Δευτέρα, 28 Απριλίου 2008

Τ’ όνειρο που (δε) βγήκε αληθινό

Πάντα ήθελες, λέει, να τα φτιάξεις με μια τραγουδίστρια με θεϊκή, ταξιδιάρικη, ονειρική φωνή. Όχι με κάποια διάσημη, προς θεού, αλλά να, κάποια που θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να πάρει στα χέρια της την κιθάρα και να σου φτιάξει το κέφι -όταν είσαι πεσμένος και στις μαύρες σου- ή, και να σε ταξιδέψει με στίχους γνωστούς και άγνωστους και μουσικές μαγικές, κάθε φορά που θα σε πιάνουν οι τάσεις φυγής.
Ποιος ξέρει, ίσως να σου ’χει μείνει απωθημένο από τότε που η Έλενα, η τρελή που κάποτε πολύ αγάπησες, έδωσε για σένα εκείνο το μοναδικό κονσέρτο στη βεράντα της, κι ας μην υπήρξατε οι δυο σας ποτέ ζευγάρι. Το επιθυμούσες κάποτε (θυμάσαι;), σε κάποια χρόνια μακρινά κι ασυγχώρητα περασμένα, σε μια άλλη πιο απλή κι ουσιαστική ζωή, να ήσουνα μαζί της, αλλά όχι τώρα πια. Την ξεπέρασες, αλλά δεν την ξέχασες. Ο έρωτας για κείνη στα μάτια σου έσβησε από καιρό, κι ας εξακολουθεί να είναι η μόνη με την οποία μπορείς να μιλήσεις με το βλέμμα. Τώρα, ψάχνεις κάποια άλλη, κάποια διαφορετική, μα που λίγο να της μοιάζει, κάποια πιο τρελή – αλλά όχι πολύ.

