Παρασκευή 25 Ιουλίου 2008

J.R.R. Tolkien – The Children of Hurin

Το τελευταίο βιβλίο του Τόλκιν, που κυκλοφόρησε πέρυσι, οι κριτικοί και το κοινό κάθε άλλο παρά επιφυλακτικά το υποδέχθηκαν. Κάτι το όνομα του συγγραφέα, κάτι η τελειότητα των προηγούμενων έργων του, κάτι η μυθολογία που τον συνοδεύει, όλ’ αυτά έκαναν τους πάντες να πιστεύουν ότι Τα Παιδιά του Χούριν θα ήταν επίσης ένα αριστούργημα. Αλλά, δεν είναι. Σε σύγκριση με την τριλογία του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών και το Χόμπιτ, αυτό το βιβλίο θα χαρακτηριζόταν σαν φτωχός συγγενής.
Την ευθύνη φυσικά γι’ αυτό δε φέρει ο μακαρίτης ο συγγραφέας, αλλά ο γιος του, που ανέλαβε την επιμέλεια και κυκλοφορία του. Ειδικά το πρώτο και παραφορτωμένο κεφάλαιο δείχνει ότι ο τελευταίος δεν είχε τα φόντα ν’ αντεπεξέλθει στο έργο που ο ίδιος ανέλαβε και είμαι σίγουρος ότι αν ζούσε ο Τόλκιν δε θα επέτρεπε να κυκλοφορήσει στην παρούσα μορφή.
Όπως και νάχει, το έργο αυτό καταπιάνεται, όπως λέει κι ο τίτλος, με τα έργα και τις ημέρες των παιδιών του Χούριν: του Τούριν και της Νιένορ. Ο πρώτος απομακρύνεται από μικρός, μετά από απόφαση της μητέρας του της Μόργουεν από το σπίτι του, και οδηγείται στη χώρα των ξωτικών όπου εκπαιδεύεται στην τέχνη του πολέμου. Ανήσυχος, ωστόσο, καθώς είναι, με το που θα ενηλικιωθεί θα εγκαταλείψει τη γαλήνια φυλή και θ’ αρχίσει ένα μακρινό ταξίδι στα μονοπάτια του κινδύνου και της καταστροφής, όπου πολλές φορές θα φτάσει κοντά στο θάνατο, πολλές φορές θα πέσει και θα ξανασηκωθεί, και πολλές φορές, λόγω κυρίως της ξεροκεφαλιάς του, θα επιφέρει στους γύρω του τον όλεθρο.
Σε αντίθεση μ’ αυτόν η Νιένορ θα μεγαλώσει υπό την προστασία της μητέρας τους, και όταν έρθει η ώρα θα πορευτεί μαζί της προς τη χώρα των ξωτικών, όπου ελπίζουν -μάταια, όπως θα αποδειχτεί- να βρουν τον Τούριν.
Η ιστορία διαδραματίζεται αιώνες πριν το έπος του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, τότε που η Μέση Γη αναστέναζε κάτω από την απειλή του πρώτου Σκοτεινού Άρχοντα, του Μόργκοθ. Αυτός είναι ο μεγάλος εχθρός του Τούριν, αυτόν πολέμα, και αβάσιμα ελπίζει κάποια μέρα να σκοτώσει.
Όπως και στα άλλα βιβλία του Τόλκιν έτσι και σ’ αυτό κόβουν βόλτες οι ορκς, τα ξωτικά κι οι νάνοι, αλλά το πιο τρομερό πλάσμα είναι ο δράκος Γκλαουρούνγκ, και μ’ αυτόν είναι που θα δώσει τη στερνή του μάχη ο θαρραλέος Τούριν.
Κλείνουμε αυτή τη σύντομη αναφορά με δύο ‘ατάκες’:
«Αυτός που τρέχει για να ξεφύγει από τους φόβους του ίσως σύντομα ανακαλύψει ότι απλά πήρε το σύντομο δρόμο για να τους συναντήσει...»
«Οι άνθρωποι είναι άπληστοι κι ανοικονόμητοι, και δε θα προφυλάξουν τα φυτά μέχρι που αυτά θ’ αφανιστούν.»
Εξαιρετική η εικονογράφηση του Alan Lee.

