Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

Το αλογάκι της Αθηένου



Αχ, τι καλά, επιτέλους είμαι ελεύθερο και πάλι. Δραπέτευσα. Και τώρα… Και τώρα θα πάω για μια βόλτα και όταν κουραστώ θα επιστρέψω πίσω.

Το κάνω συχνά αυτό. Το να πηγαίνω και να γυρίζω πίσω δηλαδή. Πάω, γυρίζω, τριγυρίζω.

Α, ξέχασα να σας πω ποιος είμαι. Ή μάλλον ποιο. Απ' ό,τι ξέρω δεν έχω κάποιο όνομα, αλλά είμαι ένα αλογάκι. Το αλογάκι της Αθηένου. Αν επισκεφθείτε ποτέ το χωριό ελάτε να με δείτε από κοντά. Είμαι το εύρημα 1099 στο Δημοτικό Μουσείο, όπως έμαθα, και νομίζω με ανακάλυψαν στην τοποθεσία Μάλλουρα.

Με ανακάλυψαν, λέει, χι χι, τι αστείο. Η αλήθεια είναι ότι εγώ ανακάλυψα εκείνους. Όλο έσκαβαν κι έσκαβαν και τίποτα δεν έβρισκαν εκεί που ήμουν μέχρι που αποφάσισα να τους βοηθήσω. Άρχισα, λοιπόν, να κλωτσώ με τα ποδαράκια μου τα χώματα και πριν περάσει και πολλή ώρα νιώθω μια σκιά από πάνω μου, κι ακούω μια φωνή να λέει: "Βρήκα κάτι".

Κάτι! Στην αρχή νόμιζα ότι αυτό ήταν το όνομά μου. Το νέο μου όνομα, αφού σίγουρα είχα κάποιο άλλο όταν ήρθα στη ζωή χρόνια και ζαμάνια πριν. Πότε γεννήθηκα δεν ξέρω ακριβώς - ίσως πριν τρεις χιλιάδες χρόνια, ίσως λίγο πιο αργά. Μα, αυτό δεν έχει σημασία. Σημασία είναι ότι τώρα είμαι το αλογάκι της Αθηένου και είμαι ζωντανό.

Ναι. Ζωντανό! Τι νομίσατε, ότι κάθομαι όλη μέρα και όλη νύχτα ακίνητο και δεν κάνω τίποτα; Τσου. Κάνω. Κόβω βόλτες, όπως σας είπα, στο χωριό. Και βλέπω ανθρώπους και ζώα κι ανακαλύπτω νέα πράγματα.

Πώς μπορώ και το κάνω αυτό; Όπως συνήθως φτιάχνουν τον κόσμο στο νου τους τα παιδιά. Με λίγη δουλειά, γνώση και καμπόση φαντασία. Βλέπετε, σαν αρχαίο που είμαι ξέρω τόσα πολλά. Ξέρω ότι πολλές φορές το μόνο που έχει να κάνει κάποιος είναι να ζητήσει κάτι και θα το πάρει. Όχι πάντα βέβαια, αλλά…

Εγώ, λοιπόν, ζήτησα από ένα φίλο, με τον οποίο μοιραζόμασταν αυτά τα χώματα εδώ και αιώνες, να μου δανείσει λίγη από τη δύναμή του. Τι πάει να πει αυτό; Ποια δύναμή του; Τη δύναμη του να αποκτά ζωή όποτε γουστάρει.

Έχετε ακούσει για το λυχνάρι του Αλλαδίνου; Ε, στη δική μας περίπτωση μιλάμε για το κεφάλι του… Χμ, δεν ξέρει κανείς το όνομά του. Το κεφάλι του μοιάζει με σκύλου ή και μ' αλεπούς δεν είμαι σίγουρο και… Τέλος πάντων, εύρημα 1170. Ζήτησα, λοιπόν, τη βοήθειά του, με τηλεπάθεια φυσικά, κι αυτό δε θέλησε να μου χαλάσει το χατίρι. Μου έδωσε ζωή. Αλλά, μετά μου είπε ότι αν θέλω να βγω έξω, καλά θα κάνω να χαϊδέψω το κεφάλι του, ώστε να αποκτήσω μεγάάάλο μέγεθος και να γίνω κι αόρατο κιόλας. Υπάκουσα, και ζουμ, τα λόγια του βγήκαν αληθινά.

