Τρίτη, 22 Απριλίου 2008

Η πόρνη της Καλκούτας

Τη συνάντησα πριν μερικά χρόνια, μια αφόρητα υγρή βραδιά του Δεκέμβρη, μπροστά από το Μουσείο στην Καλκούτα. Στεκόταν εκεί σχεδόν ακίνητη, καρτερική, με μια άνεση παράδοξη, περιμένοντας προφανώς κάποιο πελάτη. Όταν με είδε κάποια στιγμή να πλησιάζω, με το αργόσυρτο περιπατητικό μου βήμα, χαμογέλασε, αλλά δε μου μίλησε. Αυτό μου φάνηκε παράξενο πολύ, μου κίνησε την περιέργεια. Τι σκατά πόρνη ήταν αυτή που βλέποντας κάποιον υποψήφιο πελάτη να πλησιάζει, δεν κάνει καμιά απολύτως κίνηση προς το μέρος του και δεν του απευθύνει καν το λόγο;
Με την απορία ζωγραφισμένη βαθιά στο πρόσωπό μου την προσπέρασα και συνέχισα τη δίχως προορισμό βόλτα μου στους άγνωστους δρόμους της νύχτας. Πολύ ασφαλής, αν και χαώδης πόλη, μου φάνηκε η Καλκούτα. Γειτονιές με τη μυρωδιά της εγκατάλειψης, παιδιά άστεγα που κοιμόνταν στα πεζούλια, ανθρώπινα υποζύγια και καντίνες με τα αρώματα όλα των μπαχαρικών, πλατείες γεμάτες μ’ ένα πολύχρωμο πλήθος που έρχονταν από και πήγαινε στο πουθενά.
Όσο κι αν περπάτησα, όσα κι αν είδα, ό,τι κι αν άκουσα και ένιωσα και μυρίστηκα, τίποτα δεν κατάφερε να διώξει απ’ το παραλογισμένο μου μυαλό τη μυστηριώδη εικόνα εκείνης της πόρνης. Δεν ήξερα πώς, δεν ήξερα γιατί, αλλά η μυστηριώδης μορφή της, η στάση της όλη, μου είχε κάνει βαθιά εντύπωση, κι έτσι τα βήματά μου, λες από μόνα τους, με οδήγησαν και πάλι προς το μέρος όπου έκανε πιάτσα. Όμως, δεν ήταν εκεί. Μάλλον στη διάρκεια της μακράς, μα τόσο σύντομης, απουσίας μου βρήκε κάποιο πελάτη.
Πίσω στο δωμάτιό μου, μέσα σ’ ένα υγρό, άχρωμο και υπό κατάρρευση κτήριο, που διαφήμιζε εαυτόν σαν ξενοδοχείο, ξάπλωσα στο κρεβάτι που πήρε να τρίζει κάτω από το βάρος μου, έκλεισα τα μάτια και άφησα το πρόσωπό της να πάρει σχήμα μέσα στο μουδιασμένο μου μυαλό. Μια συνηθισμένη Ινδή, αυτό μου θύμιζε. Το σκούρο καφέ του δέρματος, τα μαύρα πλούσια μαλλιά που κάλυπταν το πίσω μέρος ενός κάπως χοντρού λαιμού, η μαύρη τζιν και όχι πολύ κοντή φούσκα, η πολύχρωμη μπλούζα, το μαύρο των ματιών της που έμοιαζε να φέγγει στο σκοτάδι. Καθώς η εικόνα της έπαιρνε σιγά-σιγά υπόσταση μέσα μου, έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται με σιγουριά πώς, αυτή αποκλείεται να είναι πόρνη! Ένιωσα στ’ αλήθεια σίγουρος, πέρα από κάθε αμφιβολία.
Την είχα στην σκέψη μου, τη ζωγράφιζα στης φαντασίας τον καμβά, και προσπαθούσα να φτιάξω την ιστορία της με υλικά δικά μου μέσα στο μυαλό, όταν καταβεβλημένος από την κούραση της μεγάλης εκείνης μέρας, παραδόθηκα τελικά σ’ ένα βαθύ, ατάραχο και δίχως όνειρα ύπνο.
Το επόμενο βράδυ ξεκίνησα και πάλι με κατεύθυνση το Μουσείο αποφασισμένος, αν ήταν εκεί, να της μιλήσω.
Την είδα από μακριά. Μιλούσε με μια γριά μικροσκοπική και με καμπούρα και το πρόσωπό της, το τόσο εκφραστικό, φώτιζε ένα πλατύ χαμόγελο. Όταν με είδε να πλησιάζω αντάλλαξε, μου φάνηκε κάπως βιαστικά, λίγες ακόμη λέξεις με τη γυναίκα, της έδωσε κάτι και την αποχαιρέτησε με μια αγκαλιά κι ένα ζεστό φιλί.
