Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2007

Έρωτας: Το γελοίο και το δέος

Από το ομώνυμο βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη

Ο ξαφνικός άνεμος που σηκώνεται από την αμμουδερή ακτή κουνάει δυνατά τα κλώστινα κλαδιά της ιτιάς. Ρυτιδώνει το νερό και τους κάνει να σφίγγονται περισσότερο ο ένας πάνω στον άλλο. Ευχόσουν να έρθει το φθινόπωρο, να σε γλιτώσει από τριών-τεσσάρων μηνών κάψα. Και ξαφνικά ήρθε. Απόψε με τον άνεμο ήρθε. Σε λίγο θα αρχίσεις να δυσανασχετείς με την ψύχρα. Είναι απίστευτο το πόσο εύκολα λησμονείς, το πόσο σύντομα γίνεσαι αχάριστος.
Φταίει ίσως που τα φθινοπωρινά φύλλα θα σκεπάσουν απόψε την πανσέληνο. Όμως, όσες φορές την εμφανίσουν πίσω από τα μαύρα ξέφτια τους θα τους προσφέρουν θέαμα εξαίσιο. Αποπνιχτικά ωραίο.
- Είσαι η γυναίκα που θα με οδηγήσει να μάθω ποιος είμαι, θα της πει.
- Μην ελπίζεις σ’ αυτό, θα του απαντήσει. Δεν μπορώ...
- Γιατί δεν μπορείς; Εγώ ξέρω.
- Γιατί δεν γνωρίζω ποια είμαι.
- Θα αλληλοβοηθηθούμε, θα της αποκριθεί με σιγουριά.
Ποτέ δεν είπε στη ζωή του κάτι τέτοιο σε γυναίκα άλλη. Με κάθε άλλη, για ένα διάστημα αντάλλασσε αντανακλάσεις ψευδαισθήσεων, κι ύστερα τίποτα. Σκοτάδι, θλίψη, ανία. Για ένα διάστημα ζούσανε την έξαρση των ειδώλων, κι ύστερα τίποτα. Ο χωρισμός. Του έγινε ξανά και ξανά αυτό, με διάφορες γυναίκες. Μονάχα αυτή, στην ακτή, στην ξένη πόλη, με τα μάτια πηγάδια. Πότε ξεχειλίζουν, πότε λιγοστεύουν το νερό, κι εκείνος σκύβει να καθρεφτιστεί στον υγρό τους πυθμένα με ειλικρίνεια. Θα πουν βέβαια κάποια μέρα πως δε θα ξαναϊδωθούν ποτέ. Κι όμως... Όταν θα λέει πως είναι μόνος, θα σημαίνει πως είναι μαζί της.
Δημοσίευση σχολίου