Εκείνη, την πρώτη νύχτα, δεν πήγα και τόσο μακριά, αφού ήμουνα λιγάκι συγχυσμένο. Βλέπετε, ο κόσμος που έβλεπα ήταν πολύ διαφορετικός απ' την εποχή που γεννήθηκα, οπότε αρχικά τα είχα χαμένα.

Τι πράματα και θάματα ήταν αυτά που έβλεπαν τα μάτια μου, που άκουγαν τ' αυτιά μου! Καρότσες φτιαγμένες από μέταλλο και γυαλί, που κουβαλούσαν μέσα τους ανθρώπους, έβλεπα. Και άλλες, θεόρατες καρότσες, ψηλές ως εκεί πάνω, που κουβαλούσαν ακόμη πιο πολλούς ανθρώπους. Και φώτα. Πολλά φώτα. Και σπίτια παράξενα. Φωνές. Τόσες πολλές φωνές, άκουγα. Θορύβους. Μουσικές.

Όταν, λοιπόν, επέστρεψα πίσω στη θέση μου στο μουσείο, ήμουνα κάπως τρομαγμένο και σκεφτόμουνα ότι δεν θα έβγαινα ποτέ ξανά στον έξω κόσμο, αλλά μέχρι να ξημερώσει η επόμενη μέρα είχα αλλάξει γνώμη. Ήμουνα περίεργο, πολύ. Έτσι με τη βοήθεια του φίλου μου δραπέτευσα και πάλι.

Αυτή τη φορά πήγα πιο μακριά. Και την επόμενη λίγο πιο πέρα. Σιγά σιγά γύρισα όλο το χωριό απ' άκρη σ' άκρη. Και προτού περάσει και πολύς καιρός άρχισα να θυμάμαι κάποια πράγματα από τα παλιά: μέρη κοντινά από τα οποία είχα περάσει, όπου είχα ίσως ζήσει.

Δε θυμάμαι τις παλιές ονομασίες τους, αλλά ξέρω τις νέες, αφού είμαι πολύ προσεκτικό αλογάκι κι ακούω τι λένε οι μουσειακοί -έτσι δε λένε αυτούς που δουλεύουν στο μουσείο;- στους επισκέπτες.

Μιλάνε για τους Γόλγους και το Παμπουλάρι της Κουκουννίνας και τον Άγιο Φώτιο και για την Ύστερη Εποχή του Χαλκού και την Ελληνιστική Περίοδο (1600 ως 1050 π.Χ. και 310 ως 30 π.Χ. αντίστοιχα, αν δεν το γνωρίζατε). Εκείνο που δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω είναι γιατί μετρούσαν και μετρούν ανάποδα, αλλά σίγουρα αυτοί ξέρουν καλύτερα.

Όπως και να 'χει, μέρα με τη μέρα οι γνώσεις μου αυξάνονται και μαζί τους μεγαλώνει κι η χαρά μου. Όσο πιο πολλά μαθαίνω τόσο πιο χαρούμενο γίνομαι, και έχω ήδη αποκτήσει και κάποιους νέους φίλους - φίλους που είναι ζωντανοί Απίστευτο, έτσι;

Πώς συνέβηκε αυτό; Θυμάστε που σας είπα πιο πριν για τα παιδιά και τη φαντασία τους; Ε, λοιπόν, τις προάλλες, καθώς περνούσα, απαρατήρητο όπως πάντα, μπροστά από ένα μέρος που το λένε ταβέρνα, άκουσα ένα κοριτσάκι να ξεφωνίζει: "Ένα αλογάκι" και να με δείχνει με το χεράκι του. Ένα μικρό αγόρι που καθόταν δίπλα του, με είδε κι αυτό. Σηκώθηκαν κι οι δυο απ' τις θέσεις τους για να 'ρθουν να με δουν από κοντά, αλλά οι μεγάλοι δεν τους άφησαν. "Καθίστε εκεί που είστε. Και αρκετά με τα ψέματα. Δεν υπάρχει κανένα αλογάκι εκεί", τους είπαν. Αχ, αυτοί οι μεγάλοι, δεν μπορούν να δουν στ' αλήθεια τίποτα.

