Σάββατο, 19 Απριλίου 2008

Το δώρο που δεν περίμενε

Συνέχεια από το προηγούμενο:
Αυτή θα ήταν μια από τις πιο σημαντικές μέρες της ζωής του, αν όχι η πλέον σημαντική. Αυτό το πίστευε με όλη του την ψυχή. Σήμερα θα ζητούσε από την αγαπημένη του, από τη νέα του αγαπημένη, να γίνει η γυναίκα του, αυτή με την οποία θα μοιραστεί της ζωής του το υπόλοιπο, κι ας μην την ξέρει και τόσο καλά. Το έχει πια πάρει οριστικά απόφαση ότι έφτασε, επιτέλους, η μέρα να νοικοκυρευτεί. Δε θα το έκανε ίσως ποτέ αυτό, αν δεν έτρωγε πρώτα μια μεγάλη χυλόπιτα. Αν κι εδώ που τα λέμε, δεν ήταν ακριβώς χυλόπιτα. Απλά το κορίτσι του, το πανέμορφο εκείνο κι αισθησιακό κορίτσι, το καλύτερο που γνώρισε ποτέ, τον παράτησε στα κρύα του λουτρού – κι αυτό ποτέ του δεν περίμενε να συμβεί. Αν δεν ήταν εκείνος ο καταραμένος, αν δεν τους τα χαλούσε όλ’ αυτός, θα ήταν ακόμη μια χαρά μεταξύ τους. Αλλά, είναι πια πολύ αργά για δάκρια. Πρέπει να συνεχίσει με τη ζωή του και θα το κάνει. Θα γίνει και πάλι πολύ ευτυχισμένος, όπως όταν ήταν μαζί της.
Τώρα, είναι στο γραφείο του και περπατάει πάνω κάτω, λίγο ανήσυχος και μυστικά αναστατωμένος. Ανυπομονεί! Πότε θα περάσει η ώρα... Πότε θα βρεθεί κοντά της... Πότε θα της ζητήσει να τον παντρευτεί... Απορεί! Απορεί κι αγωνιά για το πώς θα αντιδράσει εκείνη. Αν και κατά βάθος ξέρει, μέσα του το νιώθει, θα δεχτεί αμέσως. Που να βρει, άλλωστε, καλύτερο από εκείνον, που και πλούσιος πολύ, και όμορφος, και πανέξυπνος είναι.
Είναι αργά το απόγευμα. Ο ουρανός συννεφιασμένος, αλλά όχι της βροχής. Σε λίγο θα πάρει να βραδιάζει και τ’ αστέρια θ’ αγωνιστούν, αλλά δε θα καταφέρουν να πάρουν τη θέση που τους αναλογεί στο στερέωμα. Ο κόσμος στο γραφείο παίρνει να αραιώνει. Κάθε τόσο η γραμματέας του, και περιστασιακή ερωμένη, εμφανίζεται στην πόρτα και τον ρωτά κάτι, του υπενθυμίζει κάτι, του λέει να σχολάσει, αφού δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να βρίσκεται ακόμη εκεί. Εκείνος, την ακούει δεν την ακούει, αφού το μυαλό του ταξιδεύει στο αύριο, στο ξεχωριστό κι ονειρικό του αύριο, που όλο και πιο πολύ, ανάσα την ανάσα, λεπτό το λεπτό, πλησιάζει. Όχι, δε θέλει να φύγει τώρα από κει. Δε θέλει να πάει στο σπίτι του. Δε θέλει να μείνει ούτε στιγμή απόλυτα μόνος. Αν το κάνει, τότε ο χρόνος θ’ αρχίσει να περνά ακόμη πιο αργά, οι σκέψεις πιο σκληρά θα τον στοιχειώνουν, η αγωνία πιο άγρια θα θεριεύει στο μέσα του.
Σκέφτεται το χθες. Το χθες που στα μάτια του φαντάζει τόσο απτό όσο κι απόμακρο. Μετανιώνω, άραγε, γι’ αυτό που έγινε; αναρωτιέται. Μετανιώνει; Μα, αυτός δε μετάνιωσε ποτέ και για τίποτα, μέχρι τώρα, στην άθλια μικρή ζωή του. Αλλά, να, όσο νάναι, το πρώην κορίτσι του λείπει -αφάνταστα, απροσδόκητα- πολύ. Αν μη τι άλλο εκείνη είχε κότσια, κανένα δε φοβόταν, και απέδειξε περίτρανα ότι δεν τον ήθελε για τα λεφτά του, αλλά γι’ αυτό που νόμιζε πώς ήταν. Μέχρι που ανακάλυψε την αλήθεια, το καλά κρυμμένο μυστικό του. Αλλά, τάχατες, φταίει αυτός ο δόλιος γι’ αυτό που έγινε, γι’ αυτό που κατάντησε; Όχι, καθόλου! Οι γονείς του φταίνε, αυτοί φταίνε για όλα. Που τον κακομάθανε. Που του μάθανε καλά τους τρόπους της δόλιας της κοινωνίας και όχι της αλήθειας. Που του είπανε ότι το χρήμα είναι το μόνο που μετράει σε τούτη τη ζωή – το χρήμα κι η εικόνα.
Έξω σκοτεινιάζει. Τα φώτα της πόλης φέγγουν χλωμά, τα αυτοκίνητα σκίζουν ορμητικά τα σκοτάδια της ασφάλτου κι οι περαστικοί κινούν βιαστικά για το άγνωστο νυχτερινό τους πεπρωμένο. Το κτήριο μοιάζει να είναι τώρα εντελώς άδειο από σώματα και ταλαίπωρες ψυχές, παραδομένο στη σιωπή. Μόνο εκείνος και η πιστή του -όσο παίρνει- γραμματέας είναι εκεί, σαν τα απομεινάρια μίας ακόμη ανούσιας μέρας. Κοιτώντας από το διαφανή γυάλινο τοίχο του γραφείου του, βλέπει ένα υπάλληλο εταιρείας μεταφορών να κάνει την εμφάνισή του από τον ανελκυστήρα και να κατευθύνεται προς την κοπέλα. Της δίνει ένα δέμα, παίρνει την υπογραφή της και βαριεστημένα αποχωρεί. Κι εκείνη, σηκώνεται απ’ το γραφείο της, έρχεται και του παραδίδει, μ’ ένα ερωτηματικό να της ζωγραφίζει το πρόσωπο. Δεν ξέρει τι να της πει, αφού δεν περιμένει τίποτα, από κανένα. Το κοιτάει για λίγο απορημένος. Τι να είναι άραγε; Μάλλον κάτι ασήμαντο. Αφού, έτσι κι αλλιώς, το πιο σημαντικό δέμα, κουτάκι μάλλον, της ζωής του, βρίσκεται στη δεξιά τσέπη του παντελονιού του. Καθώς το ανοίγει σιγά-σιγά και πολύ προσεκτικά, αρχίζει να χαμογελάει, μια σκέψη όμορφη του χαϊδεύει το μυαλό. Θα είναι μάλλον ένα δώρο απ’ την αγαπημένη. Αλλά, δεν είναι. Βλέποντας το περιεχόμενο, αφήνει μια σπαρακτική κραυγή αγωνίας να του ξεφύγει απ’ τα στήθια και νιώθει να του κόβεται η ανάσα. Μετά βίας στέκεται στα πόδια του και δε λιποθυμάει. Αδύνατον! αναφωνεί. Αδύνατον! Στα χέρια του κρατά τα παπούτσια που του έχεσε ο Μανόλης.
Δημοσίευση σχολίου