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2008

Κενζάμπουρο Όε – Μια προσωπική υπόθεση

Συνεχίζοντας με τις αναγνώσεις της ιαπωνικής λογοτεχνίας παίρνουμε στα χέρια μας το Μια προσωπική υπόθεση του Κενζάμπουρο Όε, ένα μυθιστόρημα σκληρό και σκοτεινό που μιλά με ωμή γλώσσα για των ανθρώπων τα πάθη και τα λάθη, τις δειλίες και τους μικρούς ηρωισμούς.
Βασικός πρωταγωνιστής σ’ αυτή την ιστορία είναι ο Μπερντ, ένας αντικοινωνικός και περίκλειστος στον κόσμο του καθηγητής, που από τη μια στιγμή στην άλλη βρίσκεται αντιμέτωπος μ’ ένα μεγάλο πρόβλημα: η γυναίκα του έχει μόλις φέρει στον κόσμο ένα αφύσικο μωρό, που μοιάζει να έχει δύο κεφάλια.
Στη θέα και μόνο του γιου του ο Μπερντ μοιάζει να χάνει τα λογικά του και προσπαθώντας να ξεφύγει απ’ την σκληρή πραγματικότητα που τον περιβάλλει επισκέπτεται μια φίλη από τα παλιά. Η Χιμίκο τον δέχεται αδιαμαρτύρητα στο σπίτι και τη ζωή της και του παρέχει όλη τη φροντίδα και κατανόηση που ποτέ δε γνώρισε απ’ τη γυναίκα του. Ωστόσο, η εικόνα του κακόμοιρου παιδιού του, που μάλλον πρέπει να πεθάνει για να μην καταντήσει φυτό, τον κυνηγά συνεχώς, τον στοιχειώνει, δεν τον αφήνει για στιγμή να ησυχάσει.
Τι να κάνει, λοιπόν; Ν’ αφήσει τους γιατρούς ν’ ανοίξουν το κεφάλι του μωρού προσπαθώντας να το γιατρέψουν; Ή, να επιχειρήσει προσωπικά να βάλει τέλος σ’ αυτή τη φάρσα που του έκανε η ζωή;
Ο Μπερντ είναι ένας αντιήρωας με τα όλα του -δεν είναι τυχαίο ότι σε κάποιο σημείο του μυθιστορήματος γίνεται αναφορά στον Κάφκα- και σαν τέτοιος μοιάζει να ισορροπεί σ’ ένα τεντωμένο σκοινί, που είτε θα τον οδηγήσει σε μια μικρή λύτρωση ή στην απόλυτη καταστροφή. Μεγάλο το δίλημμα που έχει να αντιμετωπίσει και κανείς δεν μπορεί να προδικάσει την απόφασή του. Θα προσπαθήσει άραγε κι αυτή τη φορά να θάψει τα προβλήματά του κάτω από το χαλί, ή θα σταθεί επιτέλους δυνατός και θα τα αντιμετωπίσει;
Ο συγγραφέας, με αφορμή την ιστορία, κάνει κι ένα σχόλιο για τη σύγχρονη ιαπωνική κοινωνία, που όλο και αλλάζει, που όλο και κινείται με πιο γρήγορες ταχύτητες, που όλο και κυλάει πιο βαθιά στο μηδενισμό. Και δε συμπεριφέρεται με ιδιαίτερη συμπάθεια στους ήρωές του. Τους αφήνει να πληγώνονται και να ματώνουν ασύστολα, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην πραγματικότητα. «Οι άνθρωποι πια δε ζουν, μονάχα επιβιώνουν,» μοιάζει να είναι το μήνυμά του.

Από τις εκδόσεις Καστανιώτη

Τρίτη 22 Ιουλίου 2008

Αγαπητέ Κανένα

Μέρες παράξενες, παράξενες πολύ, είναι αυτές που τώρα ζω. Όχι, δε θα πω ότι είμαι συγχυσμένος, όχι απόλυτα, ή πώς δεν ξέρω τι μου γίνεται. Η αλήθεια είναι ότι ξέρω πολύ καλά τι μου γίνεται, κι αυτό ακριβώς είναι που με ανησυχεί, αφού για μένα αποτελεί μια πρωτόγνωρη εμπειρία.
Τι εννοώ; Τώρα πώς να το εξηγήσω; Με λόγια απλά, υποθέτω. Άκου, λοιπόν, τι έχει να σου πει ο αδαής σου φίλος: Αποφάσισα ότι το μόνο πράγμα που στ’ αλήθεια θέλω να κάνω στη ζωή μου είναι να γράφω. Κι αυτή δεν είναι μια απόφαση που προέκυψε από το πουθενά, καθώς μέσα στον τελευταίο χρόνο έγραψα ή ξαναέγραψα πεντέμισι βιβλία. Μόλις σήμερα τελείωσα με τις διορθώσεις των δύο τελευταίων και τώρα βρίσκομαι σ’ ένα δίλημμα: Να πιάσω και πάλι στα χέρια μου το μυθιστόρημα που άφησα στη μέση προτού επιστρέψω στην Κύπρο τον περασμένο μήνα ή ν’ αρχίσω να γράφω ένα καινούριο, που θα διαδραματίζεται στην Τσιανγκ Μάι, στα αγγλικά;
Αλλά, αυτό δεν είναι το μοναδικό μου δίλημμα. Τις τελευταίες μέρες νιώθω πάλι έντονα τις τάσεις φυγής μου. Βασικά όλο σκέφτομαι να φύγω γι’ αλλού, αλλά απλά δεν μπορώ ν’ αποφασίσω για που. Για την Τσιανγκ Μάι, για τα Χανιά ή για το χωριό εδώ στην Κύπρο;
Ναι, το ξέρω, πάει τρελάθηκα. Αλλά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πάντα τρελός ήμουνα. Η μόνη διαφορά είναι ότι τώρα το διαφημίζω κιόλας.
Τέλος πάντων, νυστάζω και δεν ξέρω τι άλλο να πω, έτσι κάπου εδώ θα σε αποχαιρετήσω.
Να ’σαι πάντα καλά και να χαμογελάς.

Υ.Γ. Ξαναδιαβάζοντας αυτό το γράμμα αντιλήφθηκα ότι δεν έπρεπε να το γράψω. Θα το τυπώσω και θα το σχίσω...