Hello, με υποδέχτηκε έτσι απλά, μονολεκτικά. Τη χαιρέτησα κι εγώ μ’ ένα βιαστικό χαμόγελο και μπήκα αμέσως στο ψητό. Η ανυπομονησία είναι η ευλογία κι η κατάρα μου. Δεν είσαι πόρνη, έτσι; τη ρώτησα, δεν ξέρω ούτε εγώ ο ίδιος με τι ύφος! Μου χαμογέλασε τρυφερά. Εξαρτάται τι εννοείς όταν λες Πόρνη, απάντησε. Κάποια που πληρώνεται για να κάνει σεξ, διευκρίνισα. Ε, τότε ναι, είμαι πόρνη μερικής απασχόλησης! αποκρίθηκε δεικτικά μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο στα χείλη. Μου άρεσε η απάντησή της. Η ωμή της ειλικρίνεια. Έχεις χρόνο; έσπευσα να ρωτήσω. Χρόνο για τι; Για σεξ ή για κουβέντα; Για κουβέντα. Το ήξερα ότι θα το έλεγες αυτό! Θα σε πληρώσω. Δεν υπάρχει λόγος. Εδώ; Εδώ.
Καθίσαμε στα βρώμικα, κι ακόμη ζεστά από τον καύσωνα της ημέρας, σκαλοπάτια μπροστά από το Μουσείο και πιάσαμε την κουβέντα. Μάλλον κάτι από συνέντευξη παρά από συζήτηση θύμιζε αυτό που συνέβαινε εκείνη την ώρα. Ήθελα όσο οτιδήποτε άλλο στον κόσμο να επιβεβαιώσω το προαίσθημα που είχα γι’ αυτήν. Και το έκανα. Και ένιωσα μια βαθιά ικανοποίηση μέσα μου, επειδή δεν έπεσα έξω. Με τα τέλεια αγγλικά της και άψογη προφορά απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις μου. Όχι, δεν ήταν πόρνη από ανάγκη, δε χρειαζόταν καθόλου τα λεφτά. Κατ’ ακρίβειαν ό,τι έκανε το έκανε για το κέφι της, για της ψυχής της τη χαρά, αλλά και για να δώσει παρηγοριά σε κάποιους συνανθρώπους της. Με τους φτωχούς πήγαινε εντελώς δωρεάν, ποτέ δε τους έπαιρνε λεφτά, ενώ κάποιες φορές τους έδινε κιόλας, κι όσο για τους πλούσιους ή τους αγνοούσε εντελώς, αφού μπορούσε να καταλάβει από απόσταση τι κουμάσια ήταν, ή όταν πήγαινε μαζί τους τούς χρέωνε εξωφρενικά μεγάλα ποσά και με τα λεφτά αυτά φρόντιζε μια λεγεώνα από ορφανά και άστεγα παιδιά.
Δηλαδή, με δυο λόγια θέλεις να μου πεις ότι είσαι μια πόρνη πρόσκοπος; την πείραξα τρυφερά εγώ. Συ είπας! μου απάντησε μ’ ένα χαμόγελο που έσταζε καλοσύνη.
Την πίστεψα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά απλά την πίστεψα. Ίσως επειδή ήμουνα ήδη προδιαθετημένος να το κάνω, ή ίσως και γιατί τα μάτια της -τα μεγάλα σα φεγγάρια τρυφερά της μάτια, τα οποία ακόμη κόβουν βόλτες στα δύσβατα μονοπάτια του μυαλού μου- που δεν έπαψα στιγμή να παρατηρώ, μου φώναζαν ότι λέει την αλήθεια.
Στο τέλος-τέλος μιλήσαμε λίγο και για την αφεντιά μου. Της είπα κάποια μυστικά, από εκείνα που μόνο μια πόρνη-μάνα μπορεί να καταλάβει, της φόρτωσα και τα όνειρά μου. Προτού αποχαιρετιστούμε, έβγαλα απ’ την τσέπη πεντακόσιες ρούπιες για να της δώσω. Στην αρχή πήγε πεισματικά να αρνηθεί, αλλά όταν της είπα, είναι για τα ορφανά σου, τις δέχτηκε με χαρά και δίχως δεύτερες σκέψεις.
Αν κάποιος κάποτε με ρωτήσει, τι έμεινε πιο ζωντανό στη μνήμη μου από το ταξίδι στην Ινδία, δε θα του μιλήσω ούτε για το Ταζ Μαχάλ, ούτε για το Μνημείο της Βικτορίας, ούτε για τους μεγαλοπρεπείς ναούς, ούτε για τους πολύχρωμους ανθρώπους και τη θανατηφόρα κίνηση στους δρόμους. Θα του διηγηθώ μονάχα την ιστορία μιας πόρνης, που στέκεται μπροστά από το Μουσείο στην Καλκούτα, και κάνει το κορμί της κάθε βράδυ ναό ανθρωπιάς, στον οποίο όλοι εμείς, άξιοι και ανάξιοι, πρέπει να προσκυνάμε.
Δημοσίευση σχολίου