Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2007

Ένα υπέροχο μίλι

Από το Άλφαμπετ Σίτυ της Σώτης Τριανταφύλλου

You are my whole estate
H.D.


Ήρθε μια υπέροχη χρονιά όπου κάθε στιγμή φοβόμουν πως θα γίνει ανάμνηση. Το παρόν κυλούσε στο παρελθόν πριν προλάβω να δω τα θραύσματα, πριν προλάβω να τα εγκαταλείψω. Θυμόμουν τότε που δεν είχα δέρμα, τότε που ανήκα στο πλήθος του Άλφαμπετ Σίτυ, τότε που ανταποκρινόμουν εκεί που έλειπαν οι άλλοι. Έπειτα, οι μέρες έγιναν χρήσιμες, οι νύχτες ακίνητες: όλοι νόμιζαν πως είχα αρχίσει να πιστεύω σε κάτι, πως είχα επιτέλους αποφασίσει να ζήσω μέσα στον κόσμο. Ήμουν ευγενική αλλά ήθελα να φωνάξω, κάθεστε εκεί, με τα μεγάλα σας κεφάλια, περιμένετε πότε θα γίνουν όλοι ίδιοι με σας, πότε θα μάθουν να πίνουν μπουγαδόνερα, ποτέ θα βυθιστούν στην υπεροψία που θεωρείται σοβαρότητα: όλη εκείνη τη χρονιά, έβλεπαν σε μένα ένα ομοίωμα, όχι αυτό που ήμουν. Λογική έχετε, σκεφτόμουν – φαντασία δεν έχετε: σήμερα με θεωρείτε μάγισσα που ανένηψε, αλλά, αν με βρίσκατε τη νύχτα στο δάσος θα με καίγατε. Μου χαμογελάτε γιατί είμαι καλή, δεν κάνω φασαρίες, δεν βρίζω, δεν φτύνω, δεν γρυλίζω: και, παρ’ όλ’ αυτά, δε μας ενώνει τίποτα – έτσι γλυκά κι ανούσια που είναι όλα, κινδυνεύετε να πάτε στον παράδεισο και να βαρεθείτε θανάσιμα. Ναι, ήταν μια υπέροχη χρονιά που έφυγε χωρίς αλλαγή γεωγραφικού πλάτους, σαν ένα όνειρο που διαρκεί περισσότερο απ’ τη νύχτα. Έπειτα, τα κοσμικά συμβάντα παραμορφώθηκαν κι εγώ έφυγα, είπα, θα γυρίσω την άνοιξη – αλλά δεν γύρισα. Δεν γύρισα. Ούτε έμεινα κάπου συγκεκριμένα: γιόρταζα το μεγάλο μαύρο κενό – θυμόμουν που έλεγα στο Γιώργο, Ζούμε σαν τους ήρωες του Φιτζέραλντ, βάφουμε τις πόλεις κόκκινες, ξενυχτάμε μέσα σ’ αυτά τα κατάφωτα, θορυβώδη σπίτια, πίσω απ’ τους ήχους μας περιμένει η σιωπή και το σκοτάδι. Κι είμαστε το ίδιο χαμένοι γιατί γεννηθήκαμε πολύ αργά και μάθαμε ό,τι μάθαμε από διηγήσεις.Ήταν λοιπόν μια υπέροχη χρονιά που έλαμπε μέσα στους νεκρούς καθρέφτες. Ήταν σαν το ποίημα του Πόε στην Άνναμπελ Λη, σαν το πιο μεθυστικό κοκτέιλ φωτός, σαν την αρμονία ενός αιώνιου νότου. Κι όταν έφυγα, αναρωτιόμουν – Ποιος θα μου πληρώνει τα δωμάτια στα ξενοδοχεία, σε ποιον θα τηλεφωνώ με αντίστροφη χρέωση, σε ποιον θα διηγούμαι να ολισθηρά μου όνειρα – κι όμως, επέστρεψα στις βίαιες τελετουργίες, στις εικόνες τις μεταλλαγμένες, επέστρεψα στις μεταβατικές εκείνες ώρες όπου σκουπίζουν το Παρίσι, όπου ανοίγει το Σώστε τα Ρομπότ στην Ανατολική 3η οδό, όπου ανάβουν οι υπέργειες στοές. Θα τη θυμάμαι πάντα αυτή τη χρονιά – σαν το Υπέροχο Μίλι: έγινε αυτό που φοβόμουν – όπου ανοίγει το Σώστε τα Ρομπότ στην Ανατολική 3η οδό έγινε ανάμνηση. Κι εγώ που περίμενα πως οι σκιές θα σκουρύνουν, πως οι νόμοι θ’ ανατραπούν και πως ο χρόνος θα μας καταβροχθίσει, βρέθηκα πάλι κάτω απ’ την πραότητα των ουρανών. Δεν απελπίστηκα – αφού ποτέ δεν είχα ελπίσει.
Δημοσίευση σχολίου