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2008

Γιασουνάρι Καβαμπάτα – Κιότο

Για κάποιο λόγο, που δεν είναι του παρόντος να εξηγήσω, εδώ και λίγες μέρες άρχισα σιγά-σιγά ν’ ασχολούμαι με την ιαπωνική λογοτεχνία. Είπα πρώτα να ανατρέξω στη βιβλιοθήκη μου προτού πάρω στα χέρια μου τα βιβλία που είναι καθ’ οδόν από τας Αμερικάς και το Άμαζον.
Πριν λίγες μέρες σας μίλησα για το Κάπα του Ακουταγκάουα, ενώ σήμερα θα αναφερθώ στο Κιότο του Γιασουνάρι Καβαμπάτα, ενός ακόμη αυτόχειρα συγγραφέα.
Το ανά χείρας βιβλίο είναι και δεν είναι η ιστορία της Κιέκο, μιας συνηθισμένης κοπέλας, την οποία παράτησαν οι γονείς της έξω από ένα σπίτι στο Κιότο, και την οποία ανέλαβε να αναθρέψει η οικογένεια που τη βρήκε. Τώρα, καθώς βρίσκεται στα είκοσί της χρόνια συλλαμβάνει τον εαυτό της όλο και πιο συχνά ν’ αναρωτιέται γιατί την εγκατέλειψαν, ποιοι ήταν οι αληθινοί της γονείς και πώς θα ήταν η ζωή της αν ήταν ακόμη μαζί τους.
Φυσικά, σε όλα αυτά τα ερωτήματα φαίνετ’ απίθανο να βρει κάποια μέρα τις απαντήσεις, αλλά οι μοίρες έχουν άλλη άποψη. Έτσι, κάποια φορά, εντελώς στα ξαφνικά, οδηγούν στο δρόμο της τη δίδυμη αδελφή της. Και τότε όλα αλλάζουν.
Το Κιότο είναι ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος: ένα βιβλίο που μιλά για την ιαπωνική πόλη. Ο μύθος του είναι μάλλον φτωχός κι η αφήγηση αργή, αλλά και τα δύο εξυπηρετούν την ιστορία μια χαρά. Οι δύο αδελφές, ο χωρισμός κι η επανασύνδεσή τους, αποτελούν μονάχα τις αφορμές, τα άλλοθι του συγγραφέα, που μοιάζει να θέλει πιότερο να μιλήσει με νοσταλγία πικρή για την πόλη του, που στο πέρασμα του χρόνου μοιάζει να χάνει την ψυχή της, να δυτικοποιείται και να βαδίζει με όλο και πιο γοργά βήματα προς ένα μέλλον που στα μάτια του φαντάζει ψεύτικο κι αβέβαιο, ασύμβατο με την ιαπωνική ψυχή. Ένας από τους ήρωές του λέει κάπου: «Στις μέρες μας πια μιλάμε μόνο για ιδέες και αισθήσεις. Ακόμα και για τα χρώματα αναφερόμαστε στα δυτικά πρότυπα.» Το παράπονο μεγάλο και μοιάζει να ξεχειλίζει.
Όσο, ωστόσο, το βιβλίο αυτό θυμίζει μια ελεγεία για τη ζωή που χάνεται, άλλο τόσο αποτελεί έναν ύμνο στη φύση. Είναι ένα καταπράσινο και με τον τρόπο του οικολογικό βιβλίο. Η ηρωίδα του, η Κιέκο, μοιάζει να αγαπά όλα τα δέντρα και όλα τα λουλούδια, τα βουνά, τα ποτάμια, ακόμη και τη βροχή. Βλέπει την ομορφιά σε όλα τα στοιχεία της φύσης και τη διαλαλεί, όπως κι ένας νεαρός φίλος της εξάλλου, ο Χιντεό: «Τα λουλούδια έχουν ζωή. Ζωή σύντομη, που όμως δεν περνάει απαρατήρητη. Τα χρόνια πάνε κι έρχονται, μπουμπούκια ανοίγουν...» λέει αυτός. Ενώ ο πατριός της παρατηρεί ότι: «Οποιοδήποτε λουλούδι, ανάλογα με τον τρόπο ή τη στιγμή που το βλέπεις, μπορεί να σε μαγέψει.»
Το Κιότο είναι ένα λίγο λυπημένο, μα καλογραμμένο βιβλίο, που οπωσδήποτε δεν προσφέρεται για ανάγνωση σε κάποια παραλία. Αν θελήσετε να το διαβάσετε κάντε το κάποια λυπημένη νύχτα του χειμώνα, ώστε να νιώσετε σε βάθος αυτά που προσπαθεί να μεταδώσει.

Κυριακή 20 Ιουλίου 2008

Η Μπαλάντα του Αποχαιρετισμού;

Πάνω σ' αυτό το κείμενο δούλευα, ή μάλλον ξαναδούλευα, αυτή τη βδομάδα. Πάει καιρός να γράψω κάτι καινούριο, αλλά μάλλον θ' αρχίσω να το κάνω σύντομα. Μέχρι τότε απολαύστε ένα απόσπασμα από την εκδοχή 3 του "Σ' Αγαπώ Απελπισμένα", που δυστυχώς σηκώνει ακόμη πολλή δουλειά.

«...Ν’ αγαπηθώ από κάποια σαν και σένα, μονάχα αυτό ζητούσα – τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Πίστευα ότι με μια αγάπη τόσο ξεχωριστή όπως τη δική σου, ο κόσμος μου θ’ αποκτούσε άλλη όψη, πιο φωτεινή, πιο χαρούμενη και πολύχρωμη, όπως και έγινε.
Αλλά, δυστυχώς η αγάπη είναι και πόνος, κι αυτό πάντοτε το ήξερα. πόνος οξύς, οδυνηρός, όπως ο σημερινός, ή ίσως και παντοτινός, της σωματικής σου απουσίας απ’ τη ζωή μου. Μα, ακόμη κι όταν ήμασταν μαζί πονούσα, σιωπηλά από μέσα μου υπέφερα, κι ας προσπαθούσα να μην το δείχνω. Πονούσα από αγάπη. Πονούσα στην ιδέα και μόνο ότι θα μπορούσε να σου συμβεί κάτι κακό. Πονούσα όταν σε σκεφτόμουνα ή και σε έβλεπα θλιμμένη, όταν σε φανταζόμουν μακριά μου, ακριβώς όπως και τώρα.
Ο εαυτός μου χάνονταν όταν ήμασταν μαζί, γίνονταν σκιά και αύρα και κυλούσε μέσα σου και σ’ αγκάλιαζε, κι ήμουνα τόσο -μα τόσο- ευτυχισμένος. Δεν είχα στ’ αλήθεια τίποτα να σου δώσω, μόνο την παρουσία μου, δεν είχα τίποτα να πάρω, μονάχα εσένα!
Χθες το βράδυ, έσφιξα με πείσμα τα δόντια, μαστόρεψα μαστορικά την κατήφεια μου και πήγα σ’ ένα μπαράκι για ν’ ακούσω λίγη μουσική, για να πιω ένα κρασάκι κι άλλο ένα, μήπως και ξεχαστώ. Όλη την ώρα ήμουνα στον κόσμο μου χαμένος, εντελώς φευγάτος, τίποτα δεν έβλεπα, κανένας ήχος δε μ’ έφτανε, όταν ξαφνικά άκουσα μια μελωδική γυναικεία φωνή, με παράξενη προφορά, να μου ψιθυρίζει στ’ αυτί: Ό,τι είναι θα περάσει! Λίγο ταράχτηκα. Αφαίρεσα με μια μικρή καθυστέρηση το σκέπαστρο των σκέψεων απ’ τα μάτια μου, μόνο και μόνο για να δω μια νεαρή γυναίκα, με σίγουρα βήματα ν’ απομακρύνεται και να χάνεται, κουβαλώντας ένα δίσκο, στο βάθος του μαγαζιού. Αυτή μου μίλησε, ή η φωνή που άκουσα ήταν ένα δημιούργημα της αχαλίνωτής μου φαντασίας; Ό,τι είναι θα περάσει...»