Χάρηκα που με είδαν τα παιδιά, αλλά λυπήθηκα που δεν μπόρεσαν να με πλησιάσουν. Έτσι, αυτή τη φορά, αποφάσισα να μείνω μακριά από το σπιτικό μου για περισσότερη ώρα απ' ό,τι συνήθως, ώστε να τα συναντήσω από κοντά.

Περίμενα και περίμενα. Και περίμενα. Ήταν μια νύχτα όχι και πολύ δροσερή, καλοκαιρινή και οι άνθρωποι προφανώς δεν βιάζονταν να γυρίσουν στα σπίτια τους. Έτρωγαν διάφορα φαγητά, έπιναν διάφορα ποτά και μιλούσαν δυνατά για το ένα και για το άλλο. Τους άκουγα με περιέργεια, αφού το 'παμε, είμαι περίεργο αλογάκι.

Όταν τελικά σηκώθηκαν απ' το τραπέζι, μικροί και μεγάλοι, κι άρχισαν να περπατούν προς το σπίτι τους, τους ακολούθησα. Τα παιδιά, που όπως έμαθα λίγο μετά ήταν αδέλφια, γυρνούσαν κάθε τόσο προς το μέρος μου και χαμογελούσαν σιωπηλά. Ήμουνα σίγουρο ότι ανυπομονούσαν να με γνωρίσουν.

Κι είχα δίκιο, αφού το πρώτο πράγμα που έκαναν όταν έφτασαν στον προορισμό τους ήταν να πουν στους γονείς τους ότι θα πήγαιναν αμέσως στο δωμάτιό τους, όπως και έγινε. Όταν άνοιξαν το παράθυρό τους για να κοιτάξουν έξω ήμουν εκεί.

Άρχισαν αμέσως να μου μιλάνε, αλλά ως συνήθως, όταν μιλάς μ' ένα φανταστικό σου φίλο, αυτός μπορεί να σε ακούσει, αλλά του είναι αδύνατο να σου απαντήσει. Παρόλ' αυτά δεν στεναχωριόμουνα γι' αυτό. Φτάνει που μπορούσαν να με δουν και να μου μιλήσουν. Πού και πού κουνούσα πάνω κάτω ή πέρα δώθε όλο κατανόηση το κεφάλι μου, κι αυτό τα έκανε να γελούν λίγο και να χτυπούν τα χεράκια τους μ' ικανοποίηση.

Τα επισκέφθηκα πολλές φορές από κείνη τη μέρα. Και έμαθα πολλά γι' αυτά. Για την οικογένεια και τους φίλους τους. Για τα όνειρά τους. Και με το που άνοιξαν τα σχολεία με επισκέφθηκαν για πρώτη φορά κι αυτά. Το κοριτσάκι με αναγνώρισε με το που με είδε και τράβηξε από το μανίκι τον αδελφό της ώστε να με δει κι αυτός.

Την επόμενη φορά που ήρθαν έφεραν και τους φίλους τους για να με δουν, κι απ' ό,τι φαίνεται με συμπάθησαν πολύ, αφού, έτσι ξέρω-έτσι λέω, πάντα για μένα μιλάνε: για το αλογάκι της Αθηένου. Το πιο όμορφο, το πιο καλό, το πιο γενναίο αλογάκι όλου του κόσμου.

Από τότε ταξιδεύουμε συχνά παρέα, με όχημα την ιστορία και τη φαντασία.

Δημοσίευση σχολίου