταγωνίζεται στα ίσα κάθε ξινό μαγειρικό. Στην ίδια αίθουσα που θα βρισκόταν την προηγούμενη μέρα την ίδια ακριβώς ώρα αν... Αν δεν ήταν αυτή που είναι. Έκανε λάθος, μάλλον ξέχασε την ώρα αναχώρησης, έχασε την πτήση της για Άμστερνταμ, έκανε νέα κράτηση για την επομένη, δηλαδή σήμερα, και...
Το βράδυ το πέρασε με μια φίλη, που δεν ήξερε και τόσο καλά, της οποίας κατάφερε να φρικάρει τους γονείς απλά και μόνο με το να είναι ο εαυτός της... Το βράδυ το πέρασε με μια φίλη, που δεν ήταν στ’ αλήθεια φίλη... Το βράδυ το πέρασε με μια φίλη, που δεν ήταν στ’ αλήθεια φίλη, πίνοντας σφηνάκια βότκας και μπύρες, θέλοντας να ξεχάσει το ταξίδι που καθυστέρησε μια μέρα... Το βράδυ το πέρασε με μια φίλη, με την οποία δεν μπορούσε να μιλήσει... Το βράδυ το πέρασε με μια φίλη, με την οποία δεν μπορούσε να μιλήσει, σ’ ένα μπαράκι, όπου φεύγοντας ξέχασε το τσαντάκι της που είχε μέσα όλα της τα λεφτά... Σε μια μέρα έχασε ένα αεροπλάνο, ένα μηνιάτικο, και μια φίλη που δεν ήταν στ’ αλήθεια τέτοια...
Και τώρα κάθεται στο αεροδρόμιο κι αναρωτιέται: Ως πότε θα τα κάνω όλα σκατά; Μοναχά αναρωτιέται. Ίσως από τύψεις, ίσως από κεκτημένη ταχύτητα, ίσως επειδή δεν έχει τίποτα καλύτερο να κάνει. Έτσι κι αλλιώς, γνωρίζει τον εαυτό της, ξέρει πολύ καλά ότι ποτέ της δε θα μπορέσει να τον βάλει στον ίσιο δρόμο – σ’ αυτόν που οι άλλοι αποκαλούν ίσιο δρόμο, ή σωστό, ή τι άλλο σκατά το χαρακτηρίζουν. Ξέρει ότι μόνο μέσα στο βούρκο, μόνο μέσα στον πόνο και τη φευγαλέα γιατρειά του, μόνο μέσα στη φυγή που της χαρίζουν οι διάφορες -αισθησιογόνες, όπως της αρέσει να τις λέει- ουσίες μπορεί να υπάρξει. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να τις κόψει. Γι’ αυτό και τις κόβει και τις ξαναρχίζει. Χωρίς αυτές: φοβάται πώς θα στερηθεί τις πιο όμορφες ψευδαισθήσεις, φοβάται ότι οι εφιάλτες θα της χτυπήσουν και πάλι την πόρτα, φοβάται πώς θα ξυπνήσει σ’ ένα κόσμο μουντό και δίχως χρώματα, και φοβάται ότι θα μείνει μόνη, απόλυτα μόνη.
Μα, είσαι μόνη, μαλάκα! τα βάζει με τον άθλιο εαυτούλη της. Σβήνει το στριφτό τσιγάρο με οργή σχεδόν στο τασάκι, πίνει μια ακόμη γουλιά από το άνοστο κρασί και αρχίζει να παρατηρεί τον κόσμο γύρω της. Τους ζηλεύει κάπου -αλλά αυτό δε θα τολμούσε ποτέ να το παραδεχτεί- αφού αυτούς τίποτα δεν τους τρώει τα σωθικά, κι απ’ αυτούς κανείς δε θα μπορούσε να βιώσει ούτε στο ελάχιστο το δικό της πόνο, να νιώσει, να καταλάβει το μαρτύριο το οποίο περνά. Τους ζηλεύει και τους απεχθάνεται, όλους, ακριβώς όπως και το χειρότερό της εχθρό, τον εαυτό της.
Η ώρα της αναχώρησης μ’ αργόσυρτα βήματα, σχεδόν αθέλητα, επιτέλους πλησιάζει. Σέρνει τα μουδιασμένα της πόδια κι ένα μικρό σακίδιο προς την έξοδο – ένα πολύ βαριεστημένο και ντυμένο στα μαύρα ξωτικό. Ξαφνικά κάτι θυμάται και στα χλωμά της χείλη αρχίζει να σχηματίζεται ένα μικρό χαμόγελο. Βγάζει το κινητό της απ’ την τσέπη και τηλεφωνεί σε κάποιον που πολύ συμπαθεί, μα λίγο αντέχει. Κάποιον που την αγαπά και την αποφεύγει. Κάποιον που... Του λέει όλη την ιστορία, την κωμικοτραγική. Την ακούει με προσοχή. Την ειρωνεύεται ασύστολα. Συζητάνε για λίγο στα σοβαρά. Κι ύστερα την πειράζει, φανερά την κοροϊδεύει. Δεν την ενοχλεί αυτό. Καθόλου δεν την ενοχλεί. Στο κάτω-κάτω της γραφής είναι ο μόνος που τη δέχεται όπως ακριβώς είναι, ο μόνος που δεν την επικρίνει ποτέ, αλλά που δε διστάζει να πει την άποψή του, ο μόνος που κάθεται και συζητά μαζί της, δίχως να βαρυγκωμεί, το καθετί που την απασχολεί, χωρίς να γυρίζει τη συζήτηση αμέσως στα δικά του, ο μόνος που όταν τη βρήκε σε μια απ’ τις πολλές στιγμές αδυναμίας της...
Μιλούν ως το τελευταίο λεπτό, κι αυτό την ανακουφίζει, πολύ. Χαμογελά στο είδωλό της στο τζάμι του λεωφορείου, που την οδηγεί προς το αεροπλάνο. Ναι, θα προσπαθήσω ν’ αλλάξω, σκέφτεται φωναχτά. Αν είσαι έτοιμη θ’ αλλάξεις, της λέει. Πρέπει να κλείσουν. Σ’ ευχαριστώ, πάει να πει. Άντε και παράτα μας, έρχεται η απάντηση. Και για τις προάλλες που δε, ξέρεις, που δε με εκμεταλλεύτηκες, η φωνή της ραγίζει. Καλό ταξίδι. Της το κλείνει προτού προλάβει να πει άλλη λέξη.Σε λίγο ανεβαίνει στο αεροπλάνο... Σε λίγο ανεβαίνει στο αεροπλάνο κι ετοιμάζεται ν’ απογειωθεί... Σε λίγο ανεβαίνει στο αεροπλάνο κι ετοιμάζεται ν’ απογειωθεί, όπως ακράδαντα πιστεύει η ίδια, για μια νέα ζωή... Όμορφη ψευδαίσθηση!
Δημοσίευση σχολίου