Θα περάσει άραγε; Πάντως αν γυρίσει πίσω στη Μάγια δε θα είναι για να της δώσει μια δεύτερη ευκαιρία, αλλά επειδή την αγαπά. Είναι σίγουρη γι’ αυτό. Και θα γυρίσει σαν από ταξίδι, το ξέρει, σαν να μην υπήρξε ποτέ χωρισμός.
Ω, ονειρεύεται συχνά πολύ εκείνη την ευλογημένη μέρα που θ’ ανοίξει -αλλά πώς, αφού δεν έχει πια το κλειδί- την πόρτα του σπιτιού της και θα μπει μέσα, μ’ εκείνο το σκανδαλιάρικο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του. Ονειρεύεται! Θαυμαστό, αλλά κι η ίδια κάπου πια θαρρεί πώς είναι αργά για όνειρα.
Μα, της λείπει τόσο. Της λείπει το να την ξυπνά μ’ ένα φιλί, κάθε πρωί, σερβίροντάς της πρόγευμα στο κρεβάτι. της λείπει ο ήχος κι η ηχώ της φωνής του όταν την αποκαλεί πριγκηπέσα μου. της λείπουν τα πρωτότυπά του δώρα, οι κρασοκατανύξεις τους. της λείπει το να κάθονται μαζί στο χαλί και να τη ζεσταίνει με αγάπη και στοργή απέριττη μέσα στην αγκαλιά του, καθώς θα βλέπουν μια παλιά αγαπημένη ταινία. της λείπουν οι βόλτες με τη μοτοσικλέτα, οι ξαφνικές τους αποδράσεις. της λείπει η φροντίδα του, η γλύκα που εκπέμπει όταν της ψιθυρίζει είσαι η ψυχούλα μου. της λείπουν οι ψευτοκαυγάδες τους, το άρωμα του κορμιού του στα σεντόνια της, η θετική του ενέργεια. της λείπει το να της λέει ότι είναι ο προορισμός του.
Είναι; Είναι ακόμη ο προορισμός του; Αυτό αναρωτιέται. Είναι;
Μετά από τόσο πόνο, μετά από τέτοια πτώση και τόση δυστυχία, το μόνο που της απομένει είναι να τον περιμένει να φανεί από κάποια γωνιά του δρόμου, να έρθει και πάλι να την αγαπήσει όπως μονάχα εκείνος ξέρει και να καταληφθεί ξανά από τη νόσο της Μάγιας, ν’ αρρωστήσει βαριά από έρωτα.
Να ’ρθεις τώρα, αγάπη, να ’ρθεις, σε περιμένω, τώρα που είμαι εγώ, ψιθυρίζει το μήνυμά της στον άνεμο κι ελπίζει ότι αυτός θα διασχίσει βουνά και θάλασσες για να του το μεταφέρει.
Καθώς ξεφυλλίζει τα τετράδια της κοινής τους ζωής δεν μπορεί παρά να δακρύζει. να δακρύζει και να χαμογελά την ίδια ώρα. Ο Νικόλας της έχει γίνει έμμονη ιδέα. Τόσο έντονη που πιστεύει ότι αν δε γυρίσει σύντομα πίσω κοντά της θα τρελαθεί. Αλλά, ίσως και να υπερβάλλει – όπως πάντα. Τον θέλει όμως τόσο! Τόσο που...
Κάθε βράδυ πίνει ένα ποτήρι απ’ το αγαπημένο τους κόκκινο κρασί. Κάθε βράδυ ακούει κάποια απ’ τα τραγούδια τους... που να βρω ένα φιλαράκι, να μου πει πώς μ’ αγαπάει στ’ αλήθεια, αφού κι εσύ έχεις εξαφανιστεί... Κάθε βράδυ κοιτά τις φωτογραφίες που βγάλανε μαζί, στις φοβερές εκδρομές τους. Κάθε βράδυ παίρνει στα χέρια της ένα-ένα τα βιβλία που της έχει χαρίσει και τα χαϊδεύει, σα φυλακτά πολύτιμα, και κοιμάται αγκαλιά με το Γλάρο Ιωνάθαν.
Και πολύ συχνά βλέπει ξανά και ξανά την αγαπημένη του ταινία, τη βασισμένη σ’ ένα απ’ τα αγαπημένα του βιβλία, την ιστορία του Κόμη Δράκουλα. την απόλυτη ιστορία αγάπης, όπως έλεγε εκείνος. την ιστορία κάποιου που είχε το θάρρος, για χάρη της χαμένης του αγάπης, να θυσιάσει την ψυχή του την ίδια, να γίνει απέθαντος και για αιώνες ολόκληρους να βιώνει τον πόνο της απώλειας.
Ένα κλουβί με αναμνήσεις, πολλές όμορφες και γλυκές, λίγες άσκημες και πικρές, είναι το διαμέρισμά της. Αναμνήσεις που απόψε μοιράστηκε με μερικές κόλλες χαρτί -για δες, πήρε κιόλας να ξημερώνει- χαρίζοντάς τους το δώρο της ζωής, όπως πλείστες άλλες φορές είχε κάνει μέσα στη σκέψη της.
Αλλά, ο χρόνος πέρασε, τα λόγια λιγόστεψαν, δε θ’ αργήσει να στερέψει η πηγή. Είπε όλα όσα ήθελε να πει; Τα έγραψε όλα; Στ’ αλήθεια, δεν ξέρει. Εκείνο που στα σίγουρα γνωρίζει είναι πως τώρα πια νιώθει άδεια, αλλά κι απίστευτα πλήρης, φτωχή και πλούσια πολύ, όπως είχε ακριβώς προβλέψει ο καλός της στο τέλος ετούτου, του δεύτερου γράμματος:

