Τετάρτη, 30 Απριλίου 2008

Μόνος και προδομένος

Τον παρατηρώ προσεκτικά, μα αδιόρατα, καθώς κάθεται σ’ ένα τραπεζάκι μοναχός, σκυφτός και σκεφτικός και λυπημένος, παρέα με τη μοναξιά και το πικρό παράπονό του. Πίστευε ο δόλιος ότι είχε φίλους, αλλά όλοι μεμιάς τον παράτησαν. Η αλήθεια είναι πώς νόμιζε ότι είχε αγοράσει φίλους, φίλους καλούς και χρήσιμους, για κάθε ώρα και στιγμή, αλλά έκανε μεγάλο λάθος. Δεν πρόλαβε να μάθει ο κακόμοιρος ότι η φιλία ποτέ δεν αγοράζεται, ο οίκτος ίσως ναι.
Τώρα το βλέμμα του μοιάζει κρυστάλλινο, σχεδόν παγωμένο, θλιβερά μαρτυριάρικο, διόλου αδιαπέραστο, καθώς κάποια δάκρυα ψάχνουν απεγνωσμένα να βρουν το δρόμο τους προς τον έξω κόσμο.
Θυμάται με σφιχτά σφαλιστά τα χείλη, με μια νυσταλέα οργή, το προηγούμενο βράδυ, τότε που ένιωθε ότι ήταν ο βασιλιάς του κόσμου, τότε που ήταν τόσο ανεβασμένος στους εφτά ουρανούς των γλυκών του ψευδαισθήσεων, που δεν είχε καν αντίληψη τι συνέβαινε γύρω του. τότε που πίστευε ότι όλα αγοράζονται και πωλούνται, φτάνει να έχει κανείς τα σωστά κίνητρα, τις σωστές δόσεις. Για ώρες πολλές και με πλατιά χαμόγελα, μοίραζε γύρω του, σε όλους, γνωστούς και άγνωστους, γενναιόδωρα τις άσπρες χήρες. Για ώρες πολλές έτρεφε με χόρτο τα ψεύτικα πιστεύω του. Για ώρες πολλές ένιωθε βαθιά μέσα του, στο τριπαρισμένο μέσα του, πώς ανήκε σε μια μεγάλη ανοιχτόκαρδη παρέα. Κι όταν ήρθε το τέλος της βραδιάς ένιωθε υπέροχα, ένιωθε να ταξιδεύει με μια συντροφιά εκλεκτή, σε κόσμους που ποτέ του δε φαντάστηκε. Ένιωθε, επίσης, ο δόλιος πώς βρήκε κάποιους στους οποίους θα μπορούσε να πουλήσει τα ψεύτικα όνειρά του, αλλά κι ό,τι ανακάλυψε επιτέλους μια γυναίκα για να γεμίσει, για να δώσει ζωή, στο μοναχικό του το κρεβάτι.
Κάποτε, ωστόσο, ξημέρωσε η επόμενη μέρα, και καθώς τα σουρεαλιστικά χρώματα κι οι σκοτοδίνες του μυαλού άρχισαν να υποχωρούν και να διαλύονται, καθώς ο ένας μετά τον άλλο οι χθεσινοί φίλοι στην κραιπάλη αρνούνταν να τον ακολουθήσουν σε μία ακόμη περιπέτεια, καθώς μια μαυρίλα ανείπωτη άρχισε να του πλακώνει τη μοναχική ψυχή, πήρε να καταρρέει.

Κάθεται μόνος, σιωπηλός, παραπονεμένος, μ’ ένα αγκάθι στην καρδιά να τον ματώνει, ενώ η ζωή γύρω του είναι πολύχρωμη. Το μάτι γυάλινο, το κορμί να ιδρώνει, η ανάγκη να γίνεται οδυνηρή, αβάστακτη. Πού να στραφεί; Σε ποιον; Να πει τι; Αφού, είναι πια και σ’ εκείνον φανερό, ότι στον κόσμο ετούτο δεν είναι παρά ένα άθλιο της ζωής κλοτσοσκούφι.
Πού και πού στο βλέμμα του πάει ν’ ανάψει μια σπίθα οργής, αλλά δε φαίνεται να τα πολυκαταφέρνει, αφού είναι αδύναμος. κάθε λεπτό που περνά όλο και πιο πολύ. Πρέπει να βρει οπωσδήποτε τη δόση του, μια οποιαδήποτε δόση, τη δόση που θα τον λυτρώσει. Πρέπει… Πρέπει να φύγει από κει. Τώρα! Ρωτά τον ένα μετά τον άλλο τους χθεσινούς φίλους αν μπορούν να τον πάνε κάπου με τ’ αμάξι τους – ο ίδιος δεν οδηγά. Όλοι αρνούνται. σήμερα έχουν καλύτερα πράγματα να κάνουν. Τελικά, φεύγει με τα πόδια. Περπατάει αργά, τρεκλίζει και παραμιλά. Και πέφτει, πέφτει, πέφτει. Χάνει τις αισθήσεις του και τις ξαναβρίσκει. Προσπαθεί να δραπετεύσει σ’ ένα όνειρο, που δεν μπορεί, ωστόσο, να εντοπίσει. Πέφτει. Και κανείς δεν είναι εκεί για να του δώσει ένα χέρι βοήθειας, για να τον σηκώσει. Κείτεται λιπόθυμος στη νυχτερινή άσφαλτο, μόνος και προδομένος, απ’ τον εαυτό του.
Δημοσίευση σχολίου