Τη Μαρί τη γνώρισες, ένα μπλε πανέμορφο -σαν παλιά ελαιογραφία- δειλινό, στο ορεινό Φούμπαρ, στο Πάι. Καθόταν μοναχή, μα καθόλου λυπημένη, σ’ ένα ξύλινο παλιό παγκάκι, έπαιζε την κιθάρα της και τραγουδούσε What’s going on…, καθώς ο κρυμμένος πίσω από τα αντικριστά βουνά ήλιος χρωμάτιζε τα αλλοπρόσαλλα σύννεφα, γαλήνευε τη φύση, κινούσε για κάποιους άλλους ουρανούς. Εσύ, καθόσουν όπως πάντα στο μπαρ και την παρακολουθούσες από μια απόσταση αχρείαστης ασφαλείας. Μακριά κοκκινόξανθα μαλλιά, πρόσωπο λευκό σχεδόν χλωμό -που μάλλον δεν πολυέβλεπε ο πυρπολητής ήλιος- μάτια αχνογάλαζα εκφραστικά, και κορμί λεπτό, σχεδόν ανεμικό. Πλάσμα της νύχτας, βιάστηκες να βγάλεις το πόρισμά σου.
Μετά από καμπόση ώρα, κι αφού κανείς άλλος δεν την πλησίασε, αγόρασες ένα μεγάλο μπουκάλι απ’ τη μπύρα που έπινε και πήγες και της το προσέφερες, χωρίς να τη ρωτήσεις. Σήκωσε το βλέμμα απ’ την κιθάρα, καθόλου έκπληκτη, σε κοίταξε βαθιά κι επίμονα στα μάτια, χαμογέλασε ερωτηματικά, σ’ ευχαρίστησε χαμηλόφωνα και άρχισε ξανά να παίζει και να σιγοτραγουδά. Ήταν ένα παλιό αγαπημένο σου τραγούδι, που είχες ν’ ακούσεις χρόνια, το A Spaceman Came Travelling του Κρις ντε Μπεργκ. Αν είναι δυνατόν! λίγο έλειψες ν’ αναφωνήσεις, προτού καθίσεις δίπλα της σιωπηλός.
Συνέχισε τη μικρή της σόλο, μα τόσο θαυμάσια, συναυλία για ώρα πολλή. Και είπε αρκετά από τα πιο λατρεμένα σου τραγούδια, τραγούδια που σου θύμισαν το μακρινό χθες, το ποιος ήσουν κάποτε, το ποιος έχει γίνει. Ένιωθες τυχερός πολύ, που ήσουν εκεί, εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, ακούγοντάς την σχεδόν ασθματικά να τραγουδά, νιώθοντας σα θείο χάδι την ξεθωριασμένη ανάσα της να σου χαϊδεύει τις αισθήσεις. Κι όταν τελικά παράτησε την κιθάρα και τις μουσικές της και υποκλίθηκε, έτσι για πλάκα, στο μικρό της κοινό, έσκυψες και της ψιθύρισες στ’ αυτί ένα μικρό Ευχαριστώ.
Μετά, πιάσατε την κουβέντα. Σου μίλησε με λόγια απλά και συγκεκριμένα για τη ζωή της, για το πως τα παράτησε όλα στην Αγγλία και ήρθε στην Ασία με ανοικτή καρδιά κι ελεύθερο μυαλό, για να δοκιμάσει κάποιες νέες γεύσεις, για να μάθει κάποια άλλα πράγματα. Όσο σου μιλούσε, τόσο πιο κοντά της ένιωθες. Αυτή είναι, σκεφτόσουν και μέσα σου χαμογελούσες. Αυτή είναι! επέμενες, και το βλέμμα σου έπαιρνε να φωτίζει. Αν δεν κουβαλούσες τόσα χρόνια στην πλάτη σου, αν τα πολλά και μεγάλα στραπάτσα της ζωής δε σε είχαν κάνει λίγο πιο σοφό, αν δεν ήσουν και ένα κάπως δειλό ανθρωπάκι, θα την είχες ερωτευτεί στη στιγμή, αλλά κάτι βαθιά μέσα σου σου έλεγε να κρατήσεις μια πισινή.
Σαν τέλειωσε με την αφήγησή της, όταν απάντησε σε όλες σου τις ερωτήσεις, θέλησε να μάθει κάτι και για τη δική σου ζωή, σου ζήτησε να της πεις τη δική σου ιστορία. Μα, ποιος νοιάζεται για μένα; απάντησες με ερώτηση. I’m just a nobody, in no man’s land. Θέλω να μάθω κάτι για τη ζωή σου, εγώ σου μίλησα για τη δική μου, και σου είπα πολλά, επίμεινε εκείνη. Ναι, μου μίλησες πολύ, είν’ αλήθεια, αλλά νιώθω ότι κάτι μου κρύβεις, κάτι σημαντικό, αποκρίθηκες, κοιτώντας την διαπεραστικά. Ξαφνικά σήκωσε το βλέμμα της στο δικό σου και είδες να διαπερνούν τις λίμνες των ματιών της δίδυμες φλόγες γνώριμες, εκείνες του έρωτα. Δίκιο έχεις, παραδέχτηκε τελικά μ’ ένα μικρό, σχεδόν ντροπαλό, χαμόγελο, όντως δε σου έχω πει κάτι, ότι είμαι ερωτευμένη -ερωτευμένη και ευτυχισμένη- και να η σύντροφός μου, η Κέιτ. Ακολούθησες το βλέμμα της και είδες ένα ψηλό κορίτσι με κοντοκουρεμένα μαύρα μαλλιά, μάτια καφέ κι ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη να σας πλησιάζει. Κάθισε στο τραπέζι σας, συστηθήκατε και πιάσατε την κουβέντα. Συνεχίσατε να συζητάτε μεθοκοπώντας για τα όνειρα, τις επιθυμίες και τις ζωές σας, τις ομορφιές και τ’ αδιέξοδά τους, μέχρι που άρχισε να γλυκοχαράζει. Περπατήσατε για λίγη ώρα παρέα, στα μονοπάτια της πρωινής καταχνιάς, προτού οι δρόμοι σας δισταχτικά χωρίσουν. Δώσατε, ωστόσο, ραντεβού για το ίδιο βράδυ. Για να βγείτε και να τα πιείτε, για να μιλήσετε και να μεθύσετε λίγο ακόμη.Ίσως, τελικά, η Μαρί να ήταν ένα όνειρο άπιαστο, που σαν τέτοιο δε βγήκε αληθινό, αλλά αυτό καθόλου δε σε στεναχώρησε, αφού στο τέλος της ημέρας απέκτησες δυο φίλες, μια δίδυμη ευλογία.
Δημοσίευση σχολίου