«...Νιώθω τον πόνο σου, καλή μου, το νιώθω μέσα στο στήθος μου βαθιά, το βιώνω με κάθε ανάσα μου. Μια νοητή μαχαιριά είναι και με ματώνει. Βρες ένα τρόπο κι άδειασε την ψυχή σου, Μάγια μου, δώσ’ της νέα πνοή, ξαλάφρωσέ την. Αν θες, γράψε μου. Γράψε ένα γράμμα ποταμό, σαν τούτο δω το δικό μου, και βγάλε τα σώψυχά σου, όλα σου τ’ απωθημένα. Αν θες βρίσε με, αν θες αγάπησέ με, αν θες μίσησέ με. Ή, αν δεν το μπορείς αυτό, κάνε κάτι άλλο, κάτι που σου ταιριάζει. Ανέβα καλύτερα πάνω στη σκηνή και άδειασε εκεί το ποτήρι του πόνου σου, του πόνου μας, στάλα-στάλα, μάτωσε -αν αγαπάς- μπροστά στους άλλους ανθρώπους, μίλησέ τους όπως μόνο εσύ ξέρεις, πες τους την ιστορία μας, μοιράσου μαζί τους με γενναιοδωρία ψυχής τις αναμνήσεις μας. Μην ανησυχείς, δε θα σε γιουχαΐσουν, θα καταλάβουν. Θα καταλάβουν τις αλήθειες σου, θα νιώσουν τον πόνο σου, ηθελημένα ή άθελά τους θα γίνουν το καθαρτήριό σου.
Άνοιξε, λοιπόν, την ψυχή σου, καρδιά μου, μίλα, και θα λυτρωθείς.

Πάντα καλά,

Ο Νικόλας σου»

Αυτά της έγραφε, λοιπόν, ο αγαπημένος. Κι ακολούθησε τη συμβουλή του – απλά επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Όχι, δεν ανέβηκε στη σκηνή για να πει την ιστορία τους, αλλά κάθισε και με τη φτωχική της γλώσσα, τα λειψά της μέσα, την έγραψε. Ποιος ξέρει; Ίσως κάποια μέρα σταθεί στο σανίδι και την αφηγηθεί σε άγνωστους ανθρώπους – ναι, ίσως και να το επιχειρήσει αυτό. Μέχρι τότε, όμως, θα κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί. θ’ αγαπά και θα ελπίζει.
Όπως λέει και το μότο του Δράκουλα: Η Αγάπη Δεν Πεθαίνει Ποτέ. Όχι, δεν πεθαίνει. Είναι πάντα μαζί μας. Μας ακολουθεί σε κάθε μας βήμα και περιμένει πάντοτε σε κάποια γωνιά την πρώτη ευκαιρία, για να μας δείξει και πάλι το όμορφο, το φωτεινό της πρόσωπο.
Έχει κουραστεί πολύ, νιώθει πια εξαντλημένη η Μάγια. Θα σβήσει τώρα τα φώτα, θα σφαλίξει τα άγρυπνά της μάτια και θα ξαπλώσει γαλήνια στο μοναχικό της κρεβάτι. Θα αναλογιστεί για λίγο την απελπισμένη της αγάπη, κι ανάλαφρη πλέον, απαλλαγμένη από τις ενοχές, θα ταξιδέψει στον κόσμο των ονείρων της, εκεί όπου μπορεί και βλέπει ακόμη το πρόσωπό του.

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2008

Ατάκα κι επί τόπου

«Και το μέλι και το δηλητήριο, και τα δυο απ’ τη φύση είναι φτιαγμένα.»

«Ν’ αλλάζεις συνέχεια, να γίνεσαι σύννεφο και κύμα. Σαν το φεγγάρι να γιομίζεις και να τρεμοσβήνεις.»

«Ο χρόνος από μόνο σου δεν έχει σημασία. Αν τον σπαταλάμε ή τον γεμίζουμε, αυτό είναι που μετρά.»

«Θέλω γιο, αλλά το ξέρω ότι κορίτσι θα είναι το παιδί. Και όταν μεγαλώσει θα γίνει κούκλα σαν τη μάνα της. Κι ενώ εκείνη θα βγαίνει με τους γκόμενους εγώ θα βγαίνω με το μπαστούνι.»

«Ο εαυτός μου μού έλεγε ότι κυνηγούσα χίμαιρες. Εγώ του απαντούσα πως στόχευα στην καταστροφή τους.»

«Ο φόνος δεν αποδεικνύει την αγάπη σου για μένα, αλλά το μίσος σου για τους άλλους.»

«Για πες μου, μικρέ: Έμαθες ν’ αγαπάς τις γυναίκες ή συνεχίζεις να τις αναλύεις;»
«Τις αγαπάω αναλυτικά!»

«Σε κάθε άνθρωπο αντιστοιχούν τουλάχιστον τρεις θλίψεις.»

«Όταν το μέσα σου δε φοβάται κανένα, κανένας δεν μπορεί να το απειλήσει.»

«Προσπαθείς να σκοτώσεις τις ενοχές σου με τα δώρα. Με τη μυγοσκοτώστρα...»

«Δεν είναι η κακία που κυβερνά τον κόσμο, είναι η αδιαφορία.»

Αποσπάσματα από ένα μελλοντικό αριστούργημα (εδώ γελάτε)

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2008

Απόκληροι των Αναμνήσεων

Κάθε που γράφω μια καινούρια ιστορία
Κάθε που διαβάζω μια παλιά
Μέσα εκεί σε βρίσκω
Στα λόγια και τις σιωπές μου.
Ξέρεις, ίσως ποτέ μου να μη σου ’πα
Όλα αυτά που θα ’θελα
Κι εσύ ίσως ποτέ να μην κατάλαβες
Τι έκρυβαν οι σιωπές μου.
Ζούσαμε κρυπτικά, μες στις σκιές των λέξεων
Απόκληροι των αναμνήσεων του αύριο.
Εσύ κρυβόσουνα απ’ τη ζωή
-αυτή φοβόσουν-
κι εγώ κρυβόμουνα απ’ την ψυχή σου
-δεν ήθελα να δει ποιος ήμουν.
Δίσταζα να σου μιλήσω για τις αλήθειες μου
Ήταν οδυνηρές
Δε ζητιάνεψα την αγάπη σου
Ήταν αφόρητη.
Προσπάθησα να μη σε κλέψω
Για να μη σε χάσω.
Μα με έκλεψες εσύ
Με τη φυγή σου.
Με άφησες φτωχό και μόνο
Να παραδέρνω
Στο μεταίχμιο μιας απόφασης που ποτέ δεν πήρα.

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2008

Michael Connelly – The Narrows

Ο Μάικλ Κόνελι έγραφε πολύ καλύτερα το 2003 παρά το 2007. Γι’ αυτό δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία αφού το τελευταίο του βιβλίο, το The Overlook, ήταν κάπως φτωχικό και ελαφρώς για τα μπάζα.
Σ’ αντίθεση μ’ εκείνο όμως το The Narrows είναι ένα καλογραμμένο θρίλερ καταδίωξης που δεν κρύβει πολλά μυστικά, αλλά το οποίο ωστόσο καταφέρνει να καθηλώσει τον αναγνώστη με την καταιγιστική του δράση.
Ήρωας του βιβλίου είναι ο ντετέκτιβ-φετίχ του Κόνελι, ο Ιερώνυμος Μπος, ο οποίος προσπαθεί ν’ ανακαλύψει αν πράγματι ο Τέρι ΜακΚάλεμπ (γνωστός μας κι αυτός από άλλα μυθιστορήματα του συγγραφέα) πέθανε από καρδιακή προσβολή ή αν κάποιος τον σκότωσε.
Τα μονοπάτια της έρευνάς του θα τον οδηγήσουν στα ίχνη του Ποιητή, ενός κατά συρροή δολοφόνου που εθεωρείτο νεκρός, αλλά δεν ήταν, και ο οποίος πολύ τυράννησε τις αρχές στο παρελθόν, σ’ ένα ακόμη παλιό μυθιστόρημα του συγγραφέα, που είχε σαν τίτλο το ψευδώνυμό του.
Ο Ποιητής, λοιπόν, ξανακτυπά κατ’ επανάληψη δημιουργώντας πανικό στο FBI, που όλο τον κυνηγά μα όλο τον χάνει, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί ο Μπος (όχι πώς χρειαζόταν και πολύ για να τον πείσει κανείς δηλαδή), με τη βοήθεια μιας πράκτορος, να πάρει την κατάσταση στα χέρια του.
Οι ήρωες του Κόνελι σ’ αυτό το βιβλίο είναι πλαστικοί, εύπλαστοι, γεμάτοι αδυναμίες και πάθη, υπαρξιακά ερωτήματα και μεγάλες αμφιβολίες. Όλους μοιάζουν να τους κυνηγούν κάποια φαντάσματα από το παρελθόν, φαντάσματα από τα οποία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο προσπαθούν να ξεφύγουν.
Όπως και σε μερικά από τα άλλα μυθιστορήματα που πρωταγωνιστεί ο Μπος, εδώ ο συγγραφέας καταπιάνεται με τα θέματα της μοναξιάς και της απώλειας και των μεγάλων διαψευσμένων προσδοκιών και αναλύει διεξοδικά την ψυχοσύνθεση των πρωταγωνιστών, αφήνοντας ωστόσο ανοικτά κάποια παράθυρα αμφιβολίας. Τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να σκοτώνουν χωρίς κανένα λόγο; Γιατί κάποιοι αρέσκονται να κυνηγούν τα προβλήματα; Τι είναι εκείνο που οδηγεί κάποιον στη συγκροτημένη παράνοια; Τα ερωτήματα που τίθενται είναι πολλά, και οι ερμηνείες όλες ανοικτές.
Ένα ευκολοδιάβαστο θρίλερ γραμμένο με κινηματογραφικό ύφος που σίγουρα προσφέρεται για ανάγνωση ετούτες τις νωχελικές ημέρες του καλοκαιριού.

Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

Ριουνοσούκε Ακουταγκάουα – Κάπα

Δυο απορίες γεννήθηκαν στο μυαλό μου όταν ξαναδιάβασα αυτή τη νουβέλα μετά από δεκατρία τόσα χρόνια: Α) Πώς και εκδόθηκε και στην Ελλάδα; Β) Αν την είχε γράψει κάποιος έλληνας συγγραφέας θα είχε άραγε δει ποτέ το φως της μέρας;
Θα απαντήσω στο δεύτερο ερώτημα πρώτα μ’ ένα ξερό: Όχι! Αλλά, ας προσθέσω μία ακόμη λέξη: Αποκλείεται. Όσο για την απάντηση στην πρώτη ερώτηση είναι κι αυτή απλή: εκδόθηκε στην Ελλάδα επειδή ο συγγραφέας είχε πεθάνει το 1927, οπότε τα πνευματικά δικαιώματα έχουν ήδη λήξει.
Θα με ρωτήσετε τώρα, μα τόσο κακό είναι αυτό το βιβλίο; Η αλήθεια είναι πώς όχι, δεν είναι καθόλου κακό. Είναι πολύ καλογραμμένο μάλιστα, πλούσιο σε εικόνες αποκυήματα μιας ξεχειλίζουσας φαντασίας. Τότε; Απλά είναι τόσο παράξενο βιβλίο, τόσο μικρό και αντιεμπορικό, τόσο εκτός πλαισίων και άγραφων εμπορικών κανόνων, που η έκδοσή του κάτω από διαφορετικές περιστάσεις θα αποτελούσε ένα μικρό ή μεγαλύτερο ρίσκο.
Για τι μιλά το Κάπα; Μα, για τους Κάπα φυσικά, μια φυλή πλασμάτων που ζουν στο έδαφος της Ιαπωνίας ή μάλλον κάτω από αυτό, κρυμμένοι από τους ανθρώπους, κάποιοι από τους οποίους όμως συχνά-πυκνά τους επισκέπτονται. Η κοινωνία των Κάπα είναι μια κοινωνία διαφορετική από την ανθρώπινη, η οποία ωστόσο πού και πού τη θυμίζει πολύ. Οι Κάπα είναι πλάσματα γεμάτη πάθη, χαρές, πίκρες και απογοητεύσεις ακριβώς όπως και οι άνθρωποι, αλλά να, αυτοί βλέπουν διαφορετικά τον κόσμο, μέσα από το δικό τους φακό. Αυτό ακριβώς το βλέμμα προσπαθεί να κατανοήσει ένας άνθρωπος όταν πέφτει στο βασίλειο των Κάπα. Σ’ αυτή του την προσπάθεια θα έχει αρωγό το φιλόσοφο Μαγκ, που έχει μάλιστα γράψει και ένα βιβλίο με τίτλο Τα Λόγια Του Τρελού, από το οποίο αντιγράφουμε:
Αν ζούμε τη ζωή μας με βάση τη λογική, κάποια στιγμή, αναπόφευκτα, θ’ απαρνηθούμε την ύπαρξή μας. Το γεγονός ότι ο Βολταίρος, που θεοποίησε τη λογική, τελείωσε ευτυχισμένα τη ζωή του αποδεικνύει ότι το ανθρώπινο ον δεν είναι τόσο εξελιγμένο όσο ο Κάπα.
Και σαν εξελιγμένη φυλή που είναι οι Κάπα έχουν και το δικό τους θεό, ο οποίος: «..έπλασε αυτό τον κόσμο σε μία μόνο μέρα. Παρόλο που χρησιμοποιούμε τη λέξη δέντρο στη φράση Δέντρο της Ζωής, δεν υπάρχει τίποτε που να μην μπορεί να κάνει. Όπως ήταν φυσικό, δημιούργησε και το θηλυκό του είδους Κάπα. Όταν βρήκε κάπως μονότονη την ύπαρξή της, η θηλυκή Κάπα άρχισε να ψάχνει για τον αρσενικό Κάπα. Κι ο θεός μας, που τη λυπήθηκε, πήρε το μυαλό της και έφτιαξε τον αρσενικό Κάπα. Έπειτα, αφού ευλόγησε το ζευγάρι, τους είπε: Φάτε. Ενωθείτε. Ζήστε έντονα».
Η νουβέλα αυτή αποτελεί ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να σας συστήσω να την αγοράσετε αφού ίσως να μην συμπίπτει με τα γούστα σας και μετά θα έχω εγώ το... κρίμα στο λαιμό μου!

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2008

Wilbur Smith – The Quest

Θα προταθεί άραγε ποτέ ο Ουίλμπουρ Σμιθ για το Νόμπελ Λογοτεχνίας; Η απάντηση είναι, μάλλον όχι. Κι αυτό, επειδή δε δείχνει να ασχολείται ιδιαίτερα με την πολιτική, παραμένει μακριά από τα παιχνίδια δημοσίων σχέσεων ζώντας στην Αφρική, και -το μεγάλο στ’ αλήθεια αμάρτημα του- πουλάει πολύ.
Ο Σμιθ είναι ένας εξαιρετικός λευκός αφρικανός συγγραφέας, που γράφει μεστά μυθιστορήματα, γεμάτα αγωνία και δράση και πλημμυρισμένα από κάποιους από τους πιο αξιομνημόνευτους λογοτεχνικούς ήρωες. Ένα από τα πιο αγαπημένα δημιουργήματα της φαντασίας του είναι ο μάγος Τάιτα, που ζει και ενεργεί στην αρχαία Αίγυπτο. Ο όρος «μάγος» δεν είναι αυτός που θα τον περιέγραφε ακριβώς, αφού ο Τάιτα μάλλον με κάποιο σοφό γέρο και γητευτή πιότερο μοιάζει.
Στο ανά χείρας μυθιστόρημα βλέπουμε την Αίγυπτο, υπό την ηγεσία του Φαραώ Νέφερ Σέτι, να αντιμετωπίζει μερικά φοβερά κι οδυνηρά προβλήματα, πραγματικές μάστιγες. Τα νερά του Νείλου έχουν στερέψει μ’ αποτέλεσμα ολόκληρη η άλλοτε εύφορη χώρα να βρίσκεται στα πρόθυρα της ολοκληρωτικής καταστροφής. Κάτι αποτρόπαιο φαίνεται να συμβαίνει στα βάθη της Αφρικής, απ’ όπου πηγάζει το μεγάλο ποτάμι, που φέρνει το Φαραώ στα όρια της απελπισίας. Εκεί, όμως, που όλα μοιάζουν χαμένα, επιστρέφει μετά από επτά χρόνια περιπλανήσεων σε χώρες μακρινές, ο μάγος Τάιτα, που με την παρουσία του και μόνο γεννά και πάλι την ελπίδα στις ψυχές των συμπατριωτών του.
Τώρα, με διαταγή του Φαραώ, πρέπει να ταξιδέψει στις πηγές του Νείλου, ν’ ανακαλύψει τι ήταν εκείνο που έκανε τα νερά του να στερέψουν, και -αν τα καταφέρει- να τον «απελευθερώσει» και πάλι.
Κινάει, λοιπόν, για το μακρινό, δύσκολο και επικίνδυνο ταξίδι, έχοντας μαζί ένα πιστό του σύντροφο, τον Μέρεν, τον οποίο γνωρίζουμε από τα προηγούμενα αιγυπτιακά έπη, και ένα αριθμό στρατιωτών. Ο μάγος το ξέρει ότι τον περιμένουν πολλοί κίνδυνοι και κακουχίες, είναι σίγουρος ότι θα έρθει πολλές φορές πρόσωπο με πρόσωπο με το θάνατο, θα χύσει και θα δει να χύνεται πολλή αίμα, αλλά είναι αποφασισμένος να επιτύχει στην αποστολή του. Σε μια αποστολή στη διάρκεια της οποίας θα γνωρίσει τον έρωτα -στην μετενσάρκωση μιας νεκρής από χρόνια αγαπημένης του βασίλισσας- θα πολεμήσει σκληρά με ανθρώπους και μάγους, θα πέσει στην άβυσσο του ψέματος κατ’ επανάληψη, για ν’ αναδυθεί στον ουρανό της αλήθειας.
Από τις 630 πυκνογραμμένες σελίδες του βιβλίου βλέπουμε να περνάνε δεκάδες αδιάφοροι κι ενδιαφέροντες χαρακτήρες, τους προδότες να μετατρέπονται σε πατριώτες κι αντίστροφα και τη χείρα βοηθείας να καταφθάνει από εκεί που κανείς δεν την περιμένει.
Ο Σμιθ έχει γράψει ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα, μια χορταστική περιπέτεια, για την Αίγυπτο, για την Αφρική και τη μαγεία, για των ανθρώπων τα πάθη και τις αδυναμίες. Ο Τάιτα, η αγαπημένη του Φεν, η Ιμπάλα (ζώο της Αφρικής το όνομά της), ο Μέρεν και η κακιά μάγισσα Ίως, είναι μερικοί από τους πιο σημαντικούς χαρακτήρες στο πάνθεον που έχει στο πέρασμα του χρόνου δημιουργήσει.
Έχω διαβάσει όλα τα μυθιστορήματα του συγγραφέα, εκτός από ένα, και πιστεύω ότι το The Quest είναι ένα από τα καλύτερά του. Προσφέρεται για στιγμές αναγνωστικής απόλαυσης τις μεγάλες μέρες του καλοκαιριού και τις ακόμη μεγαλύτερες νύχτες του χειμώνα.

Κυριακή 13 Ιουλίου 2008

"Κίνδυνος" το ηλεκτρονικό βιβλίο;

Ένα ενδιαφέρον άρθρο του Νίκου Μπακουνάκη σχετικά με το μέλλον του ηλεκτρονικού και έντυπου βιβλίου, δημοσιεύθηκε σήμερα στο Βήμα και θέλησα να μάθω και τη δική σας γνώμη για το θέμα. Πιστεύετε ότι το ηλεκτρονικό, ή ψηφιακό αν προτιμάτε, βιβλίο μπορεί κάποια μέρα να απειλήσει την κυριαρχία του έντυπου; Η ταπεινή μου άποψη είναι πώς, όχι, δεν μπορεί, αλλά ίσως να κάνω και λάθος. Πάντως, μέχρι τώρα, όλες οι Κασσάνδρες που προέβλεπαν το θάνατο του βιβλίου διαψεύσθησαν.

Σάββατο 12 Ιουλίου 2008

Στιγμή

Πήρε να πέφτει το σκοτάδι κι
οι σκιές των δέντρων άρχισαν
να τρεμοπαίζουν κάτω απ’ το ολόγιομο
φεγγάρι που πεισματικά χαρίζει φως
σε μια άψυχη πόλη.
Οι ήχοι απ’ τα τροχοφόρα δε
λένε να σωπάσουν ούτε στιγμή ενώ
μακρινές μουσικές φτάνουν ως εδώ
προτού τις παρασύρει παρά πέρα
το άηχο τούτο αεράκι.
Αφουγκράζομαι τους ήχους και τις
σιωπές της νύχτας εισπνέω
βαθιά ανάσες από καλοκαίρι
και υγιές καυσαέριο.
Κλείνω τα μάτια και θυμάμαι
κάποιες βραδιές όλο μαγεία στο βουνό
που ξαπλώναμε κάτω από ’να
αστρολουσμένο ουρανό ακούγοντας
μόνο τα νερά ενός μικρού καταρράκτη
να σπάνε τη σιωπή χαρίζοντάς μας
ψιχάλες ευδαιμονίας και…
δακρύζω!